Μπουκάλι βότκα

Ο Τάσος μπήκε στο κλαμπ. Δεν ήταν δύσκολο να πέσουν πολλά – γυναικεία κυρίως – βλέμματα πάνω του. Δικαίως οι στενοί του φίλοι του έλεγαν χαριτολογώντας πως δεν θα έπρεπε να εργάζεται σε καφετέρια αλλά σε πρακτορείο μοντέλων. Ψηλός, καστανομάλλης, με μεγάλα πράσινα μάτια, λεπτά χείλη, γωνίες στο πρόσωπο, αισθητά γυμνασμένο κορμί και υπέροχο στυλ.

Εύκολα βρήκε το τραπέζι που είχε κλείσει η παρέα του και αφού χαιρετήθηκε με όλους, πήρε ένα ποτήρι και έβαλε σκέτη βότκα. Το μοναδικό ποτό που επέλεγε τα τελευταία χρόνια. Είχε καιρό να βγει και το αποψινό ήταν ακριβώς ό,τι χρειαζόταν.

Η ένταση των beats ανέβηκε και το δεύτερο μπουκάλι βότκα έκανε την εμφάνισή του στο τραπέζι τους. Κανείς δεν αντιστάθηκε στο να πιει κι άλλο και η ευχάριστη ζάλη συνδυαζόταν άψογα με τον ρυθμό της μουσικής.

Ξαφνικά ο Τάσος ένιωσε ότι είδε μέσα στο πλήθος μια γνωστή φιγούρα. Ανοιγόκλεισε τα μάτια του και την αναζήτησε ξανά. Ήταν εκεί. Σχεδόν μπροστά του. Εκείνη που μύριζε καλοκαίρι και του ξύπναγε τόσες αναμνήσεις και τόσα απωθημένα, η Λία.

Είχε να τη δει δύο χρόνια, για την ακρίβεια δύο καλοκαίρια…
Όλα ξεκίνησαν τυχαία όταν ένας κοινός φίλος οργάνωσε απογευματινό beach party σε ελεύθερη παραλία. Αν και πολλές κοπέλες είχαν προσεγγίσει τον Τάσο, για ευνόητους λόγους, εκείνος δεν έβρισκε κανένα ενδιαφέρον, μέχρι που είδε την Λία να αγκαλιάζει τον Σταμάτη, τον φίλο τους. Δεν ήταν σαν τις άλλες. Φαινόταν ότι δεν ήταν σαν τις άλλες. Ψιλή, με μαύρα μακριά μαλλιά, στρογγυλά μαύρα μάτια, μεγάλο χαμόγελο, με καμπύλες και ένα ασπρόμαυρο ολόσωμο που σμίλευε το κορμί της. Όταν όλες οι άλλες φορούσαν μικροσκοπικά μαγιό και είχαν μπλαζέ ύφος, εκείνη επέλεξε να είναι ο εαυτός της σε έναν κόσμο του φαίνεσθαι και της σοβαροφάνειας!

Ο Τάσος δεν κρατήθηκε. Παραμέρισε τις κοπέλες που τον είχαν περιτριγυρίσει και με γοργό βήμα έφτασε δίπλα της.
“Πού είσαι ρε φίλε; Να σου συστήσω τη Λία. Λία, ο Τάσος”

