Λάθος (;) απόφαση

Η Ράνια φόρεσε το νυφικό και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Είχε μείνει μόνη της στο δωμάτιο και ένιωθε έναν περίεργο κόμπο στο στομάχι. Έφτασε η μέρα που θα παντρευόταν με τον Βαγγέλη. Ήταν μαζί περίπου δέκα χρόνια και είχε φτάσει πια το πλήρωμα του χρόνου.
Αυτό που αναρωτιόταν ‘καρφώνοντας’ το είδωλό της στον καθρέφτη, ήταν αν προχωράει σε αυτή τη δέσμευση γιατί τον αγαπάει ή γιατί ο ένας είναι η ρουτίνα του άλλου…

Ένας χτύπος ακούστηκε από την πόρτα.
“Περάστε”

Ο Τόλης μπήκε δειλά και ένα επιφώνημα θαυμασμού του ξέφυγε.
“Είσαι πολύ όμορφη!”
“Σιγά καλέ”, είπε η Ράνια και τον έσπρωξε με νάζι “Όλο τα ίδια μου λες από όταν ήμασταν συμμαθητές! Κι εσύ ένας κούκλος είσαι!”, είπε και του έφτιαξε την γραβάτα.
Ο Τόλης της χαμογέλασε

“Είσαι έτοιμη; Πώς νιώθεις;”, ρώτησε και έκατσε στα πόδια του κρεβατιού, απέναντι από τον καθρέφτη
“Ρε δεν ξέρω. Δεν ξέρω αν όλο αυτό τελικά γίνεται γιατί έτσι πρέπει…”
“Τον αγαπάς;”
“Τι ερώτηση είναι αυτή ρε Τόλη;”
“Απλή”
“Ε ναι”
“Μάλιστα…”
“Δεν με πιστεύεις;”
“Σε πιστεύω. Αυτός σε αγαπάει;”
“Ξέρω ‘γω; Ναι”
“Παντρεύεσαι έναν άντρα με τον οποίον θα ζήσεις το υπόλοιπο της ζωής σου και οι απαντήσεις σου είναι “ξέρω ‘γω”;”
“Τί θέλεις τώρα ρε Τόλη;” , είπε νευριασμένη η Ράνια και στάθηκε πάλι μπροστά στον καθρέφτη.

Ο Τόλης σηκώθηκε και στάθηκε πίσω της. Ακούμπησε το πηγούνι του στον ώμο της.
“Φαίνεται ότι αυτός είναι καλός για σένα και σου συμπεριφέρεται όπως πρέπει”

Η Ράνια χαμογέλασε. Εκείνος, όμως, παρέμεινε σοβαρός. Την έπιασε από τα χέρια και την γύρισε προς το μέρος του.
“Ξέρει ότι με παίρνεις τηλέφωνο όταν κοιμάται; Ξέρει για τα άσχημα όνειρα που έχεις; Ξέρει τους λόγους που κλαις; Ξέρει γιατί πονάει η καρδιά σου;”
Η Ράνια βούρκωσε.
“Γιατί μου τα ρωτάς τώρα αυτά ρε Τόλη; Είσαι το πιο αγαπημένο μου άτομο, αν δεν τα πω σε σένα σε ποιον θα τα πω;”
“Σε αυτόν που λες ότι σε αγαπάει πραγματικά…”
“Τι ακριβώς μου λες τώρα; Θέλεις να αγχωθώ φουλ; Ποιος θα με παντρέψει;”
“Το ξέρω ότι είχα πει ‘ναι’ στην πρόταση του Βαγγέλη για κουμπαριά, αλλά… αλήθεια, Ράνια, δεν μπορώ. Με συγχωρείς”
“Μου κάνεις πλάκα έτσι; Να γελάσω! Να πάμε στην εκκλησία τώρα;”
“Ράνια…Δεν κάνω πλάκα. Έπρεπε να στο έχω πει νωρίτερα…Το ξέρω…”
Η Ράνια είχε χλωμιάσει.

“Πετάς τόσα χρόνια εμπιστοσύνης σε μια στιγμή;!”, φώναξε και άρχισε να τον χτυπάει άγαρμπα στο στήθος και το πρόσωπο.
“Σ’ αγαπάωωωω!”, της είπε τόσο δυνατά που κοκκάλωσε και τον κοίταξε με μάτια κόκκινα, χαλασμένο μέικ απ και ανάκατα τα μαλλιά της. “Δεν ξέρω γιατί δεν μίλησα νωρίτερα, αλλά δεν θα αντέξω να σε δω στο πλευρό ενός άντρα που δεν ξέρει ποιο είναι το αγαπημένο σου χρώμα, το αγαπημένο σου φαγητό, το αγαπημένο σου μέρος, τα προβλήματά σου, οι ανησυχίες σου, οι εφιάλτες σου και τα όνειρά σου! Απλά επειδή σου προσφέρει μια άνετη ζωή! Μόνη σου το είπες! Γίνεται γιατί πρέπει! Εσύ το θες;”, ολοκλήρωσε και το στήθος του ανεβοκατέβαινε από την ένταση, ενώ τα χέρια του κρατούσαν σφιχτά τα μπράτσα της Ράνιας.

Άνοιξε το στόμα της αλλά δεν έβγαινε ούτε ανάσα. Μετά βίας κατάφερε να τον ρωτήσει: “Τι λες;”.
“Την αλήθεια”, απάντησε, απελευθέρωσε τα χέρια της και έκανε ένα βήμα πίσω.

Η Ράνια έκατσε στο πάτωμα. Κοίταζε το κενό και ‘ξαναέπαιζε’ στο κεφάλι της όσα άκουσε. Μετά από κάποια λεπτά απόλυτης σιωπής και ακινησίας, ο Τόλης κινήθηκε προς την πόρτα.
“Πού πας;”, τον ρώτησε η Ράνια θυμωμένη και σηκώθηκε όρθια. Έφτασε απέναντί του και του έριξε ένα δυνατό χαστούκι. Ο Τόλης την άρπαξε και τη φίλησε με πάθος. Η Ράνια ανταπέδωσε, σαν να το περίμενε από πάντα. Εκείνη πρώτη άρχισε να του ξεκουμπώνει το κουστούμι και ο Τόλης ακολουθώντας τις κινήσεις της τής αφαίρεσε το νυφικό. Ο ένας άγγιζε τον άλλον με τόση λεπτότητα και αγάπη. Έκαναν έρωτα γεμάτο συναίσθημα. Ούτε ο ένας ούτε ο άλλος είχαν νιώσει ποτέ ότι μπορεί μυαλό και σώμα να γίνουν ένα.

“Πάμε να φύγουμε”, του είπε η Ράνια ενώ ήταν χωμένη στην αγκαλιά του.
“Αυτό θες;”
“Αυτό ήθελα πάντα, αλλά δεν το ήξερα… Άλλοι θα με μισήσουν και άλλοι θα επικροτήσουν την απόφασή μου. Για μια φορά όμως ας ζήσω έξω από τις νόρμες”
Το πρόσωπο του Τόλη φωτίστηκε.

Η Ράνια άρπαξε το κινητό της και άρχισε να πληκτρολογεί ένα μήνυμα προς τον Βαγγέλη. Σταμάτησε απότομα, ενώ ο Τόλης ντυνόταν, όταν δέχτηκε κλήση από την αδελφή της. Λίγο πριν τον τελευταίο χτύπο την απάντησε:
“Έλα Ρέα”, είπε χαμηλόφωνα
“Πού είσαι;” , την ρώτησε φανερά αγχωμένη “Δεν ήρθε ο Τόλης να σε πάρει;”
“Ρέα… Ο Τόλης ήρθε… αλλά…”
“Αλλά;”, σχεδόν ούρλιαξε η αδελφή της στην άλλη γραμμή
Η Ράνια γύρισε και κοίταξε τον Τόλη μέσα στα μάτια κι εκείνος σταμάτησε ό,τι έκανε. Σαν να κατάλαβε…

“Αλλά άλλαξα γνώμη για το χτένισμα και τώρα ξεκινάμε”, της είπε με τρεμάμενη φωνή και έκλεισε το τηλέφωνο
Ο Τόλης άφησε ένα ειρωνικό χαμόγελο.
“Θα πάρω τον ξάδερφό μου να έρθει να με πάρει”
“Όχι”
“Δεν γίνεται Τόλη! Μετά από…”
“Γίνεται! Για να νιώσεις τον ίδιο πόνο που απλόχερα μου δίνεις τώρα! Ντύσου! Φεύγουμε!”, της είπε και της πέταξε στο πρόσωπο το νυφικό

Η Ράνια έβαλε τα κλάματα. Της πήρε αρκετή ώρα να συνέλθει. Στο μεταξύ πολλαπλά τηλεφωνήματα, από τα οποία άλλα απαντούσε και αλλά όχι, την έκαναν χειρότερα.
Μην μπορώντας άλλο πόνο στο στήθος, ο Τόλης βρόντηξε την πόρτα κι έφυγε.
Το μόνο που της είπε με το βλέμμα κενό ήταν “Η καρδιά μου ξάπλωσε σε αυτό το κρεβάτι κι εσύ επέλεξες αυτόν που οι δικοί σου λένε πως είναι καλός για σένα. Με διέλυσες…”

Με τον δυνατό ήχο της μηχανής που απομακρυνόταν, η Ράνια κάλεσε τον ξάδερφό της. Σουλουπώθηκε μετά από πολλή προσπάθεια, μπήκε στο αυτοκίνητο με κόκκινα μάτια και πήρε τον δρόμο για την εκκλησία…

Αγγελική Ανδριοπούλου

One response to “Λάθος (;) απόφαση”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading