Ο Λέλεκας

Ω, όχι, σκέφτομαι τρομαγμένη, ακούγοντας τη δημοσιογράφο και βλέποντας τις εικόνες που δείχνουν σε πραγματικό χρόνο.
Κλείνω αμέσως τη φωνή στην τηλεόραση και βγαίνω από την εφαρμογή του Facebook, για να καλέσω τον Λέλεκα.

Το τηλέφωνο χτυπάει ασταμάτητα, αλλά ο Λέλεκας δεν το σηκώνει. Αρχίζω να αγχώνομαι κι εγώ όταν αγχώνομαι καπνίζω πολύ, κάνω περισσότερα τσιγάρα απ’ όσα συνηθίζω μέσα στη μέρα, κάτι που εκείνος το ξέρει και παρ’ όλ’ αυτά δεν μου σηκώνει το γαμhμevo το τηλέφωνο.
«Σήκωσέ το, ρε Λέλεκα, σήκωσέ το, γαμwτο!» λέω και πηγαίνω πέρα δώθε στο σαλόνι του διαμερίσματός μας, στην Τσιμισκή. Άλλη μια ψυχο-τέτοια αντίδρασή μου όταν αγχώνομαι: δεν μπορώ να κάτσω σε μια θέση. Ούτε που θυμάμαι πόσες φορές κόντεψα να φάω αποβολή στο σχολείο επειδή ήθελα να σηκωθώ, και δεν με άφηναν, και έτσι βρόνταγα τα πόδια μου στο πάτωμα καθώς δεν ήξερα τι να απαντήσω στα τεστ.

Επιτέλους, ο ψηλός και πάρα πολύ λεπτός άντρας που τυχαίνει να έχω παντρευτεί, απαντάει. «Γεια σου, Ρίνα» λέει ήρεμα, κι αυτή η ηρεμία είναι που με αναστατώνει περισσότερο. Όπως και η απλότητα με την οποία συνηθίζει να μιλάει ο Λέλεκας, ήδη από τότε που γνωριστήκαμε, στην πρώτη δημοτικού. Χαμός γινόταν και αυτός ήταν ψύχραιμος. Όσο ψύχραιμο θα μπορούσε να είναι ένα αγόρι, δηλαδή. Ήξερα και ξέρω, βέβαια, ότι ως προς αυτό φταίει και η πάθησή του, αυτή που έχει εκ γενετής και η οποία ευθύνεται για το λεπτοκαμωμένο και πανύψηλο σώμα του. Πάντα μας έλεγε ότι οι γιατροί είχαν προειδοποιήσει να μην αναστατώνεται, να μην κουράζεται και να μην κάνει καμιά κατάχρηση, αν ήθελε να ζήσει για πολλά χρόνια. Ήταν κάτι που, σαν πιτσιρίκια, δεν πολυδίναμε σημασία, αλλά, καθώς μεγαλώναμε και βλέπαμε τον Λέλεκα να μένει μακριά από τη γυμναστική, από κλαμπ και άλλα πολλά που κάναμε, αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε τι εννοούσε, και φρικάραμε στη σκέψη ότι η μοίρα του ήταν προδιαγεγραμμένη. Γαμwto, πόσες φορές έχω κλάψει για αυτή την γνώση, ούτε που μπορώ να πω με σιγουριά. Και δεν κλαίω εύκολα, αυτό μπορούν να σας το επιβεβαιώσουν οι γονείς μου που με μάλωναν συχνά για τις επιλογές μου (οι οποίες δεν ήταν τόσο «κοριτσίστικες») ή μερικές μαλαkiσmevες που είχα για συμμαθήτριες και με προκαλούσαν επειδή δεν ντυνόμουν «όμορφα» σαν αυτές.

Βέβαια, όσο μεγαλώναμε (και η σχέση μας εξελισσόταν σε κάτι καλύτερο από την απλή σχολική φιλία), ο Λέλεκας απομακρυνόταν από την επιρροή των γονιών του, οπότε άρχισε να έρχεται στις εξόδους μας όσο ήμαστε παιδιά και, αργότερα, έβγαινε μαζί μου για καφέ ή ποτό. Φυσικά, συνέχισε να πίνει ή να τρώει ό,τι επιτρέπεται να πιει και δεν πηγαίναμε σε μέρη για καπνίζοντες εφόσον μπορούσαμε να το αποφύγουμε, όμως ερχόταν και περνούσαμε καλά.

Βγάζω το τσιγάρο από το στόμα σχεδόν σαν να θέλω να το πετάξω. «Τι “γεια σου, Ρίνα”, ρε συ Λέλεκα;» φωνάζω και το μετανιώνω, γιατί σκέφτομαι μην ξυπνήσουν τα παιδιά. «Τι συμβαίνει, είσαι καλά; Κοντεύω να τρελαθώ!»
«Ναι, είμαι καλά» λέει, αλλά ακούω φωνές στο βάθος. Ανήσυχες φωνές. Ακούω ανθρώπους να κλαίνε.
«Λέλεκα, μη με δουλεύεις, που να πάρει ο διάολος! Πες μου πόσο σοβαρά είναι τα πράγματα εκεί πέρα».

Τον ακούω να βήχει και νιώθω ιδρώτα να λερώνει το πρόσωπό μου. Δεν πρέπει να βήχει ο Λέλεκας. Ποτέ. Μια ζωή παλεύει (και πλέον παλεύουμε) να μην πάθει κάτι, ούτε καν να κρυολογήσει. Είναι επικίνδυνο για αυτόν, πάντα ήταν. Την περίοδο 2020-2022, ήταν απίστευτη η τρομάρα που είχα καθημερινά μην πάθει κάτι στη δουλειά ο Λέλεκας ή μη φέρουμε εγώ ή τα παιδιά κάνα μικρόβιο (ανησυχούσα σχεδόν όσο όταν αρχίσαμε να βγαίνουμε και εγώ ήθελα να καπνίσω, αλλά το απέφευγα μην τον βλάψω). Ευτυχώς, τη γλιτώσαμε, όλοι μας. Αλλά απορώ πώς ο Λέλεκας έχει καταφέρει τόσα χρόνια να μην κολλήσει το παραμικρό. Μόνο εκείνος και ο Θεός το ξέρουν.
Ο Θεός. Ότι θα ερχόταν μια μέρα που θα επικαλούμουν τον Θεό -εγώ που από μικρή είχα μάθει να μην πιστεύω σε «ανύπαρκτα όντα»- δεν το περίμενα. Βέβαια, σύμφωνα με σχεδόν όλους (και κυρίως όλες) στο σχολείο, ποτέ κανείς δεν περίμενε ότι θα τα φτιάξω με τον Λέλεκα, πόσο μάλλον ότι θα παντρευτούμε και θα κάνουμε παιδιά.

Ο Λέλεκας λέει «Είμαι καλά. Ασφαλής. Τα χειρότερα πέρασαν, Ρίνα».
Ο Λέλεκας. Ναι, έχει ονοματεπώνυμο. Αλλά πάντα τον αποκαλούσαμε Λέλεκα και πάντα έτσι θα τον φωνάζουμε. Και ο ίδιος αυτό θέλει, αυτό ήθελε πάντα. Μέχρι και οι γονείς του είχαν συμφωνήσει να τον λένε έτσι, αν και δεν το πολυήθελαν στην αρχή.

Κοιτάζω τις εικόνες στην τηλεόραση. Χάος βλέπω. Φρικτά πράγματα, που έχουμε δει με τον Λέλεκα μόνο σε ταινίες. Τίποτα δεν με πείθει ότι τα χειρότερα πέρασαν.
Παίρνω βαθιές ανάσες. Ανοιγοκλείνω τα μάτια. Βρίζω, γιατί, καθώς πηγαινοέρχομαι στο σαλόνι, χτυπάω σε μια καρέκλα. «Λέλεκα» λέω «άσε τα μισόλογα και τις μαλakiεs! Δεν περνάνε σε εμένα. Σε ξέρω. Άσε που ακούω κόσμο να φωνάζει και να κλαίει. Μίλα μου, Λέλεκα, έχεις πάθεις τίποτα;»
Αργεί να απαντήσει. Πρέπει να έχει απομακρύνει το τηλέφωνο από το πρόσωπό του, γιατί η φωνή του ακούγεται λίγο μακρύτερα. Δεν καταλαβαίνω τι λέει, αν απλά συμμετέχει στην κουβέντα ή… δεν ξέρω.