Η Λία γύρισε όλο χαμόγελο και έδωσε το χέρι της στον άντρα που είχε απέναντί της. Αντιλήφθηκε ότι είχε κολλημένο το βλέμμα της πάνω του όταν ένιωσε το χέρι της να ιδρώνει και τα μάγουλά της να κοκκινίζουν. Της άρεσε πολύ αυτό που έβλεπε, όμως ήταν πεπεισμένη πως η ίδια δεν είναι στα γούστα του. Τράβηξε απότομα το χέρι της, ξεστόμισε ένα “Χάρηκα” και κατευθύνθηκε προς τα ποτά. Ο Τάσος έκατσε να μιλήσει λίγο με τον Σταμάτη και μετά από λίγα λεπτά βρισκόταν πάλι δίπλα της.
“Να κάνω ένα refill;”, τη ρώτησε κρατώντας ένα μπουκάλι βότκα στο χέρι του
“Ναι, φυσικά, ευχαριστώ”, είπε κοφτά η Λία ενώ ένιωθε ότι ένα χαζό χαμόγελο ήταν εμφανές στα χείλη της
“Λοιπόν, από πού ξέρεις τον Σταμάτη;”, τη ρώτησε ενώ γέμιζε το πλαστικό ποτήρι της με ποτό
“Από την κοπέλα του, την Ελένη. Κάναμε παρέα όλα τα χρόνια της σχολής και ταιριάξαμε. Εσύ;”
“Τον γνώρισα φέτος στην ιδιωτική σχολή τουριστικών επαγγελμάτων”
“Ωραια, πώς σου φαίνεται η σχολή;”
“Αρκετά ενδιαφέρουσα, αν και με ενδιαφέρει πιο πολύ το κομμάτι του μπαρίστα”
“Θα σου πήγαινε”
“Ευχαριστώ. Εσύ; Για να τελείωσες την ίδια σχολή με την Ελένη, κάτι με μηχανικός θα πρέπει να έχεις σχέση, σωστά;”
“Σωστά. Είχα ξεκινήσει την πρακτική μου σε μια ιδιωτική εταιρεία εμποροπλοιάρχων και με κράτησαν”
“Και τι κάνεις εκεί ακριβώς;”
“Ελέγχω τις μηχανές στα πλοία πριν τον απόπλου κι αν χρειαστεί συμβάλλω στην επισκευή τους”
“Ουάου!”
“Γιατί τόσος ενθουσιασμός;”, ρώτησε γελώντας η Λία
“Δεν είναι λίγο μια γυναίκα να καταπιάνεται με αυτά, να έχει τόσες γνώσεις… Μου φαίνεται περίεργο… και ενδιαφέρον. Όλο αυτό που βλέπω, δηλαδή, μου φαίνεται ενδιαφέρον”
Η Λία κοκκίνισε και το κατάλαβε. Ξερόβηξε και τον ευχαρίστησε. Παρατήρησε ότι μια παρέα κοριτσιών είχαν καρφώσει τα μάτια τους πάνω τους.
“Μήπως να πας στην παρέα σου; Μην σε στερώ…”, είπε στην προσπάθεια της να το παίξει άνετη
“Δεν πάμε να περπατήσουμε καλύτερα; Η θάλασσα είναι λάδι, θα είναι εύκολο να κάνουμε τη διαδρομή μέχρι το τέλος της παραλίας”

Η Λία δεν περίμενε αυτή την απάντηση. Χαμογέλασε και κούνησε καταφατικά το κεφάλι. Πήραν τα ποτά στο χέρι και κατέβηκαν προς την ακροθαλασσιά. Περπάτησαν αρκετά και όταν κουράστηκαν, έκατσαν ακριβώς εκεί που σκάει το κύμα. Συνέχισαν την κουβέντα τους και μόνο όταν η Λία ένιωσε ότι διψούσε αρκετά, γύρισαν προς τα πίσω. Ανανέωσαν το ραντεβού τους για την επόμενη μέρα στο ίδιο μέρος. Αυτή τη φορά κολύμπησαν. Οι συζητήσεις τους, ατελείωτες. Μοιράζονταν απόψεις για τα πάντα. Η Λία είχε κατακτήσει ήδη το μυαλό του Τάσου. Η ικανότητά της στον αντίλογο και την στήριξη των επιχειρημάτων, ήταν πρωτοφανής.

Το πρώτο καλοκαίρι πέρασε. Όμως και το επόμενο τους βρήκε στην ίδια παραλία, στο ίδιο μέρος που γνωρίστηκαν πρώτη φορά. Έτοιμοι και οι δύο να μοιραστούν τα νέα τους, τις εξελίξεις στη ζωή τους. Έστω για λίγες μέρες. Μα δεν υπήρξε άλλο…
Και τώρα στεκόταν μπροστά του!

“Τι κοιτάς έτσι ρε;”, τον ρώτησε ένας από την παρέα
Ο Στράτος δεν του απάντησε, άφησε το ποτήρι του στο τραπέζι και πλησίασε την παρέα των κοριτσιών που ήταν λίγα μέτρα μακριά του. Όσο πλησίαζε, η καρδιά του χτύπαγε σαν τρελή. Πριν φτάσει, οι ματιές τους συναντήθηκαν. Η Λία έμεινε ακίνητη, σχεδόν δεν ενέπνεε. Οι κοπέλες της παρέας είχαν εξίσου καρφώσει τα μάτια τους πάνω του και ακόμα κι αν η πιο τολμηρή επιχείρησε να του μιλήσει, σαν να μην υπήρχε τίποτε άλλο γύρω, στάθηκε μπροστά από τη Λία.
“Πού ήσουν;”
“Θέλεις να πάμε έξω να μιλήσουμε ήσυχα;”
“Ναι”, της απάντησε ο Τάσος και πιάνοντάς την από το χέρι, κατευθύνθηκαν προς την έξοδο. Αμφότερες οι παρέες είχαν μείνει να τους κοιτάζουν απορημένοι.
“Λοιπόν, πού είσαι δύο καλοκαίρια; Ήταν δικά μας τα καλοκαίρια…”

Η Λία τον κοίταζε μέσα στα μάτια και δεν του απάντησε αμέσως.
“Έπρεπε να λείψω σε ταξίδια με την εταιρεία. Ήθελα να πάρω τα στοιχεία σου από τον Σταμάτη, αλλά δεν τα κατάφερα. Με συγχωρείς…”
“Μην κατεβάζεις το βλέμμα. Αυτά τα μάτια μου χρωστάνε δύο καλοκαίρια. Πήγαινε πάρε τα πράγματά σου, θα ανέβουμε στη μηχανή και θα πάμε παραλία, τώρα!”

Η Λία τον κοίταζε με εκείνο το χαζοχαρούμενο χαμόγελο που είχε την πρώτη φορά. “Πάω”, ψέλλισε και μπήκε μέσα. Δεν έλυσε καμία απορία των φίλων της, απλά πήρε τα πράγματα της και εξαφανίστηκε.

Ανέβηκε στη μηχανή και πέρασε τα χέρια της γύρω από τον κορμό του. Ασυναίσθητα ακούμπησε το κεφάλι της πάνω στην πλάτη του, σαν να νιώθει μια ακατανόητη ασφάλεια.
Μετά από λίγη ώρα, βουτούσαν τα πόδια τους στη θάλασσα.
“Πες μου για τα ταξίδια”, της είπε ο Τάσος

Η Λία του τα αφηγήθηκε όσο πιο σύντομα μπορούσε. Μετά από αρκετές ερωταπαντήσεις, τον ρώτησε και η ίδια πώς εξελίχθηκε η ζωή του τα δύο αυτά χρόνια.
“Βρήκα δουλειά ως μπαρίστα σε γνωστή καφετέρια στη Γλυφάδα, με πολύ καλά λεφτά και νιώθω ότι αρχίζω να πραγματοποιώ τους στόχους μου!”
“Είμαι πολύ περήφανη για σένα”, απάντησε με ένα μεγάλο ειλικρινές χαμόγελο η Λία
“Στο καράβι θα υπάρχουν και αρκετά ενδιαφέροντες άντρες, κυβερνήτες, με κύρος, ε;”, ρώτησε ο Τάσος κοιτάζοντας τις κίτρινες τελίτσες που σχημάτιζαν τα φώτα από το απέναντι νησί, στο βάθος της μαύρης θάλασσας
“Ναι, έχει αρκετούς. Μηχανικούς, κυβερνήτες, σπουδαγμένους, μορφωμένους, έξυπνους, γεροδεμένους, το όνειρο κάθε γυναίκας… Αλλά όχι το δικό μου. Το δικό μου θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ‘όνειρο θερινής νυκτός’”

