“Ήρθες…” ψιθύρισε κι ενστικτωδώς σήκωσε το δεξί της χέρι και διόρθωσε όπως όπως τα μαλλιά της. “Ήξερα ότι θα έρθεις…” συνέχισε να μιλάει λίγο πιο θαρρετά και προσπάθησε να χαμογελάσει, μα έμοιαζε περισσότερο με κακογραμμένη γκριμάτσα στο χλωμό πρόσωπό της. Τα χείλη της στεγνά, τα μάτια της θολά, το δέρμα της σχεδόν ραγισμένο. Η ταλαιπωρία κι ο πόνος ήταν εμφανή σε κάθε εκατοστό της. Τα μακριά μαλλιά της έπεφταν άτσαλα πάνω στους γυμνούς και σχεδόν αποστεωμένους ώμους της. Έκανε ένα βήμα μπροστά και γονάτισε στο πάτωμα “Πόσα χρόνια αγάπη μου… πόσα χρόνια;” είπε και ξέσπασε σ’ ένα βουβό κλάμα, που ταρακουνούσε με οδύνη το ισχνό κορμί.
Με τον Νίκο είχαν σχεδόν μεγαλώσει μαζί. Ένα χρόνο μεγαλύτερός της εκείνος, μα κομμάτι της παρέας της γειτονιάς, μαζί γυρνούσαν απ’ το σχολείο, μαζί έπαιζαν στα σοκάκια, μαζί κάθε Κυριακή στην εκκλησία. Όλοι μαζί, όλα τα παιδιά της γειτονιάς, μα για την Ερατώ υπήρχε μόνο εκείνος. Ήταν θαρρείς κι ήταν από πάντα ερωτευμένη μαζί του, από τότε που θυμόταν τον εαυτό της, μικρό κορίτσι ακόμη, στη θέα του ένιωθε την αναπνοή της να κόβεται. Μόνο δίπλα σε εκείνον ένιωθε σιγουριά, μόνο με τα δικά του αστεία ξεκαρδιζόταν, μόνο τα παιχνίδια που άρεσαν σε εκείνον ήθελε να παίζει. Όταν εκείνος χαμογελούσε, για την Ερατώ όλα ήταν καλά, όταν εκείνος στεναχωριόταν, στην ψυχή της έπιανε καταιγίδα. Όλοι ήξεραν πόσο πολύ αγαπούσε η Ερατώ τον Νίκο και δεν ήταν λίγες οι φορές που γελούσαν μ’ αυτόν τον έρωτα, αλλά δεν την ένοιαζε, το μόνο που την ένοιαζε ήταν να τον έχει κοντά της, δίπλα της, να μπορεί να τον κοιτάζει. Μέχρι κάπου εκεί, στις τελευταίες τάξεις του γυμνασίου, που έδωσαν το πρώτο τους φιλί. Ήταν εκείνο το βράδυ που επέστρεφαν οι δυο τους από εκείνο το πάρτι της φίλης τους, της Ελένης. Ακόμη και τώρα θυμόταν η Ερατώ κάθε λεπτομέρεια.
– Σ’ ευχαριστώ που με επιστρέφεις στο σπίτι! του είπε χαμογελαστή
– Στο δρόμο μου είναι… απάντησε εκείνος, σηκώνοντας τους ώμους αδιάφορα
– Μου αρέσει που είμαστε μαζί! συνέχισε εκείνη
– Δεν είμαστε μαζί Ερατώ! Κι αν θες να ξέρεις, οι γονείς μου επέμεναν να σε γυρίσω στο σπίτι!
– Οι γονείς σου… τους αγαπώ τους γονείς σου, είναι πολύ καλοί άνθρωποι!
– Πρήχτες είναι! Τι φοβήθηκαν; Μη σε πειράξει κανένας; Ποιος να είναι τόσο χαζός ώστε να κάνει κάτι τέτοιο; της είπε και την κοίταξε απογοητευμένος
– Ναι! Ποιος να κάνει κάτι τέτοιο; είπε η Ερατώ και ξέσπασε σ’ ένα δυνατό γέλιο
– Έλα, φτάσαμε, καληνύχτα. είπε ο Νίκος κι έκανε να φύγει
– Μισό λεπτό! είπε εκείνη και τραβώντας τον απ’ το χέρι, κόλλησε τα χείλη της στα δικά του
Ο Νίκος αυτόματα τραβήχτηκε προς τα πίσω κι έμεινε να κοιτάζει την Ερατώ με απροσδιόριστο ύφος. Εκείνη τον κοιτούσε σχεδόν χωρίς ανάσα, περιμένοντας την αντίδρασή του. Έμειναν έτσι για λίγα δευτερόλεπτα κι έπειτα ο Νίκος, χωρίς να πει λέξη, άρχισε να περπατά με γρήγορα βήματα προς το σπίτι του, αφήνοντάς την πίσω να τον κοιτάζει, να τον βλέπει ν’ απομακρύνεται και να νιώθει πως τα πόδια της ήταν κολλημένα στο έδαφος, ανίκανα να κουνηθούν.
Το επόμενο διάστημα ο Νίκος την απέφευγε, κάποιες φορές η Ερατώ τον είδε ν’ αλλάζει διαδρομή με το που την έβλεπε. Ήταν μικρό παιδί, ντρεπόταν, τον καταλάβαινε, δεν θα ήταν εύκολο να διαχειριστεί τα συναισθήματά του. Ίσως δεν το περίμενε, ενώ εκείνη το σχεδίαζε χρόνια εκείνο το φιλί. Σίγουρα το μόνο που χρειαζόταν, ήταν να του δώσει λίγο χρόνο, να σκεφτεί, να καταλάβει, ν’ αποφασίσει.
Λίγο καιρό μετά, η Ερατώ, μη αντέχοντας άλλο αυτή την απόσταση που είχε δημιουργηθεί μεταξύ τους, κρύφτηκε πίσω από ένα δέντρο μπροστά απ’ το σπίτι του και τον περίμενε. Ήξερε τι ώρα επέστρεφε απ’ το φροντιστήριο, ήταν σίγουρη πως θα μπορούσε να τον πείσει να της μιλήσει. Μόλις την είδε εκείνος, κοντοστάθηκε και κοίταξε γύρω του, σαν να έψαχνε τρόπο διαφυγής. Η Ερατώ βλέποντάς τον, τον πλησίασε.
– Γιατί με αποφεύγεις; τον ρώτησε θαρρετά, βάζοντας τα χέρια στη μέση της
– Δεν σε αποφεύγω… προσπάθησε να δικαιολογηθεί εκείνος
– Νίκο, δεν μου μιλάς σχεδόν! Τόσο κακό ήταν αυτό που έκανα; Νόμιζα ότι κι εσύ… Νίκο είμαι ερωτευμένη μαζί σου!
– Ερατώ σταμάτα! Δεν ξέρεις τι λες!
– Σε παρακαλώ, δώσε μου μια ευκαιρία!
– Μια ευκαιρία για ποιο πράγμα Ερατώ; Δεν σου είπα ποτέ… δεν σου έδειξα… δεν…
– Σ’ αγαπάω Νίκο! Τι άλλο θέλεις να κάνω για να το καταλάβεις;
– Να μ’ αφήσεις ήσυχο θέλω! Μ’ έχεις κάνει ρεζίλι στη γειτονιά πια, δεν το καταλαβαίνεις; της είπε και μπήκε τρέχοντας στην πολυκατοικία του
Η κουβέντα αυτή, πόνεσε την Ερατώ περισσότερο κι από μαχαιριά στην καρδιά. Αγαπούσε τον Νίκο μ’ όλη τη δύναμη της ψυχής της, δεν μπορούσε να διανοηθεί πως εκείνος όχι μόνο δεν θα ένιωθε το ίδιο, αλλά ότι θα την απομάκρυνε με τόσο σκληρό τρόπο!
Η απόσπαση του πατέρα της σε μια κωμόπολη της βόρειας Ελλάδας εκείνο το διάστημα, ήταν ίσως ό,τι χειρότερο μπορούσε να συμβεί στη ζωή της. Θα έπρεπε να αφήσει πίσω το σχολείο της, τους φίλους της, το σπίτι της, τη γειτονιά της, μα το πιο δύσκολο κομμάτι ήταν ότι θα άφηνε πίσω της το Νίκο. Έκλαψε, φώναξε, απείλησε, μα η απόφαση είχε παρθεί, θα έφευγαν.
– Ήρθα να σας χαιρετήσω… είπε η Ερατώ, καθώς στεκόταν έξω απ’ την πόρτα του σπιτιού του Νίκου
– Μας είπαν οι γονείς σου ότι φεύγετε, πολύ λυπηθήκαμε όλοι κορίτσι μου! είπε η κυρία Στέλλα, η μαμά του Νίκου και παραμέρισε δίνοντάς της χώρο να μπει στο σπίτι
Έμεινε εκεί πάνω από μία ώρα, καρδιοχτυπώντας για την ώρα που ο Νίκος θα έμπαινε και θα τον έβλεπε. Ήξερε την ώρα που επέστρεφε απ’ το φροντιστήριο αγγλικών κι είχε φροντίσει να συμπέσει με την επίσκεψή της. Ήθελε να τον χαιρετήσει, έστω και μπροστά στους γονείς του, μιας και πλέον εκείνος πήγαινε στο λύκειο και δεν τον έβλεπε κάθε μέρα όπως παλιά και όσες προσπάθειες κι αν είχε κάνει το τελευταίο διάστημα να τον συναντήσει, απέβησαν άκαρπες.
– Θα πρέπει να φύγω… είπε απογοητευμένη. Οι γονείς μου έχουν βάλει τα τελευταία πράγματα στο αυτοκίνητο και θα πρέπει να ξεκινήσουμε.
– Να προσέχεις τον εαυτό σου! είπε η κυρία Στέλλα και σηκώθηκε να την ξεπροβοδίσει
– Όλα να σας πάνε δεξιά! είπε ο κύριος Πασχάλης, ο πατέρας του Νίκου και της χαμογέλασε
Η Ερατώ προχώρησε με αργά βήματα προς την πόρτα κι όταν έπιασε το χερούλι, ένιωσε την καρδιά της να πονάει. Γύρισε απότομα κι αγκάλιασε σφιχτά την κυρία Στέλλα, ενώ της έβαλε στο χέρι ένα χαρτί και της είπε χαμηλόφωνα: “Είναι για τον Νίκο. Δώστε το, σας παρακαλώ!” κι έφυγε σχεδόν τρέχοντας.
“Φεύγω, μα αφήνω πίσω ένα κομμάτι της καρδιάς μου, εσένα.
Ελπίζω να καταλάβεις πόσο σ’ αγαπώ κι όταν επιστρέψω, να μ’ αφήσεις να σε κάνω ευτυχισμένο!
Με αγάπη, Ερατώ”
Αυτά διάβασε πάνω σ’ ένα ροζ αρωματικό χαρτί ο Νίκος και αμέσως μετά το τσαλάκωσε και το πέταξε στο γκρι καλαθάκι κάτω απ’ το γραφείο του.
