[Σημείωση: Αυτό το χρονικό διάστημα, δημοσιεύονται τα τελευταία κεφάλαια της «Κόμισσας». Στο μεταξύ, δημοσιεύονται και μερικά κείμενα από το αγγλικό μυθοπλαστικό περιοδικό Weird Literature, του Τζον Μπάρλοου (που είναι χαρακτήρας από το σύμπαν της «Κόμισσας»).
Το παρόν κείμενο, όπως και άλλα που θα δημοσιευτούν με τον γενικό τίτλο ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «WEIRD LITERATURE», αποτελεί μια αυτόνομη σειρά αυτοτελών διηγημάτων.
Οι ιστορίες ΔΕΝ θα προέρχονται από τα ίδια τεύχη του περιοδικού (πχ δεν θα δημοσιευτούν όλα τα διηγήματα του Τεύχους του Ιουλίου του 1872), γιατί θέλω να καλυφτεί ένα μεγάλο χρονολογικό εύρος.
Κάτι σημαντικό: ΔΕ χρειάζεται να έχετε διαβάσει την «Κόμισσα», για να διαβάσετε αυτές τις ιστορίες. Είναι ανεξάρτητες της πλοκής της «Κόμισσας».
Αν υπάρξει οποιαδήποτε αλλαγή, αν δηλαδή κάποιο διήγημα συνδέεται πιο άμεσα με το μυθιστόρημα ή/και αν κάποια διηγήματα συνδέονται μεταξύ τους, τότε θα υπάρξει και αντίστοιχη Σημείωση.
Το «Weird Literature», ο δημιουργός του (Τζον Μπάρλοου) και όσα άλλα πρόσωπα/συγγραφείς αναφέρονται σε αυτή τη σειρά κειμένων, καθώς και οι ίδιες οι ιστορίες, είναι προϊόντα δικής μου επινόησης.]
*
Ο ιππότης Ράντολφ εναντίον του Δράκου
του Φρανσουά Λαμέρ
(Τεύχος Μαρτίου, 1899, σελ. 10-18)
Αγαπητέ αναγνώστη,
Η δεύτερη ιστορία του μεσιέ Λαμέρ που δημοσιεύουμε στο περιοδικό μας είναι και ένα ιδιαίτερο παραμύθι. Όπως και στην πρώτη του ιστορία («Το κυνήγι του φονιά του Παρισιού», Τεύχος Μαρτίου, 1891, σελ. 22-30), ο συγγραφέας πηγαίνει την ιστορία σε ένα μονοπάτι που το κοινό δεν περιμένει, που δεν θα περίμενε κανείς αν λάμβανε υπόψη του και το προηγούμενο διήγημα του μεσιέ Λαμέρ, κι αυτό μόνο ως καλό το λέω.
Μπορεί, βέβαια, αγαπητέ αναγνώστη, να απογοητευτείς ή και να θυμώσεις με το φινάλε της ιστορίας, όμως μη βιαστείς να κρίνεις. Σκέψου πρώτα όσα διαδραματίστηκαν πριν το τέλος και μετά αποφάσισε αν ταιριάζει ή αν δεν μπορείς να το δεχτείς. Σκέψου τον Ράντολφ και όλους τους Ράντολφ αυτού του κόσμου, τι περνούν, τι νιώθουν κλπ. Κάπου βαθιά μέσα σου, ίσως έχεις αισθανθεί κάτι αντίστοιχο ή μπορεί να έχεις γνωρίσει κάποιον που βίωνε κάτι αντίστοιχο. Τι θα ήθελε να του συμβεί, αγαπητέ αναγνώστη; Τι θα ήθελες να σου συμβεί αν ήσουν στη θέση αυτού του ιππότη;
Κλαρκ Μέιχεμ
Μια φορά και έναν καιρό, υπήρχε ένας γέρος ιππότης, ο Ράντολφ ο Αφοσιωμένος, όπως τον είχε ονοματίσει ο βασιλιάς. Είχε ζήσει μεγαλεία και είχε δοξαστεί σε πολέμους, σκοτώνοντας πλήθη εχθρικών στρατιωτών δίχως να διστάζει, τιμώντας πάντα τον βασιλιά και τη χώρα του. Ο Ράντολφ εφορμούσε πάντα μαζί με τους πρώτους ιππείς του τάγματος, ενδεδυμένος τη βαριά πανοπλία του, βαστώντας στο ένα χέρι το ακόντιό του, στο άλλο την ασπίδα του και έχοντας το σύμβολο του βασιλείου του χαραγμένο στο θώρακα που προστάτευε το στήθος του. Είχε υπερασπιστεί το βασιλιά και τη χώρα του ακόμα και απέναντι σε ομοεθνείς του, που ενίοτε στρέφονταν κατά του βασιλιά. Ο Ράντολφ ήταν αφοσιωμένος και πάντα θα ήταν.
Όμως, η ζωή του, ακόμα και χωρίς τους πολέμους, ήταν δύσκολη. Ο Ράντολφ ποτέ δεν θεωρήθηκε όμορφος νέος και οι άλλοι τον απέφευγαν. Τα μαύρα μαλλιά του ή τα πρασινωπά μάτια του ή το ευθυτενές κορμί του άρεσαν στις κυρίες του λαού του, αλλά το σχήμα του προσώπου του και οι διάφορες ουλές που είχε αποκτήσει από τις κακουχίες (και από τους πολέμους, μα και νωρίτερα, όντας παιδί, από τους σατράπηδες γονείς του), είχαν αλλοιώσει την εμφάνισή του.
Όμως, ήταν γενναίος και πάντα υπερασπιζόταν τους αδύναμους, δίχως να φοβάται για τον εαυτό του. Είχε αντιμετωπίσει άντρες πολύ πιο μεγαλόσωμους από τον ίδιο και, παρά τις ουλές και τους μώλωπες που είχε αποκτήσει, δεν έχασε το θάρρος του.
Αν ήταν κάποιος άλλος, κάποιος λιγότερο ικανός, δεν θα γινόταν ποτέ ιππότης στην υπηρεσία του βασιλιά του, και το ήξερε καλά ο Ράντολφ. Αλλά δεν θα άλλαζε το παραμικρό στη μοίρα του, ακόμα και αν δεν νυμφεύθηκε και δεν απέκτησε ποτέ του παιδιά. Ζούσε για τον άρχοντά του και την προστασία της πατρίδας του. Ο Ράντολφ έκανε τα πάντα για να μη βιώσει ποτέ η χώρα του το σκοτάδι της ήττας, των λεηλασιών, των νεκρών και του πνιγμού από το αίμα των ίδιων της των κατοίκων.
Τα χρόνια, όμως, πέρασαν ανεπιστρεπτί και ο Ράντολφ, που είχε αποκτήσει λευκά μαλλιά, τα οποία είχαν αραιώσει καθώς μεγάλωνε, αναγκάστηκε να αποσυρθεί και να ζήσει πιο ήρεμα, έχοντας εξασφαλίσει το όποιο μέλλον του είχε καθορίσει ο Θεός. Ζούσε πλέον σε ένα από τα πιο όμορφα σπίτια της πολιτείας του, φροντίζοντας τον κήπο και τα λιγοστά ζώα του, με πιο αγαπημένο, βέβαια, το άτι του, το οποίο καβαλίκευε ενίοτε, για να κάνει τη βόλτα του. Οι άλλοι άνθρωποι τον χαιρετούσαν, φυσικά, όταν τον έβλεπαν, αναγνωρίζοντας ποιος είναι και τι είχε κάνει για αυτούς, αλλά γενικά τον απέφευγαν: η όψη του τους τρόμαζε.
Ένα απόγευμα που ο Ράντολφ βρισκόταν σε μια ταβέρνα που μύριζε αλκοόλ, ιδρώτα και κρέας, και δειπνούσε, πίνοντας και δροσερή μπίρα, άκουσε κάποια λόγια από τα γύρω τραπέζια, όπου κάθονταν άλλοι άντρες, οι οποίοι ήταν ολοφάνερα φοβισμένοι. Μιλούσαν χαμηλόφωνα, όμως έφτασαν στα αυτιά του Ράντολφ κάποιες λέξεις, που ήταν ξεκάθαρα ανησυχητικές: τρομερός δράκος, νεκροί, χωρίς να υπάρχει αίμα παραδόξως, ζει σε μια σπηλιά στα βόρεια, κοιμάται την ημέρα, κυνηγάει τη νύχτα…
Ο Ράντολφ σκέφτηκε μήπως οι άντρες υπερέβαλλαν, μήπως οι ιστορίες που άκουγαν μικροί είχαν επηρεάσει τον λογισμό τους, όμως πόσοι από δαύτους να είχαν ξεκουτιάνει από τις φήμες; Και ο ίδιος είχε ακούσει για σκοτωμένους ανθρώπους ή για εξαφανισμένους, αλλά ήξερε ότι η φρουρά είχε επιληφθεί της κατάστασης και ήταν θέμα χρόνου μέχρι να συλληφθούν και να τιμωρηθούν οι ένοχοι. Οπότε δεν είχε λόγο να αναμειχθεί ο ίδιος. Και ήταν και το ότι είχε μεγαλώσει πολύ για να κυνηγάει φονιάδες. Ή μήπως οι εικασίες τους ήταν πιο σωστές απ’ όσο θα ήθελε να πιστέψει εκείνος; Ο Ράντολφ πλησίασε κάποιους από αυτούς τους θαμώνες, για να τους ρωτήσει κι άλλα, όμως οι άντρες φάνηκαν να μαζεύονται μακριά του και γενικά να μην τον θέλουν στην παρέα τους, κάτι που το είχε ζήσει ξανά και ξανά ο Ράντολφ, οπότε και απλά ζήτησε συγνώμη και επέστρεψε στην θέση του, προσπαθώντας να ξεχάσει το θέμα.
Αλλά, καθώς ίππευε μέχρι το σπίτι του, μες στην ξάστερη νύχτα, η σιγαλιά που επικρατούσε τριγύρω, που μόνο ο βραδινός αέρας και οι οπλές του αλόγου του ακούγονταν, κάτι παλιό ξύπνησε μέσα στην καρδιά του Ράντολφ: Εκείνος ο ενθουσιασμός, η έξαψη της αφοσίωσης και η πίστη στο καθήκον• η απειλή της μάχης και η ικανοποίηση της κατατρόπωσης του εχθρού• οι επευφημίες και η δόξα. Του είχαν λείψει όλα αυτά και η ψύχη του ήξερε πόσο ποθούσε να τα ζήσει ξανά, έστω και για μια τελευταία φορά.
Πήγε στο σπίτι του και έψαξε στο δωμάτιο που ετοιμαζόταν πάντα. Αγνόησε την ησυχία που επικρατούσε ανέκαθεν και που κάποτε τον πλήγωνε, και βρήκε την πανοπλία του, την οποία του είχαν δωρίσει ως αναγνώριση των υπηρεσιών του και που φυσικά την κρατούσε καθαρή, αστραφτερή. Η καρδιά του φτερούγισε, καθώς άγγιζε το μέταλλο, καθώς χάιδευε το σύμβολο στο θώρακα.
Όμως, θυμήθηκε πώς του είχαν συμπεριφερθεί εκείνοι οι άντρες και μετά θυμήθηκε όλες τις προηγούμενες φορές που είχε αναγκαστεί να αντιμετωπίσει την απέχθεια του κόσμου (του κόσμου του) προς το πρόσωπό του. Θυμήθηκε την αηδία για την όψη του και την προσπάθεια των άλλων να μείνουν μακριά του. Οι γυναίκες έδειχναν να μην ενδιαφέρονται καθόλου για τα κατορθώματά του και οι άντρες φαίνονταν ικανοποιημένοι που αυτός, παρά τις ικανότητές του και την αφοσίωσή του προς όλους τους, ήταν ένας άσχημος ιππότης, οπότε οι ίδιοι δεν είχαν λόγο να τον βλέπουν ως καλύτερό τους. Αν και δεν ήθελε να το παραδεχτεί ούτε τώρα, στα γεράματά του, μέχρι και ο ίδιος ο βασιλιάς τον κοιτούσε ανέκαθεν σαν ένα αρρωστημένα άσχημο πλάσμα, που, δυστυχώς, έπρεπε να το έχει κοντά του και να του αποδίδει τιμές και να το φιλεύει με τα θαυμαστά φαγητά που έφτιαχναν οι βασιλικοί μάγειρες. Όλοι ντρέπονταν για τον Ράντολφ, κι ας παρίσταναν το αντίθετο (κάποτε).