Ο Τάσος, που μέχρι εκείνη τη στιγμή ένιωθε κάτι μέσα του να βράζει, με τα τελευταία της λόγια γύρισε και την κοίταξε μέσα στα μάτια.
“Το εννοείς;”
“Τάσο, σε γνωρίζω περίπου τέσσερα χρόνια. Το πρώτο καλοκαίρι στο πάρτι του Σταμάτη δεν κατάλαβα ποτέ γιατί επέλεξες να περάσεις τη βραδιά σου και τελικά τις διακοπές σου με μένα και μάλιστα χωρίς να με φέρεις στιγμή σε δύσκολη θέση. Το δεύτερο καλοκαίρι μας, δεν ξέρεις πώς το περίμενα. Σαν έφηβη! Άσε που σε είχα για λίγες μέρες απέναντί μου και παρόλα αυτά φοβόμουν να εκδηλωθώ. Ένιωθα πως με βλέπεις σαν φίλη, αν και δεν έστρεφες το βλέμμα σου σε καμία άλλη από τις τόσες όμορφες κοπέλες που σε έγδυναν με τα μάτια τους. Και μετά ήρθαν τα ταξίδια… Δεν μπορώ να σου κρύψω ότι υπήρξαν κάποιες εφήμερες σχέσεις, αλλά σε όλους έψαχνα εσένα. Και απόψε εμφανίστηκες και απαίτησες τα καλοκαίρια μας. Γιατί εμένα; Πίστευα ότι με έχεις ξεχάσει. Ήμουν πεπεισμένη ότι έχεις φτιάξει τη ζωή σου, εκτός κι αν έχει γίνει…”, ολοκλήρωσε η Λία και τον κοίταξε με γουρλωμένα, βουρκωμένα μάτια
“Πάντα σου άρεσε να μιλάς πολύ… Μα ό,τι κι αν λες, ποτέ δεν είναι άστοχο. Τι γιατί εσένα ρε Λία; Γιατί είσαι αυθεντική, μαχητική, έξυπνη, με φυσική ομορφιά. Τόσο σπάνιο στις μέρες μας! Επέλεξα πρώτα να σε μάθω και μετά να σε διεκδικήσω. Και τότε, χάθηκες. Προσπάθησα κι εγώ να μπω σε άλλες σχέσεις, μα όλες ήταν τόσο επιφανειακές…”

Έμειναν και οι δύο ήσυχοι να κοιτάζονται. Ένα μεγαλύτερο κύμα, που προκλήθηκε από κάποιο καραβάκι που πέρασε, τους έβρεξε τα πόδια μέχρι πάνω. Γέλασαν. Ο Τάσος πέρασε τα δάχτυλά του από τα μαλλιά της Λίας.
“Πρώτη φορά σε αγγίζω”, της είπε χαμογελώντας
“Θα φύγω για ταξίδι σε λίγες μέρες. Δεν ξέρω πότε θα γυρίσω… Αν θες να κάνεις πίσω τώρα, κάνε. Ό,τι έπρεπε να ειπωθεί, ειπώθηκε”

Ο Τάσος την κοίταξε ξανά στα μάτια, μετά στα χείλη. Την πλησίασε και την φίλησε.
“Ακόμα και η γεύση σου θυμίζει καλοκαίρι”

Η Λία γέλασε.
“Βότκα;”
“Ένα μπουκάλι βότκα δεν μας έφερε κοντά;”, είπε ο Τάσος και γέλασαν

Αγγελική Ανδριοπούλου

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading