Τράβηξε την κουρτίνα και την είδε να βγαίνει μαυροφορεμένη και σκυφτή από το σπίτι της. Μια κοπέλα νέα και όμορφη σαν τα κρύα τα νερά. Ήταν η ώρα. Τύλιξε την μαύρη εσάρπα γύρω από τα γερασμένα της μπράτσα και βγήκε να την ακολουθήσει.
Η εκκλησία ήταν λίγα βήματα μακριά και οι καμπάνες χτυπούσαν πένθιμα από το πρωί για το παλικάρι που σκοτώθηκε σε τροχαίο το προηγούμενο βράδυ. Για εκείνον τον νέο που έφυγε τόσο νωρίς και άφησε πίσω του την αγαπημένη του να τον ζητάει και να λιώνει.
«Ο χρόνος ήταν σήμερα και ακόμα κλειστά τα παράθυρά της», έβγαλε τον καφέ από το μπρίκι και σέρβιρε την φιλενάδα της.
«Κλειστά θα ‘ναι, βρε Πόπη, τι να κάνει η κοπέλα; Τον άντρα της έχασε, τον κόσμο της όλο. Παιδάκι είχαν;»
«Όχι, ευτυχώς, δυστυχώς, δεν ξέρω σε αυτές τις περιπτώσεις. Εγώ ήμουν 65 όταν χήρεψα, όχι 28. Είχαμε μεγαλώσει και σπουδάσει τα παιδιά μας, είχαμε ζήσει χαρές και τα είχα δίπλα μου όλα τα παιδιά μου εκείνη τη δύσκολη στιγμή. Εκείνη είχε την μαμά της, αλλά δεν μπορούσε να κάτσει πολύ λόγω της δουλειάς και έφυγε. Είναι μόνη της».
«Και εγώ 62 ήμουν, Πόπη μου. Και τι κάναμε αυτά τα 10 χρόνια; Τίποτα! Καθόμαστε σπίτι και απλά κοιτάμε τις μέρες να περνάνε. Θέλεις να κάνεις κάτι για το κορίτσι; Πάρε το να το βγάλεις από το σπίτι!»
Το σκέφτηκε καλά η κυρά Πόπη και το αποφάσισε. Έκατσε και κατέστρωσε το σχέδιο. Έπρεπε να φανεί ως βοήθεια στην αρχή. Σημείωσε όλα τα ωραία μέρη της πόλης και κάποια πιο μακρινά. Θυμήθηκε τις εκδρομές που έκανε με τον άντρα της και τα παιδιά. Τι ωραίες αναμνήσεις που είχε!
«Εντάξει, κυρία Πόπη, θα έρθω μαζί σας», απάντησε το κορίτσι που ίσα έβγαλε το κεφάλι της από το παράθυρο. Τα μάτια της ήταν βαθουλωμένα και τα δάκρυα είχαν γδάρει το πρόσωπό της. Δεν θύμιζε πρόσωπο ζωντανού ανθρώπου.
«Και πού πήγατε;» βούτηξε ένα βούτημα στον ζεστό ελληνικό.
«Στο σούπερ μάρκετ την πήγα. Και καλά ήθελα νερά και βαριά πράγματα. Η πίστη μας βγήκε να τα σηκώσουμε! Πήγα η χαζή και έβαλα στο καρότσι ό,τι έβρισκα σε μεγάλο μέγεθος λες και ετοιμάζομαι για πόλεμο».
«Ε, τουλάχιστον θα σου μείνουν», γέλασε. «Και μετά τι λέει το σχέδιο;»
«Θα πάμε σε μια έκθεση φωτογραφίας, της είπα ότι έχει πάρει μέρος ο εγγονός μου».
«Αλήθεια το πες;»
«Εμ ψέματα, μωρέ Κική. Να δω τι θα βάλω η καημένη!»
Κινούνταν αμίλητες στον χώρο, κοντά η μία στην άλλη, αλλά ακόμα μακριά. Της έπιασε την κουβέντα περί ανέμων και υδάτων αλλά η Κατερίνα απαντούσε μονολεκτικά. Δεν θα το έβαζε κάτω όμως!
«Αυτή η γειτόνισσά σου, καλή γυναίκα φαίνεται», χάρηκε η κολλητή της που μετά από τόσο καιρό είδε το φως του ήλιου. Κάτασπρη ήταν από τον εγκλεισμό τόσο καιρό σε τέσσερις τοίχους. Δούλευε από το σπίτι και δεν είχε κανένα λόγο να βγει έξω.
«Καλή είναι», απάντησε βαριεστημένα η Κατερίνα. «Αύριο θα πάμε σε μια μικρασιατική εκδήλωση, είναι οι ρίζες της. Αλλά το σκέφτομαι, θα έχει μάλλον και μουσική», άφησε το ποτήρι του καφέ και κάλυψε το πρόσωπό της.
«Ε, ωραία θα περάσετε. Κακό είναι να ακούσεις και λίγη μουσική;»
‘Αυτό που δεν καταλαβαίνετε είναι ότι η ζωή μου σταμάτησε ενώ η δική σας προχωράει’, σκέφτηκε, μα είπε ένα ξερό ναι.
«Γιατί, κορίτσι μου; Καλό είναι να κάνετε παρέα η μία στην άλλη, μόνη της είναι και εκείνη».
«Τι να σου πω, δύο χρόνια που μέναμε εδώ δεν την είχαμε δει ποτέ σε βόλτες και εξόδους. Πάντα στον κήπο καθόταν με μια φιλενάδα της».
«Μωρέ, λες τότε να το κάνει για να βγαίνεις πιο συχνά έξω;»
«Δεν το είχα σκεφτεί αυτό».
