Το σχολείο ποτέ δεν άρεσε στη Θάλεια. Δεν της άρεσε να της λένε πώς να σκέφτεται, πώς να ερμηνεύει όσα μάθαινε. Με τη φιλόλογο οι διαφωνίες της ήταν συχνές. “Ο Παπαδιαμάντης έγραψε για την αξία της οικογένειας”, έλεγε η φιλόλογος, “Ναι, έγραψε και για όλα τα άσχημα όμως που κρύβονταν πίσω από τις κλειστές πόρτες” απαντούσε η Θάλεια. Όταν η διαφωνία φούντωνε, η φιλόλογος της φώναζε “εσύ δεν ξέρεις από αναλύσεις”, “η τέχνη έχει πολλές ερμηνείες” ανταπαντούσε η Θάλεια και κάπως έτσι μάζευε ωριαίες αποβολές. Μα και με τον φυσικό είχε διαφωνίες και με τον θεολόγο και με όλους εκτός από την καθηγήτρια της γυμναστικής. Όμως στο σχολείο πέρναγε και καλά. Είχε καλή παρέα. Κάνανε αστεία μεταξύ τους, πείραζαν τους καθηγητές και φυσικά ήταν μαζί στα σκασιαρχεία και στις τιμωρίες. Ήταν μια παρέα παιδιών που αποτελείτο από 4 αγόρια και 5 κορίτσια. Ο Χρήστος ήταν τσιμπημένος με τη Θάλεια και εκείνη, που το είχε καταλάβει, τον πείραζε και αυτός κατακοκκίνιζε και τότε αυτή τον αγκάλιαζε, του έδινε φιλί στο μάγουλο και του έλεγε “θα είσαι πάντα ο καλύτερος μου φίλος”.
Μια βροχερή μέρα που η Θάλεια μισοκοιμόταν και αγνοούσε τελείως το μάθημα της φιλολόγου, χτύπησε η πόρτα και μπήκε μέσα ο διευθυντής μαζί με ένα παιδί, που οι υπόλοιποι μαθητές, δε γνώριζαν. “Από σήμερα θα έχετε καινούριο συμμαθητή, τον Μανώλη Λέκκα” είπε ο διευθυντής. Ο Μανώλης καλημέρισε διστακτικά και κάθισε στη θέση που του υπέδειξε η φιλόλογος. “Τι κούκλος είναι αυτός!” σκέφτηκε η Θάλεια, όπως και οι υπόλοιπες μαθήτριες, που άρχισαν να κοιτάνε η μία την άλλη πονηρά, να ανταλλάσσουν σημειώματα και να κοιτάνε ξελιγωμένα τον Μανώλη. Όταν χτύπησε το κουδούνι για διάλειμμα, ο Μανώλης βγήκε πολύ γρήγορα έξω από την τάξη και η παρέα της Θάλειας μαζεύτηκε για σχολιασμό. “Τι παίδαρος είναι αυτός!” έλεγαν τα κορίτσια, “Σιγά τον ωραίο!” αντιδρούσαν τα αγόρια. Βγαίνοντας με την παρέα της στην αυλή, η Θάλεια είδε τον Μανώλη να μιλάει με τις ψωνισμένες του σχολείου. Με θάρρος όμως τον πλησίασε και του συστήθηκε, τείνοντας το χέρι της προς το μέρος του. “Θάλεια” του είπε και εκείνος της έσφιξε εγκάρδια το χέρι λέγοντας, “να ξέρεις ότι με φωνάζουν Μάνο”. Η Θάλεια ένιωθε ότι η καρδιά της θα ξεκόλλαγε από το στήθος της και για πρώτη φορά δεν ήξερε πώς να συνεχίσει τη συζήτηση. Το πρόβλημα το έλυσε η παρέμβαση της Μάρθας, της κολλητής της Θάλειας. “Πώς και μάς ήρθες Νοέμβρη μήνα;”, ρώτησε τον Μάνο. “Η δουλειά του πατέρα μου ευθύνεται. Δουλεύει σε μία πετρελαϊκή εταιρεία και για έναν χρόνο τον στέλνουν στο Κατάρ, οπότε αποφασίστηκε η υπόλοιποι της οικογένειας να έρθουμε στο πατρικό της μάνας μου, στη γιαγιά και στον παππού”.
Οι επόμενοι δύο μήνες συνεχίστηκαν με τη Θάλεια να λιώνει για τον Μάνο. Ο Μάνος, όμως, δεν έδειχνε κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον, παρόλο που έκαναν αρκετή παρέα. Μια ανοιξιάτικη μέρα η παρέα αποφάσισε να πάει βόλτα στη λίμνη της περιοχής και να μαζέψουν αγριολούλουδα. Μαζί τους πήγε και ο Μάνος. Γέλια και φωνές διατάρασσαν την ηρεμία της φύσης και μικρές πετρούλες τη νηνεμία της λίμνης. Τα παιδιά έκοψαν λουλούδια, έφτιαξαν στεφάνια και ξάπλωσαν στο παχύ χορτάρι. Έπαιξαν παντομίμα, έκαναν θεατρικούς αυτοσχεδιασμούς και τραγούδησαν με την ψυχή τους. Στο γυρισμό ο κόσμος κοίταζε την ενθουσιώδη κομπανία με τα πολύχρωμα άνθη στα χέρια και τα λαμπερά νεανικά πρόσωπα και χαιρόταν με τη δύναμη της νιότης. Ο Μάνος και η Θάλεια έμεναν στην ίδια γειτονιά και έτσι απόμειναν οι δυο τους να ανηφορίζουν τον δρόμο με τα ασβεστωμένα πεζοδρόμια και τις γλάστρες με τα γιασεμιά. Εκεί λίγο πριν το σπίτι της Θάλειας, εκείνος άπλωσε το χέρι του και αγκάλιασε τους ώμους της κοπέλας, η οποία κόντεψε να λιποθυμήσει. Η σιωπή κυριαρχούσε στα επόμενα βήματά τους μέχρι τη στιγμή που έφτασαν κάτω από το σπίτι της Θάλειας. Εκεί ο Μάνος τη φίλησε. Εκατομμύρια πεταλούδες πετούσαν γύρω της και το σώμα της αιωρούνταν αρνούμενο τους νόμους της βαρύτητας. Αυτά ένιωσε εκείνη τη στιγμή και πολλά ακόμα θα ένιωθε στους μήνες που θα ακολουθούσαν.
Τα σχολεία έκλεισαν για καλοκαίρι, αλλά η Θάλεια και ο Μάνος θα έκαναν καλοκαιρινή προετοιμασία για τις πανελλήνιες. Η Θάλεια ήθελε να περάσει μουσικών σπουδών Θεσσαλονίκης και ο Μάνος στην ιατρική στη Θεσσαλονίκη, καθώς η κωμοπόλη που έμεναν δεν είχε πανεπιστήμιο. Παρόλη όμως την προετοιμασία, κυρίως του Μάνου, έβρισκαν χρόνο να πηγαίνουν βόλτες, να κάνουν μπάνιο στη λίμνη και το βράδυ να πίνουν κοκτέιλ στο μπαράκι στην κεντρική πλατεία. Τον Αύγουστο όλη η παρέα πήγε για 5 μέρες σε κάμπινγκ κοντά στη θάλασσα. Όλη μέρα έκαναν μπάνιο, θαλάσσια σπορ, ψάρευαν και το ζευγάρι, Μάνου – Θάλειας, χάνονταν σε χιλιάδες φιλιά και εκατομμύρια αγκαλιές.
Με δάκρυα υποδέχτηκε το φθινόπωρο η Θάλεια αποχαιρετώντας ένα υπέροχο καλοκαίρι και αναμένοντας ένα δύσκολο εννιάμηνο διαβάσματος και άγχους. Ο Μάνος από τον Οκτώβριο άρχισε να γίνεται απόμακρος όλο και περισσότερο. “Μάνο, μου λείπεις”, του έλεγε η Θάλεια, “και μένα Θάλεια, αλλά πρέπει να περάσω στο πανεπιστήμιο. Κάνε υπομονή λίγοι μήνες είναι”. Η επικοινωνία των δύο νέων ήταν σχετικά αραιή εκτός σχολείου και περιοριζόταν σε κάποια Σάββατα.
Γρήγορα έφτασε ο καιρός των πανελληνίων. Όταν τελείωσαν οι εξετάσεις, η Θάλεια ένιωθε ότι κάτι από την πλευρά του Μάνου είχε παγώσει, έστω κι αν εκείνος το αρνιόταν και έβρισκε δικαιολογία την κούραση των εξετάσεων και το άγχος. Ο Μάνος λίγο καιρό μετά τις εξετάσεις έφυγε για το Κατάρ, για να δει τον πατέρα του, ο οποίος είχε υπογράψει με την εταιρεία που δούλευε 5ετή σύμβαση, από την αρχική μονοετή, λόγω του καλού μισθού που έπαιρνε στο Κατάρ. Όλο το καλοκαίρι η Θάλεια ήταν μέσα στη θλίψη. Αγωνιούσε για ένα τηλέφωνο του Μάνου και για την ώρα της επιστροφής του. Λίγο πριν τα αποτελέσματα των πανελληνίων, ο Μάνος επέστρεψε. Η Θάλεια πέταγε από τη χαρά της, αλλά πάλι διαισθανόταν την παγωνιά εκ μέρους του αγαπημένου της. Πλέον ο Μάνος απόφευγε και την ερωτική επαφή μαζί της, αποδίδοντάς το όλο στο άγχος. Τα αποτελέσματα ήταν υπέροχα και για τους δύο, αφού πέρασαν εκεί που ο καθένας ήθελε. Στη Θεσσαλονίκη πλέον η Θάλεια έπιασε ένα δυάρι με μια άλλη κοπέλα και ο Μάνος έπιασε μόνος του ένα τριάρι με όλες τις ανέσεις. Στη νέα πόλη έβγαιναν αρκετά μαζί, μαζί έκαναν νυχτερινές βόλτες στα λαδάδικα και πρωινές στην παραλιακή. Χίλια φιλιά αντάλλαξαν στην παλιά πόλη και ατελείωτες αγκαλιές πλαισίωναν τη χαρά της νέας τους ζωής. Όμως τον Οκτώβριο ο Μάνος άρχισε ξεκάθαρα να αποφεύγει τη Θάλεια. Η Θάλεια τον έπαιρνε τηλέφωνα και εκείνος έκλεινε πάντα βιαστικά, ώσπου ένα μεσημέρι είπε να πάει από το σπίτι του να εξηγηθούν. Εκείνο το μεσημέρι η Θάλεια έχασε όλον τον κόσμο από γύρω της, καθώς τον είδε να βγαίνει αγκαλιά με μια άλλη. Τα πάντα γύρω της σκοτίνιασαν, αλλά βρήκε το θάρρος και στάθηκε μπροστά του ρωτώντας τον, “γιατί ρε Μάνο; γιατί δε μου είπες τίποτα;”. Εκείνος αμίλητος έσκυψε το κεφάλι και δεν είπε τίποτα.
Ένας χρόνος οδύνης ακολούθησε για τη Θάλεια. Όλα τα έβλεπε μαύρα, δεν είχε όρεξη για τίποτα και ένα μόνιμο πλάκωμα τη συντρόφευε. “Τον μισώ” σκεφτόταν “δε θέλω να τον ξαναδώ μπροστά μου”. Όμως ο χρόνος όλα τα απαλύνει. Κόντευαν δύο χρόνια από τον χωρισμό τους και η Θάλεια πονούσε σίγουρα λιγότερο. Ένα πρωί τον συνάντησε λοιπόν τυχαία. “Θάλεια” της είπε “θέλω να μιλήσουμε”. Η Θάλεια δέχτηκε. Πήγαν σε ένα καφέ και πρώτη μίλησε εκείνη, “με πλήγωσες Μάνο, με πλήγωσες πολύ, κυρίως, γιατί με είχες στο σκοτάδι”. “Θάλεια, ό,τι και να πεις έχεις δίκιο, αλλά ψαχνόμουν. Δεν ήθελα να χωρίσουμε, για την ακρίβεια δεν ήξερα τι ήθελα. Θάλεια σε αγαπώ πολύ και αυτό δεν αλλάζει. Προσπάθησα να επικοινωνήσω μαζί σου, αλλά αρνήθηκες κάθε επαφή μαζί μου και δικαιολογημένα. Εγώ θέλω να κάνουμε μία προσπάθεια”. Η Θάλεια τον παρατηρούσε καθώς μιλούσε και μέσα στα μάτια του είδε δυο νέα παιδιά να μετράνε αστέρια, να πετάνε κιμωλίες, να παίζουν μπουγέλα, να τσακώνονται και να φιλιώνονται. “Μάνο, θα δώσω άλλη μία ευκαιρία, γιατί σε αγαπώ πάρα πολύ για να δείξω εγωισμό”.
Η Θάλεια και ο Μάνος συνέχισαν μαζί και πορεύτηκαν στη ζωή τους μέσα σε κλίμα πραγματικής αγάπης και σεβασμού. Όταν καμιά φορά ο Μάνος τη ρωτάει πώς κατάφερε τότε και τον συγχώρησε, αυτή του απαντά, “Μάνο μου, σε συγχώρησα γιατί ήμουν παιδί και ως παιδί μοιράστηκα την ψυχή μου μαζί σου. Για μένα συνυπήρχες μέσα μου με μένα την ίδια. Μάνο μου, τον νου σου όμως, γιατί πλέον δεν είμαστε παιδιά”.
Χρόνια μετά κάνοντας βόλτα, έλεγαν αστεία και γελούσαν. Εκείνη την ημέρα περνώντας έξω από το σπίτι της Μάρθας, που πλέον ήταν γείτονες, πιασμένοι χέρι χέρι περπατώντας αργά την ώρα του σούρουπου, φάνηκε στη Μάρθα ότι τα ασημένια πλέον μαλλιά τους ήταν ξάφνου πυρόξανθα και θύμιζαν εκείνους τους δυο μαθητές που γνώριζε κάποτε και εκείνη την ώρα σα να της φάνηκε ότι γέλια παρέας έσπασαν τη σιωπή, μιας παρέας κρυμμένης για πάντα στις φυλλωσιές της καρδιάς όλων των μελών της.
Ποταμούλα