*****
Στα τέσσερα χρόνια που έλειπε η Ερατώ απ’ την πόλη, του είχε στείλει αμέτρητα γράμματα, όλα γεμάτα αγάπη κι έρωτα, μα απάντηση δεν πήρε ποτέ της. Μαράζωνε μακριά του, σχεδόν δεν έτρωγε, χαμογελούσε ελάχιστα κι είχε κλειστεί στον εαυτό της, δεν είχε φίλους, παρέες, απ’ το σπίτι στο σχολείο και το αντίστροφο. Μάταια προσπαθούσαν οι γονείς της να την πείσουν να πάει μια βόλτα, να γνωριστεί καλύτερα με τους συμμαθητές της, να μην κλείνεται τόσο. Εκείνη ανέπνεε πια μόνο για τη στιγμή που θα επέστρεφαν στην πόλη που ζούσε ο μεγάλος της έρωτας. Προσπάθησε πολλές φορές να τους πείσει πως έπρεπε να γυρίσουν νωρίτερα, φώναξε, απείλησε, παρακάλεσε, μα τίποτα δεν στάθηκε ικανό για να τους αλλάξει γνώμη. Το μόνο που της είχε απομείνει ήταν να κάνει υπομονή, τέσσερα χρόνια ήταν, θα περνούσαν…
Ήταν λίγες μέρες μετά τα δέκατα όγδοα γενέθλιά της, που μπήκαν στο αυτοκίνητο για να πάρουν το δρόμο της επιστροφής. Το παλιό τους σπίτι -πατρικό της μητέρας της- την περίμενε για να συνεχίσει τη ζωή της από εκεί που την είχε αφήσει, για την ακρίβεια για ν’ αρχίσει και πάλι να ζει.
Η απογοήτευσή της ήταν τεράστια, όταν διαπίστωσε πως ο Νίκος είχε φύγει για το στρατό μόλις ένα μήνα πριν. Προσπάθησε να πείσει τους γονείς της να την αφήσουν να πάει στο στρατόπεδο να τον δει, μα εκείνοι της το απαγόρευσαν, η απόσταση ήταν τεράστια, θα τον έβλεπε όταν ερχόταν με άδεια. Κι έτσι έγινε. Έμαθε από τις παλιές παρέες τους πως θα ερχόταν ανήμερα των γενεθλίων του και πως θα του έκαναν μια μικρή έκπληξη στην καφετέρια της γειτονιάς, αυτή που σύχναζαν όλοι. Έβαλε ό,τι πιο όμορφο είχε, χτένισε προσεχτικά τα μαλλιά της, βάφτηκε διακριτικά και πήρε μαζί της όσο θάρρος είχε. Θα τον συναντούσε μετά από τόσα χρόνια και μάλιστα δεν θα περίμενε ότι θα ήταν κι εκείνη εκεί. Δεν ήξερε πώς θα την αντιμετώπιζε, ήξερε μόνο ότι ήθελε να τον δει.
Η έκπληξη ήταν τεράστια για εκείνον. Όλοι του οι φίλοι, να τον περιμένουν με γέλια και μουσικές στο στέκι του. Και στην άκρη μια γυναίκα, που εκείνος είχε ξεχάσει κι ότι υπήρχε, η Ερατώ. Τους χαιρέτησε όλους έναν έναν κι όταν έφτασε μπροστά της κοντοστάθηκε, η άλλοτε μικρή, αδέξια Ερατώ, ήταν μια όμορφη νέα γυναίκα. Ίσως όχι τόσο όμορφη για τα γούστα του, αλλά στην αναβροχιά… Είχε αλλάξει πολύ, το μόνο που δεν είχε αλλάξει ήταν το βλέμμα της που ήταν γεμάτο λατρεία όταν τον κοιτούσε.
Τέσσερις μέρες έμεινε στην πόλη τους ο Νίκος. Τόσο ήταν όλη κι όλη η άδειά του και την πέρασαν σχεδόν όλη οι δυο τους. Από εκείνο το πρώτο βράδυ, την έκανε δική του κι έγινε ο πρώτος της. Ένιωθε να πετάει στα σύννεφα η Ερατώ, ο μεγάλος της έρωτας, ο πρώτος άντρας που σημάδεψε την καρδιά της, ήταν κι ο πρώτος που άγγιξε το κορμί της. Ούτε ο πόνος τη σταμάτησε, ούτε η δυσφορία που ένιωσε σε στιγμές απ’ την έντασή του, ούτε οι σταγόνες αίματος στο λευκό σεντόνι. Τον αγαπούσε, ήταν ταγμένη σ’ εκείνον από πάντα κι αυτό ήταν το σημαντικό για εκείνη. Όταν η άδειά του τελείωσε κι έπρεπε να παρουσιαστεί στην νέα μονάδα, η Ερατώ έκλαψε πολύ, μόλις τον είχε ξαναβρεί μετά από τόσα χρόνια και έπρεπε να τον αφήσει και πάλι, ήταν πολύ σκληρό για εκείνη. Απ’ την άλλη ο Νίκος, έδειχνε πιο ήρεμος, αδιάφορος σχεδόν, μα η Ερατώ δεν έβλεπε, μόνο ένιωθε. Από πάντα σ’ ό,τι αφορούσε εκείνον.
Κάθε άδειά του, την περνούσε μαζί της. Συνήθως στο μικρό αποθηκάκι στο πίσω μέρος της αυλής του, που το είχε διαμορφώσει έτσι ώστε να μπορεί να κοιμάται εκεί όταν δεν ήθελε να είναι με τους δικούς του, ή όταν ήθελε να μαζευτεί με φίλους. Δεν την πείραζε, το μόνο που την ένοιαζε ήταν να είναι μαζί του. Δεν σκέφτηκε στιγμή γιατί δεν εμφανίζονται μαζί δημόσια ή γιατί δεν της μιλάει πολύ στα “διαλείμματά” που έκαναν απ’ το κρεβάτι. Δεν σκέφτηκε στιγμή, την ολοφάνερη για άλλους αλήθεια, πως ο Νίκος απλώς περνούσε το χρόνο του, ξέδινε πάνω στο κορμί της, μα δεν έδινε δεκάρα για την ψυχή της. Μια αλήθεια που της είπε κατάμουτρα ένα βράδυ, κάνοντάς την κομμάτια…
– Τι είναι αυτό; τη ρώτησε απορημένος
– Είναι… θα γίνουμε… Νίκο μου! είπε κι έπεσε στην αγκαλιά του συγκινημένη
– Τι μaλαkies λες; της είπε και την έσπρωξε με δύναμη πάνω στο κρεβάτι
– Νίκο, είμαι έγκυος! του είπε απορημένη για τη βίαιη συμπεριφορά του
– Από μένα; Για σύνελθε Ερατώ! Λείπω τόσο καιρό! Αυτό μου έλειπε τώρα! της είπε υψώνοντας τη φωνή του
– Πήγα στο γιατρό, είμαι στο δεύτερο μήνα. Φυσικά είναι δικό σου, τι είναι αυτά που λες; του είπε με παγωμένο το χαμόγελο στο πρόσωπό της
– Τέρμα οι πλάκες Ερατώ! Τα μαζεύεις, πας πίσω στο γιατρό, σου βγάζει αυτό το… αυτό το πράγμα από μέσα σου και μην τολμήσεις και ξαναεμφανιστείς μπροστά μου, το κατάλαβες; έφτυσε τις λέξεις πάνω της
– Ποιες πλάκες Νίκο; Είμαι έγκυος στο παιδί σου! Στο παιδί μας!
– Μην τολμήσεις και το ξαναπείς αυτό! Εξαφάνισέ το κι εξαφανίσου κι εσύ! της είπε σκύβοντας απειλητικά από πάνω της
– Νίκο σ’ αγαπάω και μ’ αγαπάς, μας ήρθε αυτό το δώρο κι εσύ…
– Ποιος σ’ αγαπάει ρε κακομοίρα; Ξεχαρμανιάσαμε δέκα φορές και εσύ μιλάς γι’ αγάπες;
Όλα άρχισαν να γυρίζουν γύρω της. Ένιωσε την ψυχή της να φεύγει απ’ το σώμα, το βλέμμα της άρχισε να θολώνει. Είχε παγώσει ολόκληρη, φωτιά να της έβαζες εκείνη τη στιγμή, δεν θα ένιωθε πόνο.
Όλα έγιναν γρήγορα, τόσο γρήγορα, που δεν μπορούσε καν να θυμηθεί τις λεπτομέρειες. Προσπάθησε πολύ να βάλει τις σκέψεις της σε τάξη και να διηγηθεί το πώς έφτασε ο Νίκος της να βρίσκεται νεκρός μπροστά στα πόδια της μέσα σε μια λίμνη αίματος, μα στάθηκε αδύνατο. Ένας σουγιάς στο τραπεζάκι δίπλα της, ο λαιμός του, τα μάτια του να θολώνουν, τα γόνατά του να λυγίζουν κι εκείνη εμμονικά να χτυπάει το ήδη άψυχο σώμα ξανά και ξανά. Μια κραυγή που έσκισε την ησυχία της νύχτας, της μητέρας του που λιποθύμισε μπροστά στο θέαμα, μια δυνατή σπρωξιά που την πέταξε στον τοίχο απ’ τον πατέρα του, που την παραμέρησε βίαια μπας και καταφέρει να σώσει το μοναχογιό του. Και μετά σειρήνες, άνθρωποι με μπλε στολές να φωνάζουν κι άνθρωποι με λευκά να σκύβουν πάνω απ’ το κομματιασμένο σώμα…
*****
“Ήρθες…” ψιθύρισε κι ενστικτωδώς σήκωσε το δεξί της χέρι και διόρθωσε όπως όπως τα μαλλιά της. “Ήξερα ότι θα έρθεις…” συνέχισε να μιλάει λίγο πιο θαρρετά και προσπάθησε να χαμογελάσει, μα έμοιαζε περισσότερο με κακογραμμένη γκριμάτσα στο χλωμό πρόσωπό της. Τα χείλη της στεγνά, τα μάτια της θολά, το δέρμα της σχεδόν ραγισμένο. Η ταλαιπωρία κι ο πόνος ήταν εμφανή σε κάθε εκατοστό της. Τα μακριά μαλλιά της έπεφταν άτσαλα πάνω στους γυμνούς και σχεδόν αποστεωμένους ώμους της. Έκανε ένα βήμα μπροστά και γονάτισε στο πάτωμα “Πόσα χρόνια αγάπη μου… πόσα χρόνια;” είπε και ξέσπασε σ’ ένα βουβό κλάμα, που ταρακουνούσε με οδύνη το ισχνό κορμί.
Δώδεκα χρόνια πριν την έβαλαν στο ψυχιατρείο και δώδεκα χρόνια, σχεδόν κάθε βράδυ στεκόταν μπροστά στον τοίχο, κοιτούσε απορημένη το κενό και συνομιλούσε με εκείνον, τον Νίκο της. Τον Νίκο της που στο μυαλό της ήταν ακόμη ζωντανός και την κοιτούσε χαμογελαστός, λέγοντάς της πως την συγχωρεί και πως δεν πειράζει που απέβαλε το παιδί τους, θα έκαναν άλλα παιδιά, θα έκαναν μια όμορφη οικογένεια και θα ζούσαν ευτυχισμένοι για πάντα.
Ο ήχος από μια κλειδαριά που άνοιγε, την έκανε να κοιτάξει με θυμό την πόρτα. Πάλι τον έδιωχναν! Πάλι! Σηκώθηκε απότομα κι έπεσε με το σώμα της με φόρα πάνω στον πρώτο άντρα με λευκά που μπήκε μέσα. “Έχουμε κρίση πάλι!” άκουσε μια φωνή κι ένιωσε κάτι να την καίει στον αριστερό γλουτό της.
Ένα λεπτό μετά τα μάτια της βάρυναν, το σώμα της χαλάρωσε, η αναπνοή της ηρέμησε. Είδε τον Νίκο της να στέκεται στην πόρτα και να της χαμογελάει. Προσπάθησε κι εκείνη να του χαμογελάσει, μα δεν πρόλαβε, έκλεισε τα βλέφαρά της και βυθίστηκε σ’ έναν βαθύ, ήρεμο ύπνο.
Κική Γιοβανοπούλου