«Μπορείς να το διαπιστώσεις όμως».
Τις επόμενες μέρες πήγαν σε μια θεατρική παράσταση, για δείπνο σε ένα νέο εστιατόριο και περίπατο στην λίμνη. Μετά ανέλαβε δράση και η Κατερίνα.
«Με βάρκα;»
«Ναι, Κική μου, θέλει να κάνουμε βόλτα γύρω από ένα νησάκι, λέει. Πώς θα ανέβω εγώ πάνω σε βάρκα, μου λες;»
«Θα βάλεις το ένα πόδι και μετά το άλλο», έσκασε στα γέλια η φιλενάδα της.
«Σώπα καημένη θα σου κάτσει το πτι φουρ!»
«Άντε, τελείωνε τον καφέ να πάμε να πάρεις μαγιό και παρεό».
«Τι τραβάω, Θεέ μου, τι έκατσα και σε άκουσα!»
Το καλοκαίρι τελείωνε και η κυρά Πόπη πίστευε ότι τελείωναν και τα βάσανά της. Αλλά η γειτόνισσά της είχε νέο σχέδιο.
«Πού θα την πας, κορίτσι μου, μεγάλη γυναίκα για κάμπινγκ!»
«Βρε θα την πάω εγώ. Θα την λυγίσω! Έπρεπε να δεις το πρόσωπό της, δέκα χρώματα άλλαξε!» γέλασαν τα κορίτσια που πλέον δεν ήξεραν ποια είχε πέσει στην παγίδα ποιας.
Πέρασαν τρεις υπέροχες μέρες στην παραλία, η Κατερίνα σχεδόν δεν βγήκε από την θάλασσα και η κυρά Πόπη την καμάρωνε με την ηλεκτρική βεντάλια στο ένα χέρι και το αντικουνουπικό σπρέι στο άλλο.
«Τα κεφάλια μέσα τώρα», είπε η Κική κοιτώντας την μαυρισμένη φίλη της να βάζει κρέμα στα άπειρα τσιμπήματα που είχε στο σώμα της.
«Πού τέτοια τύχη; Τώρα θέλει να πάρει άδεια πάλι από την δουλειά να πάμε τον Οκτώβριο στο εξωτερικό, στην Τσεχία!»
«Κορώνα, γράμματα παίζεις την ζωή σου, Πόπη μου!», αστειεύτηκε με το νόμισμα, αλλά η φίλη της δεν το εκτίμησε. Αντίθετα την κοίταξε με σηκωμένο το φρύδι και ήπιε μια γερή γουλιά από τον ελληνικό.
Εκτός από την Τσεχία, έκαναν και μια μονοήμερη στην Γερμανία που δεν τις ενθουσίασε τόσο, αλλά γύρισαν γεμάτες νέες εμπειρίες από το ταξίδι τους. Τα μαγνητάκια στο ψυγείο της θύμιζαν κάθε μέρα πόσο ωραία ήταν ακόμα η ζωή ακόμα και σε αυτήν την ηλικία.
Πέρασαν έτσι πέντε χρόνια, που καμιά από τις δύο δεν έκανε πίσω. Καμία δεν παραδέχτηκε στην άλλη ότι είχε καταλάβει τι γίνεται μεταξύ τους. Ζούσαν και οι δύο παρασέρνοντας η μία την άλλη σε νέες περιπέτειες. Μέχρι που η κυρά Πόπη χτύπησε το πόδι της κατεβαίνοντάς από το άλογο ένα απόγευμα στον ιππικό όμιλο.
«Καλά ήταν ως εδώ», είπε στην Κική ένα μεσημέρι που της έφερε φαγητό.
«Τα παρατάς;»
«Ε, τώρα η ζωή με παρατά», γύρισε πλευρό και κατάπεσε.
Πέρασε ένα χρόνο στο σπίτι που έβγαινε ξανά μόνο στον κήπο για να πίνει καφέ με την Κική και την Κατερίνα. Τουλάχιστον τώρα είχε λόγο να σταματήσει.
«Έρχεται ο ανιψιός μου από την Αγγλία την άλλη εβδομάδα», είπε αναπάντεχα ένα απόγευμα στα κορίτσια και η κολλητή της Κατερίνας την σκούντησε.
«Κυρά Πόπη και προξενήτρα», γέλασε η Κική.
«Η τελευταία πράξη», έπιασε το χέρι της Κατερίνας που την κοίταζε ανήσυχη. Της φαινόταν ότι δεν ήταν καλά τις τελευταίες μέρες και σαν να διάβασε τις σκέψεις της πρόσθεσε ότι όλα θα πάνε καλά.
Ο Κώστας, ο ανιψιός της, την πρόλαβε την τελευταία της μέρα. Ήταν εκεί τα παιδιά και οι φίλες της και της κρατούσαν το χέρι. Έφυγε ευτυχισμένη, ανακουφισμένη, πλήρης. Το τελευταίο πράγμα που είπε στην Κατερίνα το κράτησε σαν θησαυρό μέσα της για πάντα.
«Φεύγω έχοντας εκπληρώσει έναν σκοπό που δεν ήξερα ότι μου θα μου τύχαινε. Έζησα ξανά, μια δεύτερη ζωή, για να βάλεις μπρος ξανά την δική σου. Σε ευχαριστώ πολύ! Έχεις την ευχή μου με τον Κωστή. Μαζί του δεν θα ευχηθώ να γεράσεις, εύχομαι να μείνεις πάντα νέα!».
CC

One response to “Για πάντα νέα”
ΥΠΕΡΟΧΟ!!!