Δυο φορές τον χρόνο έβγαινε από το σπίτι. Ήταν γερή γυναίκα, ψηλή και νταρντάνα, και τράβηξε κουπί στη ζωή της: ποδαρόδρομο, κουβάλημα, σκάφη, καθάρισμα, δουλικό — «βοήθεια» το έλεγαν τότε — σε πλούσιους συγγενείς.
Έτσι ήταν άμα γεννιόσουν μέσα στη φτώχεια. Μα πώς αλλιώς; Πολλά παιδιά σε κάθε οικογένεια, κι όσα δεν πέθαιναν στη γέννα, στην κούνια ή αργότερα από κακουχίες, τραβούσαν όπως-όπως τον δρόμο τους. Πετρούλες στην κατηφόρα…
Οι πιο πολλοί τα κουτσοβολεύανε. Χαμοζωή οι ίδιοι, αλλά άφηναν μια «μαγιά» για την επόμενη γενιά: ένα κεραμίδι, ένα κομπόδεμα, ένα καλό όνομα. Άλλοι προκόβανε για τα καλά – γίνονταν αρχόντοι, καπεταναίοι – και τότε πια έπρατταν κατά την καρδιά τους.
Κάποιοι βοηθούσαν τους φτωχούς συγγενείς. Έπαιρναν τους γιους στα καράβια, προίκιζαν τις κόρες, έβαζαν δυο χρυσές στη χούφτα της θειάς που κακοπερνούσε. Άλλοι πάλι… ξεχνούσαν από πού κρατούσε η σκούφια τους. Σβήνανε οικογένειες, συγγένειες, αδελφοσύνες. Έριχναν μαύρη πέτρα πίσω τους.
«Όπως τα ’βγαλα πέρα εγώ, ας τα βγάλουν κι οι άλλοι. Δεν μου πέσανε απ’ τον ουρανό οι παράδες…».
Δύσκολο να καταλάβει ο χορτάτος τον πεινασμένο. Έτσι ήταν — κι έτσι είναι πάντα. Ο καθένας κατά τα έργα του.
Πολλοί χάνονταν στην ατυχία. Άλλοι δεν έπιαναν ποτέ την καλή, ή χειρότερα: το ’ριχναν στο πιοτό, στον τζόγο, στη μη-ζωή. Πες τους «αδύναμους χαρακτήρες», πες τους «ναυάγια της ζωής» — πες τους όπως θες. Μα καλύτερα ας μετράμε τα λόγια όταν μιλάμε για τα ανθρώπινα βάσανα. Τι έζησε ο καθένας, και αν το άντεξε ή όχι, κανείς απ’ έξω δεν το ξέρει. Ας μην το κρίνει, λοιπόν.
Δούλευε σαν δέκα άντρες στα γονικά της, «βοήθεια» στα σπίτια των συγγενών. Κι όταν πια πέρασε τον μεγάλο κάβο, μαζεύτηκε μια προικούλα κουτσά-στραβά, μπήκε και το πολυπόθητο στεφάνι, δόξα και τιμή… κι έγινε με τη βούλα «δούλα και κυρά».
Μα πιο πολύ δούλα, εδώ που τα λέμε.
Κερί αναμμένο στον άντρα της τον «γεμιτζή»*, στα πικραμένα πεθερικά της, ακόμη και στα παιδιά της — δεν ήθελε να τους λείψει τίποτα.
Η πρώτη της έξοδος ήταν στην Κηδεία του Χριστού. Μεγάλη Παρασκευή, πρωί. Νερό στο πρόσωπο, μαλλιά άσπρα σαν μπαμπάκι, τραβηγμένα πίσω, μαζεμένα σε κότσο μέσα στο φιλέ, και κολόνια Μυρτώ – λεμόνι – για τον Επιτάφιο.
Η μαύρη ρόμπα της δουλειάς – ξεβαμμένη απ’ τα χρόνια, στημένη απ’ το λάδι του τηγανιού, ξεθωριασμένη απ’ τις χλωρίνες – άλλαζε εκείνη τη μέρα με το καλό μαύρο φόρεμα και τα κλειστά, μαύρα παπούτσια.
Άλλο χρώμα δεν φόρεσε ποτέ. Κι όμως, δεν εξέπεμπε κάτι θλιβερό. Μυστήριο.
Εκείνη τη μέρα πήγαινε να τιμήσει τον Χριστό. Κούτσα-κούτσα, αλλά με επισημότητα.
Σκουντήματα στα εγγόνια που τα έπαιρνε ο ύπνος ως να ’ρθει η ώρα για την κοινωνία.
Κι όταν ακουγόταν το τροπάριο και γινόταν η αποκαθήλωση, μπλέκονταν τα δάκρυα όλων με τα δικά της.
Κάποτε, στα 38 της, ύστερα από μεγάλο ποδαρόδρομο κάτω από τον βασανιστικό ήλιο, γύρισε λαχανιασμένη στο σπίτι. Ανέσυρε νερό απ’ τη στέρνα — βρόχινο, παγωμένο. Ένιψε το πρόσωπο και έριξε και μια δεύτερη σίκλα* στα πόδια που φλέγονταν.
Κι εκεί — τα πόδια λύγισαν. Δεν υπάκουσαν. Σωριάστηκε σαν σακί. Χωρίς σημάδια, χωρίς προειδοποίηση. Παράλυτη απ’ τη μέση και κάτω.
Μια κραυγή που πνίγηκε, να μην τρομάξουν τα παιδιά! Πανικός! Ο Θεός να φυλάξει! Νέα γυναίκα να σακατευτεί! Τα παιδιά… τι θα γίνουν τα παιδιά; Παναγιά μου, σώσε!
Γνώσεις δεν υπήρχαν πολλές τότε, ένας γιατρός κρατούσε ολόκληρο το χωριό. Το μυστήριο κάλυψε το γεγονός. Ειπώθηκαν πολλά — σοβαρά και μη. Μπλέχτηκαν αρχαίες νύμφες του νερού, γεραγίδες* της λαϊκής παράδοσης, ματιάσματα, προσευχές, τάματα, επιστήμη και δεισιδαιμονία, όλα ένα κουβάρι. Μα η αιτία δεν βρέθηκε.
Τον έλεγχο των ποδιών της τον ανέκτησε έναν χρόνο αργότερα — ύστερα από κλινικές και ιαματικά λουτρά. Μα την εμπιστοσύνη, ποτέ ξανά. Περπατούσε διστακτικά, δύσκολα, με μπαστούνι. Για σιγουριά.
Η δεύτερη έξοδος του χρόνου ήταν το καλοκαίρι.
Σταματούσε το ταξί έξω απ’ την πόρτα, να τα πάει — τα εγγόνια — στο θέατρο.
Νωρίς-νωρίς, μέσα στο λιοπύρι, οι ταξιθέτριες τους τακτοποιούσαν στις πλαστικές καρέκλες, πριν έρθει ο πολύς κόσμος.
Γρανίτα φράουλα στο πλαστικό. Ανυπομονησία. Χορός και μουσική. Γνωστοί και λιγότερο γνωστοί ηθοποιοί, σκετς και νούμερα. Γέλια, ξεφωνητά, η καρδιά να χτυπά πιο δυνατά. Παλαμάκια, ενθουσιασμός. Επιθεώρηση! Η πιο λαϊκή διασκέδαση.
Προσιτή για όλους — ακόμη και τους πιο φτωχούς.
Κι όμως… τα μάτια έλαμπαν. Στόματα μισάνοιχτα απ’ τον θαυμασμό. Τραγούδια, ατάκες, σάτιρα.
Και η γιαγιά να γελάει. Συγκρατημένα πάντα, γιατί η γενιά της μεγάλωσε με τον φόβο πως τα γέλια θα τους βγουν ξινά. Μα η χαρά φαινόταν. Ήταν εκεί.
Το καλοκαιρινό θέατρο με τη γιαγιά — γραπωνόταν γερά στο μυαλό σου. Χάραζε την καρδιά σου.
Τίποτα, κανένα θέαμα, δεν το ξεπέρασε ποτέ.
Είχε μια γλύκα, μια αθωότητα, μια ξεγνοιασιά εκείνη η εκστρατεία.
Δύο ήταν οι έξοδοι της γιαγιάς. Κι ήταν τόσο διαφορετικές η μία απ’ την άλλη.
Τόσο όμοιες, όμως, με εκείνη. Τη γυναίκα που πέρασε θάλασσες για να γίνει η ίδια λιμάνι.
Που έβαλε τον εαυτό της τελευταίο γιατί τον είχε τάξει στο να μοιράζει αγάπη.
Όχι, δεν ήταν τίποτα το ξεχωριστό η γιαγιά αυτή.
Ήταν μια μαχήτρια της στοργής και της τρυφερότητας, σαν πολλές άλλες γιαγιάδες.
Ασπασία Κουρέπη
*γεμιτζής = Προέρχεται από την τουρκικών λέξη gemicci που σημαίνει “ναυτικός” ή “άνθρωπος του πλοίου”
*η σίκλα = από την αρχαία ελληνική σίκλος, ο κουβάς
*οι γεραγίδες = μυθικά όντα, συνήθως νεράιδες όμορφες αλλά και επικίνδυνες για τους ανθρώπους, συνδέονται με το υγρό στοιχείο
