Ο Αλέξανδρος καβάλησε την μηχανή του, έτοιμος να ξεκινήσει ένα μοναδικό ταξίδι ζωής που ονειρευόταν από τα παιδικά του χρόνια. Στα εικοσιπέντε του χρόνια, νέος, ψηλός, όμορφος, με τα λεπτά χαρακτηριστικά αρχαίου αγάλματος, καστανός, με μαλλιά μέχρι τον ώμο, ένας άντρας που δεν πέρναγε απαρατήρητος. Μορφωμένος, με πτυχίο στα οικονομικά, με δουλειά εξασφαλισμένη, κληρονομιά από τον πατέρα του, μπορούσε να έχει όλον τον κόσμο στα πόδια του. Εκείνος όμως ήθελε να γνωρίσει και άλλα πράγματα πριν εγκατασταθεί πίσω από ένα γραφείο στο ρετιρέ ενός ουρανοξύστη στις εγκαταστάσεις του Ελληνικού.
Είχε οργανώσει τα πάντα, την διαδρομή για την Βόρεια Ελλάδα, Πρέσπες, και μετά ποιος ξέρει, ίσως και έξω από τα σύνορα. Θα ξεκινούσε από την Αθήνα στα μέσα Ιουνίου και θα επέστρεφε αρχές Σεπτέμβρη, δύο ολόκληροι μήνες μακριά από οικογενειακές υποχρεώσεις, που για άλλους φάνταζαν σαν μια καλή ευκαιρία να χωθούν στην καλή κοινωνία και να λύσουν τα όποια προβλήματα τους, κυρίως οικονομικά. Για εκείνον όμως μία ζωή με πολλά come if faut (όπως πρέπει), ήταν ένα βάρος από την μικρή του ηλικία, όταν ντυνόταν με παντελόνι μακρύ, πουκάμισο λευκό και γραβάτα τις Κυριακές στο μεσημεριανό τραπέζι και πάντα είχε την απορία γιατί ο γιος του κηπουρού μπορούσε να φοράει σορτς και μπλούζα και να παίζει μπάλα με τα άλλα παιδιά, ενώ εκείνος ήταν υποχρεωμένος να μαθαίνει σκάκι από τα πέντε του. Η καταγωγή του, δεν του επέτρεπε τέτοιου είδους παρέες, έτσι του έλεγε ο πατέρας του, ωστόσο είχε καταλάβει από τα δέκα την δύναμή του κι ας ήταν μικρός στα χρόνια. Ο μοναδικός κληρονόμος μιας μεγάλης περιουσίας, μπορούσε και είχε την ικανότητα να χειρίζεται τα συναισθήματα κυρίως της μητέρας του, που δεν του χάλαγε χατίρι.
– Μα εγώ θέλω να είμαι με τον Μιχαλάκη!, είπε μία μέρα στην μάνα του. Να βγαίνω κι εγώ να κάνω ποδήλατο τα απογεύματα, να παίζω μπάλα και με τα άλλα παιδιά στον δρόμο!
Τι πιο φυσικό, μπάλα, ποδήλατο, μπουγέλα το καλοκαίρι… Ένα μεσημέρι Κυριακής, ο Αλέξανδρος μπήκε στο σαλόνι, εκεί που όλοι ήταν καθισμένοι με τα καλά τους, καλεσμένοι και γονείς, βουτηγμένος ολόκληρος μέσα στην λάσπη. Προσπάθησε να τους αποφύγει, αλλά το μάτι του πατέρα του έπεσε κατευθείαν επάνω του.
– Μα πώς είσαι έτσι, μέσα στα χώματα; Πήγαινε κατευθείαν να πλυθείς και να αλλάξεις, έχεις δέκα λεπτά καιρό!, είπε ο πατέρας του αγριεμένος.
Η μάνα κίνησε να τρέξει από πίσω του, αλλά κάθισε στην θέση της ύστερα από το αγριεμένο νεύμα του άντρα της.
