-Γαμwtο, γαμwtο, δεν κλείνει το ρημάδι! Ελπίζω να μην πάχυνα πάλι!, είπε η Ξένια που ετοιμαζόταν με πυρετώδεις κινήσεις για να πάει σχολείο.
7:30 το πρωί Ιούνιος του ’87 .
Το αγαπημένο της τζιν παντελόνι, φρεσκοπλυμένο, σαν να είχε στενέψει. Η κίτρινη μακό μπλούζα με τις βάτες και το σιδερότυπο της Σίντι Λόπερ θα κάλυπτε τις κοιλιές της. Πήρε το βιβλίο κι έψαξε για στυλό. Πού είναι ο πάρκερ μου;
Προαγωγικές εξετάσεις στο 1ο Πολυκλαδικό Αμπελοκήπων
– Σκατά! ψιθύρισε, να μην την ακούσει η μάνα της και της βάλει τις φωνές για το βρωμόστομά της.
Κοιτάχτηκε γρήγορα στον καθρέφτη, έβγαλε τη γλώσσα στο είδωλό της και πήγε στην κουζίνα. Η κυρία Ισμήνη την κοίταξε επικριτικά.
– Άλλα ρούχα δεν είχες να βάλεις; τη ρώτησε. Σαν εργάτης θα πας να δώσεις εξετάσεις; Όλα τα κορίτσια βάζουν ένα φόρεμα, μία φούστα, έχουν θηλυκότητα, προσέχουν λίγο τον εαυτό τους!
Η Ξένια ήπιε το γάλα της μονορούφι αγνοώντας σκόπιμα τον πρωινό καθιερωμένο εξάψαλμο.
– Άντε γειά!, είπε και τράβηξε την εξώπορτα με προσοχή, να μην βροντήξει.
Ανέβηκε την ανηφόρα τρέχοντας να βγει στην Πανόρμου και είδε στην γωνία απέναντι τη Λένα. Της κούνησε το χέρι, θαυμάζοντας για άλλη μια φορά την κορμοστασιά της φίλης της. Ψηλή, με μακριά ίσια σκούρα μαλλιά, καστανά μεγάλα μάτια, τεράστιες βλεφαρίδες -χωρίς μάσκαρα, δυο σαρκώδη χείλη και δέρμα τέλειο χωρίς σπυράκια. Ενώ αυτή και σπυράκια έβγαζε και τα πάστωνε στο οινόπνευμα να τα κάψει, όπως έλεγε η μάνα της, και κοντή ήταν και παχουλή. Είχε ωραία αμυγδαλωτά μάτια και συμπαθητικό προσωπάκι, όμορφα καστανά μαλλιά που ήταν το καμάρι της, αλλά… Πήρε βαθιά ανάσα για να σταματήσει να σκέφτεται τα τρία κακά της μοίρας της. ‘Όλα καλά θα πάνε’ άρχισε να επαναλαμβάνει, σαν ιεροτελεστία. Φτάνοντας απέναντι, φίλησε τη Ρένα και της έδειξε τη μπλούζα της με καμάρι.
– Ταυτότητα πήρες; τη ρώτησε εκείνη.
– Ναι ρε! κι έβαλε το χέρι στην κωλότσεπη να σιγουρευτεί.
Έστριψαν στην Κεδρηνού να περάσουν απ’ της Γιώτας. Εκεί θα ήταν κι η Ζωζώ. Σε λίγο η τετράδα πέρναγε απέναντι τη λεωφόρο Αλεξάνδρας στο ύψος του γηπέδου του Παναθηναϊκού. Η Ζωζώ έλεγε πως περιμένει πώς και πώς να τελειώσουν οι εξετάσεις να παντρευτεί τον Πέτρο της και πως ελπίζει να μην έχει πολύ ζέστη όταν θα γίνει ο γάμος. Η Λένα της θύμησε πως πρέπει να πάρει το απολυτήριο Λυκείου οπωσδήποτε και καλό θα ήταν να ξεχάσει για λίγο τα του γάμου και να συγκεντρωθεί στις εξετάσεις. Η Ζωζώ τίναξε τα σγουρά κατάξανθα μαλλιά της και μισόκλεισε ναζιάρικα τα μάτια της. Δυο πέλαγα σε μάτια.
– Ουφ καλά κάνεις, είπε, και με προσγειώνεις!
– Η πτήση μας, είπε γελώντας η Γιώτα, φτάνει στο τέλος της! Ευχαριστούμε που επιλέξατε εμάς και θα σας περιμένουμε και στο επόμενο ταξίδι σας!
Τα τέσσερα κορίτσια χαχάνισαν αυθόρμητα λίγο πριν περάσουν την καγκελόπορτα του Λυκείου.
Άγιος Δημήτριος Αμπελοκήπων. Αύγουστος του 1987.
Τα κορίτσια με συγκίνηση περιμένουν τη Ζωζώ να έρθει. Η Γιώτα περνάει τα δάχτυλά της από τη φράντζα της. Τα εβένινα μαλλιά της σε χαμηλό καπελάκι, γυαλίζουν. Τα μαύρα της μάτια τονισμένα με άι-λάινερ λάμπουν.
– Άντε το κοριτσάκι μας, το χάνουμε! Θα γίνει σύζυγος, μαμά, νοικοκυρά και δεν θα έρχεται στις τσάρκες μας!
– Σιγά! απάντησε η Λένα. Εννοείται πως θα έρχεται. Αλλιώς θα πηγαίνουμε εμείς σ’ αυτήν. Δε χαλάει η τετράδα με τίποτε, μη φοβάσαι. Στο χέρι μας είναι.
Η Ξένια ξεροκατάπινε κι έπαιρνε βαθιές ανάσες. ‘Όλα θα πάνε καλά’ μουρμούριζε. Έψαχνε εδώ και μία βδομάδα την ευκαιρία να τους πει ότι φεύγει. Ότι η τετράδα θα χαλάσει έτσι κι αλλιώς. Γαμwtο! Γαμwtο, πώς τα κατάφερε έτσι; Γιατί η δική της ευτυχία θα πρέπει να φέρει τη διάλυση; Ιατρική στην Ιταλία πρότεινε η κυρία Ισμήνη μετά την αποτυχία στις πανελλαδικές. “Όπως κι ο αδερφός σου. Να στρωθείς να διαβάσεις. Αλλιώς θα παντρευτείς. Σαν τη φίλη σου τη Ζωζώ. Δε θα σε έχουμε να γυρνάς δεξιά κι αριστερά να μας κρεμάσουν κουδούνια! Να σου βρούμε ένα καλό παιδί να σε μαζέψει. Διάλεξε. Τέλος Αυγούστου φεύγεις!”. Τις σκέψεις της διέκοψε ένα δυνατό χειροκρότημα, σφυρίγματα και κόρνα. Η Ζωίτσα ήρθε! Η λιμουζίνα έκανε τον κύκλο και σταμάτησε μπροστά στα σκαλοπάτια της εκκλησίας. Νεράιδα το κορίτσι τους. Μέσα σ’ ένα σύννεφο από λευκό τούλι και δαντέλες, έλαμπε από ευτυχία.
Απόγευμα 25 Αυγούστου 1987. Καφέ Μαρόκο, Αλεξάνδρας και Πανόρμου γωνία.
Η τετράδα πίνει φραπεδάκι κι ακούει τα νέα της νιόπαντρης από το γαμήλιο ταξίδι. Ο Πέτρος ήταν απογευματινός σήμερα και βόλεψε. Όλες κρεμόταν απ’ τα χείλη της. Ξαφνικά η Γιώτα τους ανακοίνωσε με πολύ σοβαρό ύφος πως μάλλον θα είναι η επόμενη που θα παντρευτεί κι ας μην έπιασε αυτή την ανθοδέσμη. Θα έκανε αυτή πρόταση γάμου στο Νίκο της. Τα είπαν και τα συμφωνήσανε με την πεθερά της! Η Λένα γελώντας σηκώθηκε να πάει μέσα στο τηλέφωνο, να πάρει τον Τάσο . Η Ξένια την ακολούθησε. Πήγε και πλήρωσε τους καφέδες ακούγοντας τη φίλη της να κανονίζει για μετά.
– Και γιατί κερνάς εσύ σήμερα, δεν μας είπες! τη ρώτησαν μόλις επέστρεψε στο τραπέζι.
– Ας περιμένουμε και τη Λένα, απάντησε προσπαθώντας να βρει τις κατάλληλες λέξεις.
– Έλα πες μας, εδώ είμαι κι εγώ.
– Έχουμε κανένα ευχάριστο;
– Μη μας πεις μόνο πως παντρεύεσαι κι εσύ!
Μιλούσαν και ρωτούσαν όλες μαζι.
– Φεύγω μεθαύριο τα ξημερώματα για Ιταλία. Θα σπουδάσω ιατρική στο Università di Napoli “Federico II”, απάντησε με μια ανάσα και κοίταζε τα παπούτσια της.
Σιγή ακολούθησε για λίγο.
– Ρε μaλaka μας δουλεύεις; Τι Ιατρική και πράσινα άλογα; Εσύ δεν έλεγες πως θες να δώσεις στην Καλών Τεχνών; είπε η Γιώτα εκνευρισμένη.
– Κοριτσάκι μου, έγινε κάτι στο σπίτι; ρώτησε η Ζωίτσα.
Ο μαγαζάτορας έφερε μπύρες για να κεράσει την παρέα της νεόνυμφης. Έξι χρόνια τα ήξερε τα κορίτσια. Κάθε μέρα μαζί. Το είχαν κάνει στέκι τους το μαγαζί του. Φοβερή τετράδα!
Ιανουάριος 2025. Το κουτούκι του ’54 , Ευρυτανίας, Αμπελόκηποι.
Η Ξένια κατεβαίνει τα σκαλάκια φουριόζα. Η Ζωίτσα κι η Γιώτα την πήραν στο κινητό και είχαν ήδη φτάσει. Η Λένα θα καθυστερούσε λίγο ακόμη. Ο μαγαζάτορας τους υποδέχτηκε όλο χαμόγελα με τον Ένζιο, τον άντρα της. Τους οδήγησε στη σάλα στο βάθος που ήταν τα κορίτσια.
– Γιατί καλέ πιάσατε το μεγάλο τραπέζι; Πόσοι θα έρθουν;
Σηκώθηκαν και οι δύο σα σφεντόνες και την αγκάλιασαν. Τις φίλαγε και τις κοίταζε να τις χορτάσει. Ένας ολόκληρος χρόνος πέρασε από την προηγούμενη συνάντησή τους.
– Ο Πέτρος; Δε θα ‘ρθει; ρώτησε.
– Μπα έχει τη μέση του, απάντησε η Ζωίτσα. ‘Ασ’ τον καλύτερα, θα μας χάλαγε με τη γκρίνια του. Μόνο που δε θα έχει παρέα ο δικός σου.
– Χεστήκαμε! απάντησε γελώντας η Ξένια. Περισσότερο φαΐ για μας! πρόσθεσε κι έκλεισε ματιά στη Γιώτα.
Άλλαξαν το τραπέζι μ’ ένα μικρότερο μπροστά στην είσοδο κι ο μαγαζάτορας τους έφερε τα σερβίτσια τους. Ρώτησε αν θα παραγγείλουν ή θα περιμένουν λίγο ακόμη. Παράγγειλαν ένα κιλό κρασί και μία μπύρα για τον Ένζιο που θα ήταν ο οδηγός τους γι’ απόψε. Η Γιώτα έβγαλε απ’ την τσάντα της τρεις σοκολάτες ΙΟΝ γάλακτος, μία για την καθεμία. Το είχε σύστημα αυτό με τις σοκολάτες τα τελευταία χρόνια. Μετά που έχασε το Νίκο της από ανακοπή πριν τρία χρόνια, έλεγε πως η ζωή είναι μικρή για να είναι και πικρή. Πρέπει να τη γλυκαίνουμε κάθε μέρα!
Ο Ένζιο ρώτησε τη Ζωζώ πώς είναι η μπέμπα και πώς νιώθει τώρα που έγινε γιαγιά και θα την φωνάζουν αντί για MILF, GILF! Η Ξένια τον σκούντηξε για το σεξιστικό χιουμοράκι κι έκανε νόημα στα κορίτσια να μη δώσουν συνέχεια. Πάνω στην ώρα ήρθε και η Λένα. Σηκώθηκαν όλες αυτόματα κι άρχισε νέος γύρος με αγκαλιές φιλιά και την καθιερωμένη σοκολάτα. Γέμισαν τα ποτήρια τους και τσούγκρισαν.
– Στην υγειά μας! είπε η Γιώτα.
– Στη φιλία μας! είπε η Ζωζώ.
– Στην τετράδα! είπε η Ξένια.
– Να είμαστε καλά να βρισκόμαστε όλες μαζί κάθε 2 Ιανουαρίου τουλάχιστον! είπε η Λένα.
Τσούγκρισαν και ήπιαν ξανά. Δεν χαλάει η τετράδα με τίποτα, όσα χρόνια κι αν περάσουν, όσο μακριά κι αν πάνε στους τέσσερεις ορίζοντες. Πάντα θα βρίσκονται στο viber για χρόνια πολλά, αλλά και στο τηλέφωνο κατ’ ιδίαν για τα πιο σημαντικά. Τα ζόρικα, τα ευχάριστα και τις ανάγκες. Αλλά κάθε 2 του Γενάρη πάντα στο κουτούκι τους, στη γειτονιά τους, εκ του σύνεγγυς. Να νιώσουν η μια την άλλη, να ενώσουν τα χέρια τους και τις ψυχές τους.
Τζένη