Έπρεπε, λοιπόν, να αναλάβει ξανά δράση και να κυνηγήσει αυτόν τον περιβόητο δράκο; Είχε νόημα για τον ίδιο του τον εαυτό;
Χαμογέλασε, γιατί ήξερε ήδη την απάντηση. Πότε έκανε κάτι μόνο για τον εαυτό του; Ή κυρίως για τον εαυτό του; Πότε έβαλε τη δική του θέληση και αξιοπρέπεια πάνω από το βασιλιά και την πατρίδα του, για να αλλάξει τακτική τώρα; Ποτέ!
Καθώς ο Ράντολφ ντυνόταν ξανά όπως τότε, σκέφτηκε πως αυτή ήταν, βέβαια, η ευκαιρία του να αποδείξει για μια ακόμα φορά πόσο καλός και αφοσιωμένος ήταν, αλλά ήταν και κάτι ακόμα: ξέροντας ότι δεν είχε πια τις δυνάμεις του νεότερου εαυτού του, το πιο πιθανό ήταν να πεθάνει. Όμως, θα έπαιρνε μαζί του στο θάνατο τον δράκο (πλέον, είχε αποφασίσει ότι είχε να κάνει με ένα τέρας και όχι με άνθρωπο). Κι έτσι, θα γινόταν ένας από εκείνους τους θρυλικούς ιππότες, που σκότωναν δράκους στα παραμύθια και έσωζαν πριγκίπισσες. Ας ήταν, τουλάχιστον, αυτή η στερνή του απόφαση και η μοίρα που τον περίμενε σε εκείνη τη σπηλιά.
Ο Ράντολφ ζώστηκε το σπαθί που είχε παραγγείλει κάποτε στον βασιλικό σιδηρουργό, μιας και δεν μπόρεσε να πάρει μαζί του και τα όπλα του, έβαλε το κράνος του και σύντομα καβαλίκευε το άλογό του.
Ενώ προχωρούσαν βόρεια, ο Ράντολφ δυσανασχετούσε, μιας και το κρύο τον αποδυνάμωνε, οι κινήσεις του γίνονταν δύσκολες, πολύ δύσκολες, και το βάρος της πανοπλίας τον τραβούσε προς το χώμα. Δοκίμασε μερικές φορές τα χέρια και τα πόδια του• ανέμισε το σπαθί του, ενώ με το άλλο χέρι κρατούσε τον αναμμένο δαυλό. Ρουθούνισε θυμωμένα, μιας και διαπίστωνε ότι, ναι, θυμόταν όλες τις επιδέξιες κινήσεις του, αλλά ήταν όλες πολύ πιο αργές απ’ ό,τι θα ήθελε. Πριν καν φτάσει στη σπηλιά, είχε αρχίσει να αμφιβάλλει για την απόφασή του. Ίσως είχε υπερεκτιμήσει τον εαυτό του και μπορεί να μην κατάφερνε να σφάξει το δράκο, προτού πεθάνει και ο ίδιος. Ίσως απλά γινόταν βορά στα δόντια του τέρατος.
Μα καθώς είδε τον λυγιστό βράχο και το σκοτεινό άνοιγμα, ο Ράντολφ έσφιξε τα δόντια και τη λαβή του σπαθιού του. Ήταν αργά για να κάνει πίσω, και, ούτως ή άλλως, ήξερε πως προτιμούσε να πεθάνει εδώ πέρα, παρά να γυρίσει ηττημένος, χωρίς καν να έχει δώσει τη μάχη του. Δεν θα άντεχε να συνεχίσει να ζει αντικρίζοντας το βλέμμα των συμπολιτών του και ξέροντας ότι, εκτός από άσχημος, είχε καταντήσει ένα φοβισμένο, γέρικο ζώο.
Το άλογο σταμάτησε απότομα μόνο του και χλιμίντρισε δυνατά. Δεν ήθελε να προχωρήσει παραπέρα. Τα πόδια του είτε έμεναν στάσιμα, είτε έκαναν πίσω βήματα. Ήθελε να φύγουν από εκεί.
Ο Ράντολφ άφησε τη λαβή του ξίφους του και χτύπησε ελαφρώς στα πλαϊνά το άτι του. Το παρηγόρησε, λέγοντάς του ότι θα συνέχιζε ο ίδιος και πως, αν αυτό ήθελε ακόμα να φύγει, ας το έκανε, κι αυτός δεν θα του κρατούσε κακία.
Το άλογο απάντησε χλιμιντρίζοντας ξανά, σαν να ήθελε απεγνωσμένα να του αλλάξει γνώμη. Όμως, ήταν αργά για το αφεντικό του.
Ο Ράντολφ κατέβηκε από τη σέλα. Κοίταξε μια τελευταία φορά το άλογο, χάιδεψε τη χαίτη του και του είπε αντίο. Το ζώο προσπάθησε να τον αρπάξει, αλλά δεν μπόρεσε να δαγκώσει την πανοπλία. Έπιασε όπως-όπως την ασπίδα του Ράντολφ, προσπαθώντας ακόμα να τον μεταπείσει, αλλά εκείνος, χωρίς βία, μιλώντας του μόνο, το εξώθησε να τον αφήσει να προχωρήσει.
Ύστερα από μερικές στιγμές, με βήματα πιο ζόρικα απ’ όσο θα προτιμούσε, ο Ράντολφ ο Αφοσιωμένος μπήκε στη σπηλιά. Θα μπορούσε να είχε καλέσει εδώ έξω τον δράκο, όμως δεν ήθελε το τέρας να δει το άτι του, γιατί μπορεί μετά να το κυνηγούσε. Όχι, ήθελε πρώτα ο ίδιος να του κερδίσει λίγο χρόνο, για να τρέξει μακριά, πριν ο δράκος βγει από τη σπηλιά, αν έβγαινε, δηλαδή.
Ο Ράντολφ είχε την ασπίδα και τον δαυλό στο ένα χέρι και το σπαθί του στο άλλο. Μόρφαζε συνέχεια, ενώ διέσχιζε το πέτρινο έδαφος. Όλο του το κορμί βροντοφώναζε στο μυαλό του να το απεγκλωβίσει από όλο αυτό το βάρος. Η ανάσα του γινόταν ολοένα και πιο δύσκολη και αναγκαζόταν να σταματάει, να ακουμπάει στο βράχο και να κατεβάζει τα χέρια, για να μην πέσει. Πόσο θα άντεχε με αυτό το ρυθμό, δεν ήξερε. Έπρεπε, όμως, να συνεχίσει. Κι αυτό έκανε.
Ενόσω προχωρούσε, μη βρίσκοντας κανένα ζωντανό πλάσμα, αναρωτήθηκε αν είχε πράξει καλά που ήρθε ενώ ήταν νύχτα έξω ή αν είχε βιαστεί. Απ’ ό,τι είχε ακούσει, ο δράκος κυνηγούσε τις νύχτες, οπότε μπορεί να μην είχε επιστρέψει ακόμα. Ο Ράντολφ αποφάσισε ότι δεν τον πείραζε. Θα περίμενε και θα τον αιφνιδίαζε, και ίσως τα κατάφερνε τελικά.
Τότε ήταν που άκουσε κάποιον να του μιλάει και σταμάτησε. Όχι κάποιον, σκέφτηκε, αλλά κάποια! Γύρισε προς την έξοδο, για να σιγουρευτεί ότι είχε ακούσει καλά και πράγματι βρέθηκε να αντικρίζει τη ματιά μιας μαυρομάλλας κοπέλας με δέρμα σαν το γάλα, που φορούσε ένα εξίσου μαύρο φόρεμα. Η κοπέλα τον ρώτησε ποιος είναι και αυτός της συστήθηκε, κάνοντας (μια δυσάρεστη για το κουρασμένο σώμα του) υπόκλιση. Της είπε ότι ήταν ιππότης, αφοσιωμένος στο βασιλιά και την πατρίδα του, και πως είχε έρθει να σκοτώσει το δράκο που ζούσε σε αυτή τη σπηλιά και που έβγαινε και σκότωνε ή έπαιρνε μαζί του (για να τους σκοτώσει) ανθρώπους της χώρας του. Έβγαλε για μια στιγμή το κράνος του, για να της δείξει ότι δεν αποτελούσε απειλή για εκείνη, και το έβαλε ξανά. Έπειτα, τη ρώτησε ποια είναι.
Η κοπέλα του χαμογέλασε και του είπε ότι κάποτε την αποκαλούσαν Αραμπέλα, αλλά πως πλέον μικρή σημασία είχε το πώς θα την προσφωνούσε κανείς. Είχε χάσει εδώ και πάρα πολύ καιρό, αμέτρητα χρόνια, την αγάπη και την εκτίμηση των άλλων ανθρώπων, οπότε λίγο την ενδιέφερε πώς θα τη φώναζαν.
Ο Ράντολφ, που είχε μαγευτεί από την ομορφιά της, δεν κατάλαβε τι εννοούσε, αλλά τότε πρόσεξε κάτι παράξενο, μα και φοβερό: η κοπέλα είχε υπέροχα δόντια, τα οποία, όμως, ήταν μυτερά, πολύ πιο μυτερά απ’ ό,τι θα έπρεπε. Τα μπροστινά, μάλιστα, θύμιζαν πιότερο δόντια λύκου, παρά ανθρώπου. Ο Ράντολφ αντιλήφθηκε πως και τα μάτια της ήταν παράταιρα: ήταν κατάμαυρα, σαν το χάσμα ενός γκρεμού. Μια τρομερή σκέψη καρφώθηκε στο μυαλό του: αυτή η κοπέλα ήταν ο δράκος! Δεν είχε φτερά ή φολιδωτό δέρμα, αλλά… ήταν ένα τέρας. Ένα τέρας της νύχτας!
Η Αραμπέλα άνοιξε την αγκαλιά της και τον προσκάλεσε σιμά της. Του έταξε μεγαλεία, μια ζωή χωρίς τέλος. Του υποσχέθηκε ότι θα είναι ξανά νέος και όμορφος. Θα ζούσαν μαζί εδώ ή θα μπορούσαν να πάνε οπουδήποτε ήθελαν, να γυρίσουν τον κόσμο ολάκερο. Αρκεί να της χάριζε ένα φιλί του και θα του ανταπέδιδε και εκείνη το δικό της, κάτι που, του είπε, το είχαν ανάγκη και οι δύο.
Ο Ράντολφ τρόμαξε στο ενδεχόμενο και ύψωσε το σπαθί του τόσο γρήγορα, που τα κόκαλα του χεριού του έτριξαν, προκαλώντας του αφόρητο πόνο. Πριν θελήσει να το συνειδητοποιήσει, η γροθιά του άνοιξε και το όπλο του έπεσε με θόρυβο στο πέτρινο έδαφος. Η καρδιά του άρχισε να χτυπάει μανιασμένα. Το κρύο της νύχτας εισχωρούσε και εξευτέλιζε το κορμί του. Η στολή του προκαλούσε ασφυξία, δεν μπορούσε να αναπνεύσει. Ο Ράντολφ αναγκάστηκε να βγάλει το κράνος του και να σκουπίσει όπως-όπως τον ιδρώτα στο χαραγμένο πρόσωπό του.
Η Αραμπέλα του είπε ότι μπορούσε να τον γλιτώσει από όλα του τα βάσανα. Και, αν δεν ήθελε να το κάνει για την ίδια… (έδειξε πίσω του, προς το βάθος της σπηλιάς, όπου και στράφηκε ο Ράντολφ, γιατί άκουσε βήματα να πλησιάζουν)… μπορούσε να το κάνει για τον λαό του: άνθρωποι άρχισαν να εμφανίζονται από το σκοτάδι με αργά βήματα. Ήταν κι αυτοί χλομοί και με σκοτεινά μάτια, σαν της Αραμπέλα, αλλά ο Ράντολφ, με το θολό βλέμμα του, αναγνώρισε μερικούς: ναι, ήταν από την πολιτεία του. Ήταν δικοί του άνθρωποι, που είχαν εξαφανιστεί και όλοι τους θεωρούσαν νεκρούς. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά κάποιοι από δαύτους, συνειδητοποίησε, έπρεπε να δείχνουν πολύ πιο μεγάλοι σε ηλικία, γιατί τους θυμόταν από παλιά, από τότε που ακόμα σχημάτιζαν τις δικές τους οικογένειες. Από τότε που ήταν όπως είναι τώρα, νέοι! Οι οποίοι, αντίθετα από παλιά, όχι μόνο δε φαίνονταν να αποθαρρύνονται από εκείνον, μα τον κοιτούσαν σχεδόν με δέος. Ούτε παιδιά δεν τον είχαν θαυμάσει έτσι, ακόμα και στις πιο ένδοξες στιγμές του.
Η Αραμπέλα μίλησε ξανά: του είπε πως τις καλύτερες μέρες, χρόνια, εποχές δεν τις είχε ζήσει μέχρι σήμερα και πως ήταν στο χέρι του αν θα τις βίωνε τελικά. Μπορούσε να κερδίσει όλη τη ζωή που δεν έκανε, ξανά και ξανά και ξανά, διανθίζοντάς τη όπως εκείνος φρονούσε. Μαζί με την Αραμπέλα και όλους εκείνους τους ανθρώπους που είχαν εμφανιστεί από τα βάθη της σπηλιάς. Αρκεί να αντάλλασε με εκείνη ένα φιλί και να έσβηνε αυτό το φως που υποσκέλιζε την αγάπη τους, η οποία, του έταξε, θα ήταν αιώνια.
Ο ιππότης Ράντολφ, που έτρεμε από την κούραση, μόρφασε προς εκείνη. Στάθηκε απέναντι στην Αραμπέλα. Έσφιξε το λουρί της ασπίδας και τον αναμμένο δαυλό που κρατούσε.
Κι ύστερα, τα άφησε να πέσουν, με την ασπίδα να χτυπάει εκκωφαντικά και τον δαυλό να σβήνει.
Και καθώς το ίδιο του το σώμα βυθιζόταν προς το έδαφος και στο σκοτάδι, ένιωσε δύο δυνατά χέρια να τυλίγονται γύρω του, να τον βαστούν για να μη σωριαστεί. Απαλά μαλλιά τον χάιδεψαν και σφούγγισαν τον ιδρώτα του. Τα ξεραμένα χείλη του άγγιξαν και καλωσόρισαν τη δροσιά του γυναικείου δέρματος, στιγμές προτού νιώσει δύο μικρά μαχαίρια να μπήγονται στον λαιμό του. Και μια γλυκιά φωνή του ψιθύρισε Τώρα είσαι δικός μου. Η αφοσίωσή σου είναι πλέον δική μου. Όπως και η δική μου αφοσίωση θα είναι δική σου, αιωνίως.
Μετά από μερικά βράδια, ένα τάγμα πάνοπλων ιπποτών παρατάχτηκε μπροστά στη σπηλιά. Τα άλογά τους χλιμίντριζαν μανιασμένα και οι άντρες αναγκάστηκαν να χάσουν πολύ χρόνο, για να τα ηρεμήσουν, κι έτσι να μπορέσουν να επιτεθούν σε όποιον ζούσε μέσα σε αυτή τη σπηλιά και να τον ξεπαστρέψουν, λυτρώνοντας τη χώρα και τιμώντας το βασιλιά.
Και στις στιγμές που δαπάνησαν για να καλμάρουν τα άλογά τους, μια ορδή από χλομούς ανθρώπους βγήκε από τη σπηλιά. Κάποιοι ιππότες τους είδαν και φώναξαν προς τους άλλους. Δεν επιτέθηκαν, όμως, καθώς αναγνώριζαν όλο και περισσότερους από τους κατοίκους της πολιτείας. Είδαν να περπατάνε μπροστά ένα ζευγάρι, μια πριγκίπισσα με μαύρο φόρεμα και ένας ιππότης χωρίς κράνος και χωρίς κάποιο όπλο. Χαμογελούσαν προς τους αφιχθέντες, δείχνοντάς τους τα αφύσικα δόντια τους.
Ένας αξιωματικός, πολύ πιο μεγάλος ηλικιακά από τους άλλους, αναγνώρισε τον Ράντολφ και έμεινε με το στόμα ανοιχτό με την νεότητα του άλλου και με τη χάρη με την οποία κινείτο, παρά τη βαριά του πανοπλία.
Οι ιππότες άργησαν να καταλάβουν ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν ήταν σαν αυτούς, κι αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να πεθάνουν… και να σηκωθούν ξανά, χλομοί, με σκοτεινά μάτια και διψασμένοι για αίμα.