Ο θείος του, ο Δημήτρης, έβαλε τα γέλια, “μα καλά, αφήστε το παιδί να παίξει! Αν δεν λερωθεί τώρα, πότε θα το κάνει;”.
Από εκείνη την ημέρα, ο Αλέξανδρος είχε δύο συμμάχους, την μητέρα του και τον θείο του. Το πέρασμα στην εφηβεία ήταν επεισοδιακό, το ίδιο και η καθημερινότητά του, η μεσημεριανή επίσκεψη στο σπιτάκι του κήπου προηγείτο από εκείνο του σπιτιού του, πολλές φορές έτρωγε από το φαγητό που του προσέφεραν, τα γεμιστά ήταν η αδυναμία του.
– Βέβαια δεν είναι τόσο πλούσια τα ελέη σαν τα δικά σας…, του έλεγε η κυρία Ελένη, η μητέρα του φίλου του.
Και ο νεαρός τα κατάπινε με την λαχτάρα του πεινασμένου, γιατί τέτοιες γεύσεις δεν είχε ποτέ του δοκιμάσει. Όλο ψητά κρέατα, ψάρια και Foie gras έτρωγε από μικρός, πού ακούστηκε μικρό παιδί να τρώει λιωμένα συκωτάκια;
Τα χρόνια πέρασαν, έφηβοι πια, δύο φίλοι από διαφορετικές οικογένειες με μεγάλο χάσμα, άλλη κουλτούρα, άλλα βιώματα, όμως αυτές οι διαφορές δεν διέλυσαν μία φιλία χρόνων. Αντιθέτως την έβγαλε αλώβητη από πολλές κακοτοπιές και λόγια που πληγώνουν.
Όταν ο Αλέξανδρος πάτησε τα δεκαοκτώ, ο πατέρας του τον έστειλε στην Αγγλία να σπουδάσει οικονομικά και μετά ακολούθησε ένα αξιόλογο μάστερ. Τα καλοκαίρια όταν ερχόταν στην Ελλάδα, έτρεχε να βρει τον φίλο του και να φάει μαζί του ό,τι καλό είχε φτιάξει η μάνα του. Ο Μιχάλης, νεαρός πια με ξανθά σπαστά μαλλιά και γαλανά μάτια, σπούδαζε πληροφορική στο Πανεπιστήμιο του Πειραιά. Ήταν ο πρώτος από την οικογένειά του που είχε καταφέρει να προχωρήσει στις γνώσεις του και οι γονείς του καμάρωναν για αυτό. Το πρωί σχολή, το βράδυ σερβιτόρος, να ελαφρύνει τους γονείς από τα έξοδά του και με πολύ μεγάλη οικονομία αγόρασε και την πρώτη του μηχανή. Μάταια ο φίλος του του έδινε χρήματα για να τον βοηθήσει, εκείνος αρνιόταν, όπως πάντα, κάθε προσφορά από εκείνον, δεν ήθελε η γνωριμία τους να έχει κανένα οικονομικό όφελος. Οι δύο άντρες πια, ο καθένας με την μοίρα του, θα διάλεγαν διαφορετικούς επαγγελματικούς δρόμους, όμως είχαν ένα κοινό όνειρο από τα εφηβικά τους χρόνια: Στο τέλος των σπουδών, πριν αρχίσουν οι επαγγελματικές υποχρεώσεις, να πάνε ένα ταξίδι μαζί με τις μηχανές τους, ένα ταξίδι ζωής όπως έλεγαν που θα τους έμενε αξέχαστο, για να έχουν αργότερα τις αναμνήσεις να τις θυμούνται τα βράδια στον κήπο του μικρού σπιτιού πίνοντας την μπύρα τους και τρώγοντας τους μεζέδες που θα είχε φτιάξει η κυρία Ελένη.
Ως εκ θαύματος, ο πατέρας του Αλέξανδρου δεν είχε φέρει καμία αντίρρηση, δεν είχε κανένα παράπονο από τον γιο του και ο Μιχάλης είχε αποδείξει την φιλία του τελικά στο πέρασμα των χρόνων. Αναγνώριζε την αξία του και ότι μέχρι τώρα δεν είχε εκμεταλλευτεί τον γιο του, όποτε η καρδιά του είχε μαλακώσει. Ο λαός λέει πολύ σοφά… “όταν ο άνθρωπος κάνει σχέδια, ο Θεός γελάει”. Στην περίπτωση των δύο φίλων, δεν ξέρει κανείς τι παιχνίδια έπαιξαν οι μοίρες όταν γεννήθηκε ο Μιχάλης, τι γράφτηκε στο βιβλίο της ζωής του μέχρι τα είκοσι τρία του…
Ήταν ένα μεσημέρι του Γενάρη, είχαν πέσει χιόνια στην Αθήνα και οι δρόμοι γλιστεροί, κατεβαίνοντας την Βασιλίσσης Σοφίας, ένας οδηγός αυτοκινήτου έχασε τον έλεγχο και έπεσε πάνω στην μηχανή που οδηγούσε. Η σύγκρουση σφοδρή και μοιραία, το αποτέλεσμα θανατηφόρο. Ένα παιδί με όνειρα, με αξίες ζωής, ένας επίγειος θησαυρός, βρέθηκε σε δευτερόλεπτα σε μία άλλη διάσταση. Στην κηδεία του οι φίλοι του ντυμένοι στα λευκά μοίρασαν κουφέτα, ο Αλέξανδρος απαρηγόρητος, είχε χάσει το άλλο του μισό. Είτε έχεις λεφτά πολλά είτε όχι, ένα είναι το συμπέρασμα, όλοι είμαστε περαστικοί από αυτό που λέγεται ζωή, την οποία πρέπει να την εκτιμούμε και να την ζούμε καθημερινά. Οι γονείς του απαρηγόρητοι, η κοπέλα του το ίδιο, συντετριμμένοι και οι δικοί του γονείς, που μέσα σε μία μέρα κατάλαβαν την ματαιότητα των χρημάτων και του πλούτου. Ένα παιδί είχαν και δεν ήθελαν να το χάσουν κι αυτό με την αυταρχική τους συμπεριφορά. Πώς αλλάζουν τα πράγματα… να γύριζε ο χρόνος πίσω να ξαναπαίξουν τα δύο αγόρια και να κυλιστούν στις λάσπες, να ανταλλάξουν παιχνίδια, να κοιμηθούν στο ίδιο κρεβάτι, να φάνε τα γεμιστά της κυρίας Ελένης. Το θετικό από αυτή την ιστορία, ήταν ότι ο Μιχάλης, ύστερα από την γενναία απόφαση των γονιών του, έδωσε ζωή σε άλλους συνανθρώπους του σαν δωρητής οργάνων. Μάτια, νεφρά και συκώτι, τοποθετήθηκαν σε ασθενείς που ζητούσαν απεγνωσμένα μία δεύτερη ευκαιρία ζωής.
Ένας χρόνος πέρασε από εκείνη την ημέρα και ο Αλέξανδρος το μόνο που έκανε ήταν να ξυπνάει αργά και να κοιμάται τις πρωινές ώρες, δεν έβγαινε από το σπίτι παρά μόνο για να πάει στο νεκροταφείο, στον τάφο του φίλου του ή στο σπιτάκι του κήπου να κάνει παρέα στους γονείς του.
Ήταν το βράδυ της Ανάστασης, τα βεγγαλικά είχαν γεμίσει τον ουρανό από νωρίς με τα κόκκινα έντονα χρώματα, οι μυρωδιές από τις πασχαλιές και τις βιολέτες γέμιζαν τα ρουθούνια μαζί με την μυρωδιά από το λιβάνι που καίει στον ναό. Πήγε στην εκκλησία εκείνη την φορά χωρίς να έχει κανονίσει καμία έξοδο όπως τις προηγούμενες χρονιές, τώρα δεν τον ένοιαζαν αυτά, οι βόλτες και τα ξενύχτια έμοιαζαν μακρινό παρελθόν. Για πρώτη φορά στην ζωή του έμεινε στην λειτουργία και μετά το ‘Χριστός Ανέστη’. Είχε μείνει ο μισός κόσμος στον ναό, τα αναστάσιμα τροπάρια ακούγονταν μελωδικά και έδρασαν σαν φάρμακο σωτήριο, όλα τα λόγια που άκουγε για πρώτη φορά μιλούσαν για την ζωή μετά θάνατον. Σαν να κουνήθηκε η γη κάτω από τα πόδια του, πώς είναι δυνατόν να ζει κανείς ενώ έχουν παύσει όλες οι αισθήσεις και το σώμα κείται νεκρό; Μα τι λένε τώρα αυτοί; Ένα σμήνος από απορίες γέμισαν το μυαλό του, όμως για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό αισθάνθηκε μια ανεξήγητη γαλήνη. Ήταν το πρώτο βράδυ που κοιμήθηκε ήρεμος, ονειρεύτηκε ότι βρισκόταν σε μία βάρκα με καπετάνιο τον Μιχάλη, τι χαρά που πήρε, ήταν ολοζώντανος, με τα ωραία του ρούχα, με τα μάτια να λάμπουν, μέσα σε ένα φως δυνατό!
– Εκεί που είμαι εγώ, εσύ δεν μπορείς να έρθεις τώρα, του είπε με γλυκιά φωνή. Θα αργήσεις να με βρεις, αλλά όταν έρθει η ώρα θα είμαι εκεί και θα σε περιμένω. Να πας το ταξίδι μόνος σου, θα σου έχω και μια έκπληξη. Μην φοβάσαι, πήγαινε.
– Μιχάλη μου! Φίλε μου! κι έκανε να τον πιάσει μην του φύγει.
Μα τι όνειρο ήταν αυτό, τόσο ζωντανό!
Η εικόνα χάθηκε στο λεπτό και ο Αλέξανδρος ξύπνησε με τα λόγια του φίλου του να ηχούν στα αυτιά του. Είχε δίκιο ο Μιχάλης, έπρεπε να κάνει κάτι, πώς θα περνούσε όλη την υπόλοιπη ζωή του χωμένος στο πένθος; Σηκώθηκε από το κρεβάτι, ήταν τόσο διαφορετικό εκείνο το πασχαλιάτικο πρωινό! Όταν κατέβηκε στην τραπεζαρία βρήκε τους γονείς του να πίνουν τον καφέ τους, τους καλημέρισε και τους ανακοίνωσε ότι θα έφευγε για λίγο καιρό με την μηχανή του. Ήταν τόσο ήρεμος, σαν να μην είχε συμβεί τίποτε που θύμιζε θάνατο.
Δύο μήνες πέρασαν γρήγορα και επιτέλους το καλοκαιράκι είχε φτάσει μαζί με την ανεμελιά του. Όλα ήταν έτοιμα επιτέλους, το ημερολόγιο έδειχνε 21 Ιουνίου, μαζί με το θερινό ηλιοστάσιο, στην μεγαλύτερη μέρα του χρόνου, αυτή διάλεξε για να ξεκινήσει το ταξίδι του. Η μηχανή γυαλισμένη, με τα λιγοστά πράγματα που πήρε μαζί του, έτοιμος να βρει τον εαυτό του, να ανακαλύψει ωραίους προορισμούς, πράσινα τοπία, Γρεβενά, Καστοριά.
Φτάνοντας στον Άγιο Γερμανό, στάθηκε στην πλατεία του χωριού, ένας ελληνικός καφές ήταν ό,τι έπρεπε. Θα έμενε για λίγο και μετά Πρέσπες, όπου θα έμενε λίγες μέρες για να περάσει μετά στην Αλβανία και μετά θα κατέβαινε Ιταλία μέχρι κάτω την Αγκόνα για να περάσει στην Ελλάδα. Πόσο καιρό θα του έπαιρνε δεν ήξερε, δεν βιαζόταν εξάλλου. Ήθελε να απολαύσει το ταξίδι, να ρουφήξει τις εικόνες μέσα του και να τις κλείσει καλά μην του φύγουν. Πολλές φορές έπιανε τον εαυτό του να μιλάει με τον φίλο του σαν να είναι δίπλα και μοιράζονται τις εντυπώσεις του ταξιδιού.
Ο καφές ήρθε σερβιρισμένος σε μία διπλή κούπα με παξιμάδια και λίγο τυρί από τα χέρια μιας κοπέλας με γαλανά μάτια. Ήταν σαν να έβλεπε τον φίλο του, το ίδιο χρώμα είχαν τα μάτια τους, νόμιζε ότι την ήξερε από παλιά. Αφού ήπιε την πρώτη γουλιά, γύρισε στην άγνωστη, ρωτώντας την από πού ήταν. Κάτι σε αυτήν του έμοιαζε παράξενο, αισθάνθηκε μία οικειότητα τόσο ανεξήγητη! Είχε έρθει από την Γαλλία, από την Μασσαλία πριν χρόνια, βρέθηκε τυχαία στην περιοχή που της άρεσε τόσο πολύ, μέχρι που τα παράτησε όλα, την καλή της θέση, τις ανέσεις, την οικογένεια που έβλεπε μόνο στις γιορτές και μετακόμισε χωρίς ενδοιασμούς σε αυτό το απόμακρο μέρος της Ελλάδας κοντά στα σύνορα με την Αλβανία, δίπλα στις Πρέσπες, που τόσο την είχαν μαγέψει από την αρχή. Του διηγήθηκε την σκληρή ζωή της στην Γαλλία σαν οικονομικός σύμβουλος σε μία μεγάλη κατασκευαστική εταιρεία, σαν εκείνη του πατέρα του, οι απαιτήσεις και οι υποχρεώσεις την είχαν απομακρύνει από τις μικρές χαρές, τις καθημερινές. Ένιωσε σαν να είχε ξαναγεννηθεί σε εκείνο το ορεινό, απόμακρο αλλά τόσο γραφικό χωριό και για να νιώθει ότι ανταποδίδει τα δώρα που λάμβανε, άνοιξε ένα μικρό λαογραφικό μουσείο εκθέτοντας μικρά αλλά σπουδαία ευρήματα από την παλιά, ξεχασμένη ζωή του παρελθόντος, όπως λάμπες, καρέκλες, υφαντά, κουζινικά και πολλά άλλα. Ο Αλέξανδρος την κοιτούσε στα μάτια χωρίς ανάσα. Βρήκε εκεί στο πουθενά έναν άλλον άνθρωπο με τις ίδιες ιδέες για την ζωή, έναν άνθρωπο με το χαμόγελο στα χείλη, που του άρεσε να ζει μέσα στην φύση ειρηνικά, περπατώντας στα μονοπάτια του δάσους ακόμη και τους χειμερινούς μήνες που το χιόνι κάλυπτε τα βουνά. Η μία λέξη έφερε την άλλη, έτσι αποφάσισε να παρατείνει την διαμονή του στο χωριό, ευτυχώς υπήρχε ένα παραδοσιακό κατάλυμα για να μείνει και οι μέρες πέρασαν τόσο ευχάριστα, η παρέα με την Υβόννη, αυτό ήταν το όνομα της ξένης με τα γαλανά μάτια, ήταν ό,τι καλύτερο του είχε συμβεί τα τελευταία δύο χρόνια. Δύο μήνες είχαν περάσει από την βραδιά που είχε ονειρευτεί τον αγαπημένο του φίλο, η ηρεμία πια φαινόταν στο πρόσωπό του, ένιωθε μια παράξενη δύναμη να τον απομακρύνει από όλες τις στεναχώριες.
– Θες να έρθεις να με βρεις στην Αθήνα καμιά μέρα;, την ρώτησε με πολύ απλό τρόπο. Ξέρω θα είσαι έξω από τα νερά σου, αλλά ποτέ δεν ξέρεις, ίσως να σου αρέσει. Πάντως αν βαρεθείς εδώ, υπάρχει μία θέση για σένα στην εταιρεία του πατέρα μου, στην οποία θα ανήκω κι εγώ στο δυναμικό της σε λίγο καιρό. Ό,τι έκανες στην Γαλλία θα μπορείς να το κάνεις και σε μας.
Τι έκπληξη ήταν αυτή! Μια δελεαστική πρόταση την οποία την έβαλε στο πίσω του μυαλού της.
-Ίσως να έρθεις εσύ επάνω, να μείνεις εδώ. Δεν θα σου άρεσε να κάνεις μία νέα έδρα στα βόρεια της χώρας, για να έχεις πρόσβαση στους γείτονές σας και να αναλάβεις καινούρια κατασκευαστικά έργα; Για σκέψου να είσαι ένα με την φύση και να δημιουργείς! πέρασε στην αντεπίθεση η Υβόννη.
‘Τελικά είναι πολύ έξυπνη!’, σκέφτηκε ο Αλέξανδρος.
Το επόμενο Πάσχα τον βρήκε στον μαγευτικό Άγιο Γερμανό, είχε μόλις εγκατασταθεί σε ένα παραδοσιακό σπίτι με πέτρινους τοίχους και κεραμιδένια σκεπή. Το ένα δωμάτιο θα ήταν το γραφείο του προσωρινά και θα δούλευε τα νέα του σχέδια για το μουσείο του χωριού. Η Υβόννη στάθηκε στο πλευρό του σαν φίλη, σαν το άλλο του μισό από την αρχή της γνωριμίας τους και στο τέλος έγινε η σύντροφός του και επίσημα η γυναίκα του. Σε λίγους μήνες θα έφερνε στον κόσμο το πρώτο τους παιδί που ήταν αγόρι και γεννήθηκε αρχές Αυγούστου, στις 6 του μήνα, την ίδια μέρα που είχε γεννηθεί και ο φίλος του. Τι σύμπτωση! Η χαρά που έφερε σε όλους αυτό το παιδί δεν περιγράφεται με λόγια, οι γονείς του Μιχάλη το έβλεπαν σαν εγγόνι τους, οι γονείς του Αλέξανδρου ένιωσαν την μεγαλύτερη ευγνωμοσύνη στον Θεό για το δώρο που τους έδωσε, αυτή την φορά δεν θα ήταν το ίδιο αυστηροί μαζί του, ούτε θα το μάθαιναν να τρώει foie gras, μόνο σπιτικά μαμαδίστικα φαγητά σαν εκείνα της κυρίας Ελένης. Όσο μεγάλωνε το μωρό, τόσο το χρώμα των ματιών του ήταν ανοιχτό, στο τέλος κατέληξε γαλανό σαν εκείνο του φίλου του. Ήταν η συνέχειά του τελικά, ο άνθρωπος δεν πεθαίνει όσο τον θυμούνται οι δικοί του και ο Μιχάλης θα έμενε στην καρδιά όλων για πολλά ακόμη χρόνια! Η βάρκα στην οποία ήταν καπετάνιος, θα έμενε δεμένη και θα έβγαινε από το λιμάνι της πολύ αργότερα.
Δήμητρα Καμπόλη