Να σε πάρει, ρε Λέλεκα! λέω στον εαυτό μου. Εσένα και τους μαλekes που ήθελαν reunion μετά από πέντε χρόνια. Ναι, το είχαμε κανονίσει λίγο πριν τελειώσουμε με τις πανελλήνιες, αλλά έκτοτε χαθήκαμε (εντάξει, ο Λέλεκας ψιλο-μιλούσε μαζί τους στο Face) και εγώ ούτε που ήθελα να ξαναδώ τους άλλους, και ειδικά τις καρiόλeς που σίγουρα θα έρχονταν κι αυτές. Καθώς πλησίαζε ο καιρός για τη συνάντηση στην Αθήνα, του το είχα πει του Λέλεκα ότι δεν θα τον ακολουθήσω. Κι αυτός, σαν να μην έτρεχε τίποτα, είχε πει ‘Εντάξει, Ρίνα. Εντάξει, Ρίνα’. Μερικές φορές, θέλω να τον κοπανήσω για την απάθειά του. Αλλά αυτός είναι και ο λόγος που είχα αρχίσει να τον γουστάρω τότε, στο γυμνάσιο. Η ηρεμία του. Τα πράσινα μάτια του και τα ξανθά μαλλιά του είχαν παίξει κι αυτά το ρόλο τους. Και το θάρρος του, βέβαια, καθότι ο Λέλεκας ποτέ δεν ήταν κότα. Νομίζω πως κανείς μας δεν θα ξεχάσει πώς είχε σταθεί απέναντι σε εκείνους τους μαλakes όταν πήγαμε πενταήμερη στα Καλάβρυτα. Ήθελαν το γήπεδο μπάσκετ για την πάρτη τους, ενώ είχαμε πάει πρώτοι. Πούλησαν μαγκιές στα αγόρια του σχολείου μας και ο Λέλεκας, που ως τότε καθόταν παράμερα, ήρθε μπροστά και έκρυψε τον ήλιο στους βλαμμένους. Είχα φοβηθεί τότε, νομίζω και οι άλλοι του σχολείου μας είχαν φοβηθεί, μιας και ξέραμε πως ο Λέλεκας δεν έπρεπε να πιαστεί στα χέρια με τον οποιονδήποτε, πόσο μάλλον με αυτούς τους καράβλαχους νταήδες, που ήταν όλοι πιο σωματώδεις από αυτόν. Όμως, ο Λέλεκας δεν έκανε πίσω, ήταν ήρεμος και είχε μιλήσει εξίσου ήρεμα, κι αυτό, με κάποιον τρόπο, έπεισε τους άλλους να φύγουν. Μετά, τον ευχαριστήσαμε και ο Λέλεκας πήγε και έκατσε ξανά παράμερα και έμεινε να κοιτάζει τους υπόλοιπους που αρχίσαμε να παίζουμε, ενώ οι συμμαθήτριές μας χασκογελούσαν με τα κουτσομπολιά τους.

Ακούω ξανά τη φωνή του. «Ρίνα, θα πρέπει να κλείσω» λέει. Βήχει και πάλι. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά τώρα μοιάζει σαν να τρέχει.
«Λέλεκα, μην τολμήσεις! Θέλω να ξέρω τι γίνεται, πώς είσαι. Δεν ακούγεσαι καλά, Λέλεκα!». Η δική μου φωνή αρχίζει να σπάει, κάτι που μισώ όταν γίνεται, γιατί με κάνει να νιώθω αδύναμη. «Δεν είναι δίκαιο να με κρατάς στο σκοτάδι!»
Ο Λέλεκας δεν απαντάει.
«Σε παρακαλώ» του λέω, κάτι που ακόμα με φοβίζει, γιατί σπάνια παρακαλάω, σχεδόν ποτέ.
«Θα τα πούμε, Ρίνα, εντάξει; Είμαι καλά, μωρό μου».

Δεν μιλάω για λίγα δευτερόλεπτα. Το τσιγάρο το πετάω στο ποτήρι με το βρόμικο νερό που έχω στο τραπέζι.
«Ρίνα;»
«Εντάξει. Εντάξει, γαμwto!» λέω. «Πάρε με, όμως. Όταν μπορέσεις, πάρε με τηλέφωνο, Λέλεκα. Ή στείλε μου μήνυμα. Μη διανοηθείς να το ξεχάσεις».
Τον ακούω να λέει «Σύμφωνοι. Αντίο. Φίλησέ μου την Άντζελα και τον Πέτρο».
«Ναι, εντάξει». Ξεφυσάω και λέω «Σε αγαπάω, ρε ψηλέ βλάκα». Νιώθω δάκρυα να τρέχουν από τα μάτια μου.
«Κι εγώ σε αγαπάω, ρε αγοροκόριτσο» μου λέει. Ξέρει ότι ποτέ δεν μου άρεσε να με αποκαλούν έτσι, αλλά τώρα δεν με πειράζει. Αντίθετα, με κάνει να χαμογελάσω.

Κλείνει το τηλέφωνο κι εγώ ακούω τη φωνή της κόρης μου. Η Άντζελα έχει έρθει στο σαλόνι και με κοιτάζει νυσταγμένα. (Υποθέτω ότι ο Πέτρος δεν έχει καταλάβει τίποτα.) «Τι έγινε, μαμά;» ρωτάει, καθώς έρχεται δίπλα μου. «Γιατί φώναζες;»
Χαμογελάω ξανά. Την αγκαλιάζω και σκύβω να τη φιλήσω στο μάγουλο.
Η Άντζελα δείχνει την τηλεόραση. «Μαμά, αυτό είναι το Ιντερτσίτι; Το τρένο με το οποίο επιστρέφει ο μπαμπάς;»
Κοιτάζω την οθόνη. Ακόμα, έχει έκτακτο δελτίο ειδήσεων. Δείχνει το σημείο της σύγκρουσης των δύο τρένων στα Τέμπη. Φωτιές, καπνοί. Άνθρωποι να τρέχουν. Πυροσβεστικά και περιπολικά και ασθενοφόρα με αναμμένους φάρους παντού. Μια κόλαση που θα μας στοιχειώνει αιωνίως.
Είναι 28 Φεβρουαρίου 2023 κι εγώ περιμένω τον Λέλεκα να πάρει τηλέφωνο ή να στείλει ένα μήνυμα.

Έχουν περάσει δύο χρόνια από τότε.
Μη διανοηθείς να το ξεχάσεις, του είχα πει. Αλλά, παρότι δεν έλαβα ποτέ κλήση ή sms από τον άντρα μου, εκείνος δεν με ξέχασε, τουλάχιστον όχι ακριβώς. Με ενημέρωσαν από την αστυνομία. Μου είπαν ότι είναι στο νοσοκομείο της Λάρισας. Στην εντατική. Διασωληνωμένος.
Πότε μάζεψα παιδιά και δυο ρούχα, πότε μπήκαμε στο αμάξι και πότε έφτασα στην Λάρισα, δεν θα τολμήσω να το απαντήσω. Το μυαλό μου λειτουργούσε σαν τρελό και το κακό ήταν ότι αυτό το περνούσα και στα παιδιά. Αλλά δεν μπορούσα να το ελέγξω.
Ο Λέλεκας, στο νοσοκομείο. Ό,τι δεν έπρεπε να συμβεί.

Τότε δεν σκεφτόμουν ότι η τραγωδία που είχε γίνει ήταν πολύ πιο σημαντική από έναν άνθρωπο, αλλά… fucκ, ήταν ο άνθρωπος που αγαπούσα! Που, παρά τις προβλέψεις των γιατρών και τις αιώνιες διαφωνίες με τους γονείς του και τους γονείς μου, εγώ είχα επιλέξει να τον παντρευτώ. Ήταν ο πατέρας των παιδιών μου.

Ο Λέλεκας ζούσε όταν φτάσαμε, αλλά δεν είχε τις αισθήσεις του. Ξύπνησε κάποια στιγμή και τον αγκαλιάσαμε και τον φιλήσαμε με όση προσοχή έπρεπε να επιδείξουμε. Κι εκείνος ήταν ήρεμος, κι ήμουν σίγουρη ότι δεν έφταιγαν μόνο τα φάρμακα. Διαβεβαίωσε πάμπολλες φορές τα παιδιά ότι είναι καλά. Εκείνα έκλαψαν, αλλά, και με τη δική μου βοήθεια, συνήλθαν.

Τον έβρισα και έκλαψα κι εγώ, όταν εκείνα κοιμούνταν. Κι αυτός, που δεν τον χωρούσε το κρεβάτι, μου απαντούσε ψύχραιμα και χαμογελαστά ενίοτε. Με κοιτούσε με τα πράσινα μάτια του κι εγώ του χάιδευα τα ξανθά μαλλιά του. Παίζαμε πάσες με την ελπίδα, αλλά και οι δύο ξέραμε ότι τα πράγματα δεν ήταν καλά. Δε χρειαζόταν να μου το επιβεβαιώσουν και οι γιατροί.

Όσο ήταν εκεί, έμαθα από έναν αστυνομικό πως ο Λέλεκας είχε βοηθήσει να απεγκλωβιστούν πέντε άνθρωποι, προτού καταρρεύσει από τις αναθυμιάσεις και την κόπωση. «Είναι ήρωας ο άντρας σας!» τόνισε. Μου έδειξε και μια φωτογραφία που είχε τραβήξει ένα αγόρι: έδειχνε έναν πανύψηλο, λιγνό άντρα να στέκεται κοντά στο κατεστραμμένο τρένο, απέναντι στις φλόγες, ξεπερνώντας τες σε ύψος. Εγώ, που επέστρεψα έξω από το δωμάτιό του και τον παρατήρησα έτσι ξαπλωμένος που ήταν και με κλειστά μάτια, έκλαψα κι άλλο, καθώς έλεγα μέσα μου Ανάθεμά σε, ρε Λέλεκα! Γιατί έπρεπε να παραστήσεις τον ήρωα;
Κακία; Λάθος μου; Ίσως. Αλλά αυτά σκέφτηκα εκείνο το βράδυ, ενώ ο άντρας μου πάλευε να ζήσει.

Ο Λέλεκας άντεξε δύο εβδομάδες, προτού πεθάνει σε εκείνο το νοσοκομείο.
Τον θάψαμε στο κοιμητήριο της περιοχής μας. Εγώ μπορεί να μην πίστευα, αλλά ο Λέλεκας πού και πού πήγαινε στην εκκλησία, οπότε θεώρησα σωστό να ταφεί. Ήρθαν και οι παλιοί συμμαθητές μας, κυρίως οι άντρες (από τις γυναίκες ελάχιστες, μόνο όσες είχαμε μια κάποια καλή σχέση). Αρχικά, ήθελα να τους σπάσω τα μούτρα που δεν είχαν ακυρώσει το reunion, αλλά ένιωθα υπερβολικά αδύναμη για κάτι τέτοιο. Κι ήταν και το ότι εντέλει κατάλαβα πως δεν έφταιγαν εκείνοι. Άλλοι είχαν την ευθύνη για το τραγικό δυστύχημα.
Τα τελευταία δύο χρόνια, έρχονται αυτή την ημέρα, για να τιμήσουμε τον Λέλεκα.

Κι όχι μόνο αυτοί, αλλά έρχονται και οι άνθρωποι που έβγαλε από το τρένο. Εκείνο το αγόρι που τράβηξε τη φωτογραφία έχει γίνει φίλος με τα παιδιά μου. Τους δείχνει συχνά τον πατέρα τους, του το ζητάνε τα ίδια, παρότι έχουν δει αυτή τη φωτογραφία πολλές φορές. Κατά κάποιον τρόπο, τα βοηθάει να θυμούνται ότι έκανε κάτι τόσο σημαντικό.

Ενίοτε πηγαίνουμε σε κάποιο από τα μέρη όπου συχνάζαμε με τον Λέλεκα και πίνουμε. Ξέρουμε βαθιά μέσα μας ότι αυτό θα ήθελε και εκείνος, ότι αυτό θέλει, να συνεχίσουμε. Όπως έκανε και ο ίδιος ο Λέλεκας, παρά την κατάσταση της υγείας του και τις απαγορεύσεις που του είχαν επιβληθεί.

Είμαι καλά. Ασφαλής. Τα χειρότερα πέρασαν. Έτσι μου είπε εκείνο το βράδυ. Κάποιες φορές, όταν είμαι μόνη, τον βρίζω για αυτά του τα λόγια, για αυτές τις ψεύτικες διαβεβαιώσεις. Πάνω απ’ όλα, τον βρίζω που δεν είναι πια δίπλα μας, όχι όπως θα θέλαμε, εννοώ.

Δεν ξέρω τι μου είναι χειρότερο, ο δικός μου εσωτερικός πόνος ή αυτός που βλέπω στα μάτια των παιδιών μου, που δε φαίνεται να έχει μειωθεί ό,τι προσπάθειες και να έχω κάνει;
Μερικές φορές, κάνοντας το ένα τσιγάρο μετά το άλλο, σε ένα διαμέρισμα που του λείπει ένα σημαντικό κομμάτι του, αναρωτιέμαι: Υπάρχει Θεός; Δεν υπάρχει;
Δεν έχω ιδέα.
Αν υπάρχει, όμως, θα πρέπει να έχει και τον Λέλεκα στο πλευρό Του. Αυτό θα ήταν δίκαιο, πιστεύω. Μαζί με όλους εκείνους τους ανθρώπους που χάθηκαν άδικα εκείνο το βράδυ, θα πρέπει να είναι και ο Λέλεκας. Είναι μια σκέψη που κάπως με παρηγορεί και την οποία επαναλαμβάνω στα παιδιά.

Καμιά φορά που στέκομαι μοναχή μου κοντά στο μνήμα του, θυμάμαι τι άλλο μου είπε τότε: Είμαι καλά, μωρό μου. Σε αγαπάω, ρε αγοροκόριτσο.
«Α, ρε Λέλεκα» λέω με εκείνη τη φωνή που εξαιτίας της με είχαν σταμπάρει ως αγοροκόριτσο. «Κι εγώ σε αγαπάω, ρε ψηλέ… ήρωα!».

Ρίνα Π.

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading