Η αγάπη των δύο πελαργών

– Μα τι αγάπη είναι αυτή; Είδες, είδες; Ούτε άνθρωποι να ήταν!, είπε ο Θωμάς, ο μανάβης της γειτονιάς.
– Έχεις δίκιο, οι άνθρωποι ξεχνούν, τα ζώα ποτέ! απάντησε η Μαρία, η φουρνάρισσα.
– Αύριο το πρωί μετά την εκκλησία, να μαζευτούμε όλοι στην πλατεία για έναν καφέ και να δούμε τι θα κάνουμε και φέτος.

Βρισκόμαστε σε ένα χωριό της Φλώρινας που μετράει τριακόσιους κατοίκους, δύο χιλιάδες κότες, διακόσια κατσίκια, δέκα γαϊδούρια και τέλος δύο πελαργούς τους καλοκαιρινούς μήνες, γιατί τον χειμώνα μένει πίσω ο ένας ή πιο συγκεκριμένα η μία, γιατί είναι θηλυκιά. Σε αυτό το απομακρυσμένο χωριό οι άνθρωποι δουλεύουν πολύ, ασχολούνται εκτός της εργασίας τους με τα χωράφια τους, με τα ζώα τους, τα οποία τα προσέχουν ιδιαιτέρως. Είναι καλόκαρδοι και φιλόξενοι, γιατί αν δεν ήταν, θα ζούσαν απομονωμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο. Τα βουνά φυλακίζουν τις ψυχές, δεν είναι όπως το αεράκι της θάλασσας που σε ταξιδεύει μακριά, όμως αν ζητάει κάποιος την απόλυτη ηρεμία και ησυχία, αυτό το μέρος είναι το κατάλληλο, ειδικά την άνοιξη.

Εκείνη την εποχή έρχονται σμήνη από πουλιά που έχουν μεταναστεύσει σε πιο ζεστές χώρες, από την Αφρική και τους θερμούς μήνες επιστρέφουν πίσω στα λημέρια τους. Αν μάλιστα κάποιος είναι παρατηρητής πουλιών, τότε το χωριό αυτό είναι ο παράδεισός τους. Ένας από αυτούς ο Παναγιώτης Αλεξόπουλος , ο οποίος είναι συγχρόνως ένας διάσημος συγγραφέας παιδικών βιβλίων ,έχει αφιερώσει μία ολόκληρη ιστορία στους δύο πελαργούς, την Μαρίκα και τον Αλέκο, έτσι τους έχει ονομάσει. Τα δύο αυτά ασπρόμαυρα πουλιά είναι τόσο αγαπημένα, που η αγάπη τους, η στοργή τους, η αφοσίωση και η συμπόνια, αποτελούν ένα μοναδικό παράδειγμα για τους ανθρώπους. Συγκεκριμένα το θηλυκό πριν πολλά χρόνια έπεσε θύμα επίθεσης, τρομερής και βάναυσης, με το αποτέλεσμα να τραυματιστεί και να μην μπορεί πια να ξαναπετάξει. Το αρσενικό μόλις έρθει το φθινόπωρο, λίγο πριν αρχίσουν τα κρύα, μεταναστεύει σε πιο θερμά κλίματα, κάπου προς την Αφρική τον βρίσκεις και λίγο πριν έρθει ή άνοιξη ξεκινάει το ταξίδι της επιστροφής του. Θα μπορούσε να πάει αλλού, σε άλλο χωριό ή σε κανένα κοσμοπολίτικο νησί, ίσως στην Μύκονο, ποιος ξέρει, θα μπορούσε να γίνει διάσημος και αυτός για την ομορφιά του και να κλέψει τα πρωτεία από κάποιους άλλους! Όχι όμως, εκείνος επιστρέφει στο μικρό χωριό της Φλώρινας. Γιατί ο λόγος είναι απλός. Ο Αλέκος αγαπάει! Και αγαπάει με τόση δύναμη που αυτό το έντονο συναίσθημα τον οδηγεί κάθε χρόνο στο ίδιο μέρος. Δεν τον νοιάζουν τα άλλα θηλυκά, είναι μονογαμικός, θα μπορούσε να έχει στα πόδια του αρκετές άλλες θηλυκές, είναι και όμορφος ο άτιμος, δεν περνάει απαρατήρητος. Όμως εκείνος έχει μάτια μόνο για την μία, την Μαρίκα του.

Ο Παναγιώτης, ο παρατηρητής, λέει ότι το πέταγμά του όταν πλησιάζει το χωριό, έχει τόση φόρα που θα μπορούσε να δώσει μαθήματα αεροδυναμικής! Ναι, ο πελαργός μας έχει πάρει και μάστερ στο πέταγμα, δεν πετάει όπως τα άλλα πουλιά, ανεμοπορεί, χρησιμοποιεί τόσο σοφά τους νόμους της φυσικής και της αεροπλοΐας, άνοιγμα και κλείσιμο φτερών ανάλογα το πού και πώς φυσάει ο αέρας, η προσγείωσή του δε, είναι το κάτι άλλο. Το σώμα παίρνει την σωστή κλίση προς τα κάτω, το μακρύ ράμφος κοιτάει τον στόχο του, λες και θα ρίξει την ατομική βόμβα στο Ναγκασάκι, κλείσιμο φτερών, μάζεμα ποδιών προς τα πίσω… και…έτοιμος για προσγείωση! Αν τον έβλεπε εκείνη την στιγμή ο Ρίτσαρντ Μπαχ, ο συγγραφέας του μοναδικού Γλάρου Ιωνάθαν, θα πρόσθετε άλλο ένα βιβλίο στην καριέρα του, το πέταγμα τον Πελαργού Αλέκου. Σε λίγα λεπτά έχει ακουμπήσει το έδαφος, μετά όλο ικανοποίηση ότι τα κατάφερε κοιτάει δεξιά, αριστερά και σιγά σιγά περπατάει με αργά βήματα προς εκείνη! Δεν υπάρχουν λόγια, η συνάντησή του μνημειώδης, ακόμη και το πιο ταιριαστό ζευγάρι του κόσμου θα ζήλευε, αν τους έβλεπε ένας λυράρης κρητικός θα τους έγραφε την ωραιότερη μαντινάδα αγάπης. Εκείνη καθισμένη στην άκρη της κεραμιδένιας στέγης, ανήμπορη να πετάξει να τον συναντήσει, κάθεται με το ένα πόδι λυγισμένο και τον κοιτάει στα μάτια σαν να του λέει… “ήρθες, σε περίμενα!”.

Για καλή της τύχη η Μαρίκα δεν είναι μόνη της, έχει όλο το χωριό να την περιποιείται και να την προστατεύει. Ακόμη θυμούνται οι κάτοικοι το μοιραίο εκείνο πρωινό που ένας άγνωστος για αυτούς κυνηγός είχε βρεθεί στα δάση τους. Όταν άκουσαν τον πυροβολισμό δεν πίστευαν στα αυτιά τους, γιατί η περίοδος εκείνη δεν ήταν επιτρεπτή για κυνήγι. Τι δουλειά είχε στα μέρη τους κανείς δεν κατάλαβε, αν ήταν ένας από αυτούς θα είχε βρει μεγάλο μπελά, δεν σήκωναν τέτοια οι ντόπιοι. Η φωνή της, οι κραυγές της ακόμη έχουν μείνει στην μνήμη τους, το πώς έπεσε από το δέντρο της, πώς έκανε τα φτερά της, πώς έπεσε, που βρέθηκε από τον παράδεισο στην κόλαση. Και πώς έτρεξε ο Αλέκος της μόλις την είδε.

Καθόταν στο ίδιο δέντρο με την αγαπημένη του και κοιτούσαν τον ήλιο δίπλα δίπλα λίγο μετά το ξύπνημά του και το σήκωμά του στον γαλάζιο ουρανό. Τίποτα δεν προμήνυε την καταστροφή που φάνηκε μετά. Τα δύο πουλιά είχαν ανοίξει τα φτερά τους στο ελάχιστο, τα ράμφη τους ακούμπαγαν το ένα το άλλο και σαν ένα ζευγάρι που σφιχταγκαλιασμένο ατενίζει την ανατολή ύστερα από ένα βράδυ αγάπης, έτσι και τα δύο πουλιά βρίσκονταν πάνω στο καταπράσινο δέντρο. Ευτυχώς που ήταν τόσο πράσινο, γιατί το φύλλωμά του έγινε η ασπίδα τους. Δεν φαίνονταν και πολύ καλά και ο κυνηγός έριξε χωρίς να έχει καλή ορατότητα. Γιατί αν είχε, κανένα πουλί δεν θα ζούσε. Ποια η λογική του να χτυπήσει πελαργούς κανείς δεν κατάλαβε, ίσως και ο ίδιος. Τι να τους κάνει τους πελαργούς; Να τους φάει; Ποιος ξέρει. Μετά τον πυροβολισμό έτρεξαν οι πιο κοντινοί κάτοικοι να δουν τι τρέχει, αμέσως έδωσαν τις πρώτες βοήθειες στην Μαρίκα, ένας δύο έψαξαν για τον υπαίτιο της συμφοράς, χωρίς αποτέλεσμα. Από εκείνη την ημέρα η θηλυκιά βρίσκεται κάτω από την προστασία των κατοίκων, της έχουν φτιάξει την πιο ωραία φωλιά στο ίδιο δέντρο και κάθε χρόνο της προσθέτουν άχυρα και διάφορα άλλα φύλλα. Την ταΐζουν, της προσφέρουν το καλύτερο που μπορούν και την βάζουν στην αποθήκη του φούρναρη, γιατί έχει περισσότερο χώρο και είναι πολύ ζεστό τον χειμώνα.

Εκείνο το κυριακάτικο πρωινό, μετά την λειτουργία, οι κάτοικοι μαζεύτηκαν στην πλατεία, να πιούν το καφεδάκι τους. Αχ πόσο γευστικός είναι αυτός ο πρωινός καφές μετά την εκκλησία, να τα πουν και φυσικά να μιλήσουν για τους δύο πελαργούς. Τι άλλο θα βάλουν στην φωλιά, να κοιτάξουν το πόδι της Μαρίκας, αν πρέπει να της βάλουν καμία αλοιφή που φτιάχνουν οι ίδιοι με κρεμμυδότσουφλα, η οποία λειτουργεί σαν το καλύτερο κατάπλασμα για όσους δεν γνωρίζουν.