Εκείνο το βράδυ, υπό το άγρυπνο βλέμμα του φεγγαριού, με τα μαύρα μαλλιά τους να ανεμίζουν (η κόμμωση του Ράντολφ είχε αποκατασταθεί κι αυτή) με κάθε φύσημα του αέρα, η κοπέλα που κάποτε αποκαλούνταν Αραμπέλα και ο νεαρός Ράντολφ, ο αφοσιωμένος ιππότης της, χορτασμένοι και σε έξαψη, ξάπλωσαν στο γρασίδι έξω από τη σπηλιά και, κοιτώντας πότε ψηλά στον ουρανό, πότε προς τα δέντρα, και κυρίως ο ένας τον άλλο, συζήτησαν για το μέλλον. Εκείνος, που άκουγε από το εσωτερικό και απολάμβανε τις φωνές των άλλων ομοεθνών του (γιατί πλέον έμενε σε ένα γεμάτο σπιτικό), νιώθοντας ακμαίος και πιο ζωντανός από ποτέ, δίχως να κρυώνει ή να τον βαραίνει η πανοπλία του, είπε ότι ο βασιλιάς θα έστελνε κι άλλους στρατιώτες εναντίον τους, και εκείνη πρότεινε να φύγουν για άλλη περιοχή, μακριά από εδώ, όπου δεν θα τους ήξερε κανείς. Θα έμεναν εκεί για λίγο, μέχρι να εξεγερθεί ο κόσμος εναντίον τους. Κι έπειτα, θα πήγαιναν αλλού, κι ούτω καθεξής.
Ο Ράντολφ συμφώνησε. Αλλά πρώτα θα επισκεπτόταν ο ίδιος τη χώρα του. Ήθελε να δει τι συναισθήματα θα είχαν οι άνθρωποι για αυτόν τώρα που είχε αλλάξει. Αναρωτιόταν αν θα τους απωθούσε η εμφάνισή του όπως παλιότερα ή αν θα τον φοβούνταν κιόλας.
Η Αραμπέλα δεν είχε κανένα πρόβλημα με αυτό. Ίσα-ίσα, θα τον ακολουθούσε, για να βιώσει μαζί του την εμπειρία που της περιέγραψε.
Κάποια στιγμή, ο Ράντολφ τη ρώτησε αν ήταν πλάσματα του Θεού ή αν είχαν γίνει τέρατα. Πριν, όμως, εκείνη του απαντήσει, της είπε ότι εντέλει, δεν είχε σημασία. Ήταν αυτοί που ήταν, και δεν υπήρχε κανένας λόγος να αμφισβητούν την ύπαρξή τους.
Όταν η Αραμπέλα τον είδε να χαμογελάει, τον ρώτησε τι του φαινόταν τόσο αστείο.
Ο Ράντολφ της είπε ότι στα παραμύθια οι γενναίοι, νεαροί ιππότες κυνηγούσαν τους δράκους και έσωζαν τις πριγκίπισσες. Ο ίδιος, όμως, που είχε πάψει από καιρό να είναι νεαρός, στη δική του ιστορία και είχε σωθεί από την πριγκίπισσα (η οποία ήταν και ο δράκος της ιστορίας) και είχε γίνει νέος ξανά. Και πλέον, είπε, χαϊδεύοντας τα μαλλιά της κοπέλας, δε χρειάζεται να είμαι αφοσιωμένος σε ένα βασιλιά και σε ένα λαό που με κακολογιάζει για την εμφάνισή μου, καταδικασμένος να ζήσω μοναχός μου. Τώρα πια θα είμαι αφοσιωμένος σε μια αγάπη που θα κρατήσει για πάντα, ανάμεσα σε ανθρώπους που με λογιάζουν ως δικό τους.
Η Αραμπέλα επισφράγισε τα λόγια του με ένα ακόμα φιλί που κράτησε αιώνια.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα:
Ο Φρανσουά Λαμέρ ζει και εργάζεται στο Παρίσι. Η κύρια ενασχόλησή του είναι η επιδιόρθωση υποδημάτων, αλλά έχει σπουδάσει Καλές Τέχνες στο πανεπιστήμιο. Από παιδί του άρεσε να ακούει ιστορίες και μεγαλώνοντας αποφάσισε ότι θα προσπαθήσει να γράψει και ο ίδιος μερικά διηγήματα.
Τάκης Κομνηνός
——————————
Σημειώσεις: Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Στο κείμενο αξιοποιούνται ιστορικά στοιχεία και πραγματικές τοποθεσίες, αλλά αυτό γίνεται κατά τρόπο μυθιστορηματικό.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/author/
Και εδώ όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/