– Μα έχετε δει πώς την κοιτάει στα μάτια ο Αλέκος; Με τι στοργή! Θα μαζέψω τα τσόφλια από τα κρεμμύδια που τα έχω στα τσουβάλια και θα στα δώσω κυρία Μαρία να τα φτιάξεις όπως πρέπει!, είπε ο Θωμάς, ο φούρναρης, ένας στρογγυλός σαν βαρέλι κύριος με κόκκινα μάγουλα.
– Ναι, κι εγώ θα προσθέσω λάδι, από το καλό και λίγους σπόρους από μαύρο σουσάμι που θα το έχω σπάσει, και θα κάνω μία αλοιφή πρώτης τάξεως!, συμπλήρωσε η Μαρία η φουρνάρισσα, μία γλυκύτατη γυναίκα με γκρίζα μαλλιά.
– Για θυμηθείτε όμως, τι σας θυμίζει αυτή η ιστορία; ρώτησε ο Πέτρος, ο δάσκαλος του χωριού. Όταν ήρθα στο χωριό σας σαν πρωτοδιόριστος, είχα ακούσει από τους παλαιούς για τον Μηνά και την Θάλεια, τους δύο νέους που αγαπιόντουσαν, αλλά δυστυχώς δεν είχε αίσιο τέλος η αγάπη τους. Ο Μηνάς ήταν ένας απλός χωριάτης, γεωργός χωρίς τίποτα. Φτώχια και τίποτε άλλο. Η Θάλεια, πλουσιοκόριτσο, η μοναχοκόρη του πιο πλούσιου άντρα της περιοχής, ερωτεύθηκε τον Μηνά και εκείνος το ίδιο. Όμως η καταγωγή της, τα πλούτη της ήταν για περισσότερα μεγαλεία, ο πατέρας της όταν το έμαθε την κλείδωσε στο σπίτι μέχρι να της αλλάξει γνώμη και έβαλε τους δικούς του να δείρουν ανελέητα τον νεαρό άντρα. Ύστερα από αυτό ο Μηνάς έφυγε για άγνωστα μέρη, μόνος, λαβωμένος, ταπεινωμένος, η δε Θάλεια περίμενε τον καλό της να την πάρει από αυτήν την φυλακή. Μάταια όμως και μετά από καιρό αυτοκτόνησε. Η ιστορία τους έγινε και τραγούδι, βέβαια το ακούμε πολλές φορές, ο Μηνάς επέστρεψε μετά από πολλά χρόνια, αλλαγμένος, με χρήματα στα χέρια, να διεκδικήσει την αγαπημένη του, αλλά βρήκε το σπίτι ερειπωμένο. Όταν έμαθε το τέλος της έφυγε και δεν τον ξαναείδαμε ποτέ. Λέτε οι ψυχές τους να έχουν γυρίσει πίσω σε αυτούς τους πελαργούς;
– Μα τι θυμήθηκες τώρα κι εσύ! Αλλά τώρα που το λες μπορεί να είναι κι έτσι, σημασία έχει το σήμερα. Και αφού πλησιάζουν οι μέρες που θα επιστρέψει ο αρσενικός, καλό θα είναι να τα βρει όλα έτοιμα. Αύριο να πάμε να κάνουμε τον τελευταίο έλεγχο.

Αφού συμφώνησαν, ευχαριστημένοι τελείωσαν την συζήτηση για τους πελαργούς και άρχισαν τα ψου ψου ψου για ό,τι άλλο είχε πέσει στην αντίληψή τους όλη την εβδομάδα που πέρασε.

Δεν άργησε η μέρα που κατέφτασε ο Αλέκος, κουρασμένος από το ταξίδι του, ταλαιπωρημένος, πεινασμένος, διψασμένος. Μόλις προσγειώθηκε στο δέντρο, κάθισε για δευτερόλεπτα να πάρει μία ανάσα, στάθηκε δίπλα στην αγαπημένη του, έκλεισε τα μάτια του ικανοποιημένος γιατί το αποτέλεσμα τον δικαίωσε για άλλη μία φορά. Άνοιξε το στόμα του και της άφησε ένα σκουληκάκι που το κουβάλαγε αρκετό δρόμο για να το αφήσει στο ράμφος της. Ήθελε να την περιποιηθεί από την πρώτη στιγμή.

Η αγάπη δεν έχει όρια, δεν έχει εμπόδια, δεν ξεχωρίζει ανθρώπους ή ζώα, ή πουλιά ή πελαργούς! Από ψηλά οι ψυχές του Μηνά και της Θάλειας που πλανούνται στον αέρα, κοιτούν τα δύο πουλιά που είναι αγκαλιασμένα και χαίρονται γιατί υπάρχει μία συνέχεια στην αγάπη τους. Η αγάπη είναι μία και λάμπει πάντα.
Κι αν έχω τον κόσμο όλον αλλά δεν έχω αγάπη, δεν έχω τίποτα!

Δήμητρα Καμπόλη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading