Ο επί τρία

Ανώριμο γουρούνι, κάθαρμα του δήθεν, ξιπασμένο νεόπλουτο καθίκι του σαρκασμού, ένα αγνό ταλέντο ρουφιάνου! Τον ίδιο άνθρωπο έκαναν πρόσληψη, σαν να μην πέρασε ούτε μια ημέρα από την αποχώρησή του.

Εκείνη την ημέρα, θυμόμαστε, όταν με περισσή αλαζονεία ανακοίνωσε την παραίτησή του, βγήκαμε εμείς οι υπαλληλίσκοι του, οι πρώην δηλαδή, να το γιορτάσουμε. Ευτυχία, λάμπαμε, που επιτέλους ο τριμ@λ@k@ς θα έφευγε! Μας είχε ψήσει πέντε χρόνια, τέρμα περίεργος, αφόρητα συγκεντρωτικός, απόλυτα κυκλοθυμικός.
Μα λες και επέστρεψε να μας εκδικηθεί για την τόση χαρά που πήραμε, έναν χρόνο αργότερα τον είδαμε να στρώνεται ξανά στο γραφείο της διοίκησης! Αμίλητοι σταθήκαμε να κοιτάμε ο ένας τον άλλο.

Ήταν και ένα τυπάκι που οι άλλες ομάδες τον είχαν για περίεργο, ο Μίνωας, στις εγκρίσεις, που δεν πολυμίλαγε, μα συμμετείχε στο γενικότερο κλίμα του γραφείου, αν το αστείο ήταν καλό έφτανε μέχρι χαμόγελο! Ο Μίνωας δεν είχε ζήσει την Τ.Ε. (τριμ@λ@k@ εποχή) καθότι υπήρξε νέα πρόσληψη και έτσι δεν μπορούσε πλήρως να συμμεριστεί τι μας συμβαίνει. Επίσης ο Μίνωας παρότι περίεργος, όπως του προσάρτησαν, ήταν αγαπητός από όλους, διότι είχε την απόλυτη ηρεμία ζωγραφισμένη σε όλες τις κινήσεις του, κάτι σαν βραδύποδα σε τρέξιμο ας πούμε. Χρειαζόσουν για παράδειγμα μια έγκριση να προχωρήσει η παραγγελία, ο Μίνωας θα σε εξυπηρετούσε, αλλά έπρεπε να μαζέψεις εκατό έγγραφα, να τα δει τρεις και τέσσερις φορές, να πας και να έρθεις άλλες τόσες, αλλά ψυχούλα εν τέλει σε κέρναγε σοκολατάκια, μονίμως στο συρτάρι του, και τρώγοντας το τέταρτο η πέμπτο noisetta σπάζοντας το φουντούκι με θόρυβο χωρίς να ελπίζεις στο αύριο, «τι θα γίνει ρε Μίνωα, να την στείλω την παραγγελία; ούτε εισηγμένη εταιρεία στο χρηματιστήριο να ήταν!», τσουπ το χαμόγελο με την έγκριση μαζί.

Αυτή την ήρεμη δύναμη έβαλε στο μάτι ο επί τρία! Δεν του άρεσε η καθυστέρηση, δεν μπορούσε τους «υποτονικούς», τους «βαρετούς» έλεγε, περνώντας δίπλα από τον Μίνωα και τον πίεζε όλο και περισσότερο να κάνει πιο γρήγορα, με αποτέλεσμα πολλές παραγγελίες να εγκριθούν, αλλά χωρίς ποτέ να πάρουμε χρήματα από τους πελάτες! Ξεκίνησε μια επιθετικό-αμυντική κατάσταση, όπου ο επί τρία κατηγορούσε την ομάδα, εμάς δηλαδή, μας καλούσε προσωπικά να μας επιπλήξει για την ποιότητα των πελατών που προσεγγίζαμε και κατέληγε στον Μίνωα. Οι κυρώσεις ήταν άμεσες, με την μικροδιαχείρισή του, κάποια στιγμή η εταιρεία δεν διέθετε ούτε χαρτί τουαλέτας, μην μιλήσω για την θέρμανση που σχεδόν ποτέ δεν είχαμε.

Μέσα σε δυο μήνες αρρωστήσαμε όλοι! Πρώτα ψυχολογικά και μετά σωματικά, αδέλφια δίδυμα το σώμα με την ψυχή, αλληλένδετα και επί της ουσίας ίδια! Τον χειμώνα, μετά από εμένα, κρεβατώθηκε ο Μίνωας με ακατάπαυστη κούραση, το λεγόμενο burnt out και ας μην το παραδεχόταν. Οι εξετάσεις του ήταν καθαρές μα η υγεία του όχι, ζαλιζόταν με το παραμικρό, η ενέργειά του εξανεμιζόταν σε μια στιγμή. Λυπηθήκαμε όλοι, κυρίως επειδή δεν μπορούσαμε να βοηθήσουμε. Αποφασίσαμε αλληλοδιαδόχως να πηγαίνουμε σπίτι του, να ψωνίζουμε να βοηθάμε λίγο στις δουλειές, μα κυρίως να κάνουμε παρέα. Επιπροσθέτως αποφασίσαμε κάθε μήνα, να δωρίζουμε τρόφιμα ή χρήματα, τα οποία ανέλαβα να πηγαίνω στον Μίνωα.

Η αδυναμία του, ήταν και η αφορμή να γνωριστούμε όλοι καλύτερα, να συσφίξουμε τις σχέσεις μας και να λειτουργήσουμε επιτέλους σαν ομάδα ανθρώπων με στήριξη όχι μόνο ως προς Μίνωα μα ο ένας για τον άλλο. Κλισέ; Όχι, πανανθρώπινη αξία, διαχρονική, και την δυναμική αυτής της σχέσης την καταλάβαμε με αφορμή τον Μίνωα. Εντωμεταξύ ο επί τρία, τον καιρό της απουσίας του Μίνωα, βρήκε την ευκαιρία να προωθήσει έναν άλλο δικό του άνθρωπο από τις προμήθειες, και όταν η άδεια του Μίνωα έληξε, μα ο άνθρωπος ακόμα δεν μπορούσε να λειτουργήσει, τότε τον απαξίωσε, πήρε όλη την δουλειά, τον έκανε να νιώσει ανεπιθύμητος και εν τέλει τον έκανε ν’ αμφιβάλλει για τον εαυτό του. Έφυγε χωρίς να αποζημιωθεί για τίποτα, απλά παραιτήθηκε με μια βουβή παραίτηση, με κατεβασμένους του ώμους, βαθιά απογοητευμένος από μια εταιρεία που πραγματικά του άρεσε.
Η καρέκλα του γέμισε γρήγορα, το όνομα αντικαταστάθηκε στο τηλέφωνο, τα αρχεία του σβήστηκαν. Μόνο το username του έμεινε να εμφανίζεται στο σύστημα, στα έγγραφα που είχε εγκρίνει, να μας θυμίζει την παρουσία του. Οι συνάδελφοι που τον στηρίξαμε, βιώσαμε μια κούραση ψυχής, απερίγραπτη με λόγια και μεγαλύτερη από την πρώτη φορά, όταν μάθαμε ότι ο βασανιστής μας επέστρεφε. Η ατμόσφαιρα πιο βαριά από ποτέ, «έτρωγε» σιγά σιγά τις αντιστάσεις μας. Ο Πάνος παραιτήθηκε πρώτος, ακολούθησε η Μαρία ύστερα ο Χάρης. Μια αόρατη φθορά μας έσπρωχνε στην έξοδο.

Εκεί κάπου λύγισα και εγώ, αφού πρώτα μου πήρε μήνες με τεράστια προσπάθεια πειθούς του εαυτό μου, να σηκώνομαι κάθε πρωί να πηγαίνω στην δουλειά που σχεδόν μισούσα, να μιλάω με πελάτες και να λύνω προβλήματα που πραγματικά δεν με ενδιέφεραν. Ήταν οι λογαριασμοί, τα χρέη μου που με κράταγαν αλυσοδεμένη. Εκείνη ακριβώς την στιγμή της απόλυτης πτώσης μου, τότε που οι άμυνες έπεσαν σαν χαρτί στον άνεμο, μια τρελή ιδέα, λίγο πριν την κατάθλιψη, αιωρήθηκε στο μυαλό, σαν όνειρο που μου φώναζε να πιαστώ από πάνω του.

Την επομένη παραιτήθηκα. Την μεθεπόμενη έληγε το δάνειο! Το πλήρωσα και μου έμειναν κάτι ψιλά να βγάλω τον μήνα, μα το μυαλό δούλευε πυρετωδώς. Βρήκα έναν χώρο στα Εξάρχεια, μύριζε ακόμα καμένο, ήταν ένα από τα κτήρια που κάηκαν σε πορεία προς το Πολυτεχνείο, μα δεν με ένοιαζε, θα το έφτιαχνα. Κάλεσα τον Μίνωα, του είπα την τρελή ιδέα μου και αφού πρώτα με κοίταξε με μάτια ροφού, σήκωσε τα μανίκια και ονειρεύτηκε μαζί μου! Σε έναν μήνα πήραμε δάνειο για την μικρή επιχείρησή μας, δυο τραπέζια, τέσσερις καρέκλες, δυο λαπτοπ, δεν θέλαμε πολλά να ξεκινήσουμε αυτό που τόσα χρόνια κάναμε για άλλους. Χωρίς ιεραρχίες, χωρίς εντολές, δύσκολο κουραστικό και με τραύματα εργασιακά που δεν καταφέραμε πλήρως να αποβάλουμε. Η φωνή του επί τρία αντηχούσε στα αυτιά μου, ακουγόταν κάπου πίσω μου, σαν ηχώ που έλεγε «δεν είσαι αρκετή». Μα μέρα με την μέρα την άκουγα όλο και λιγότερο, ώσπου κάποτε εξαφανίστηκε. Σταμάτησα να την ακούω και εκείνη την ημέρα ήταν που ρώτησα τον Μίνωα.
– Μίνωα αν είχαμε μείνει εκεί…τι νομίζεις θα είχε αλλάξει;

Σκέφτηκε για λίγο, κοίταξε έξω στο παράθυρο, ένα περιστέρι περπατούσε στο περβάζι, ήρεμο, σχεδόν αδιάφορο.
– Τίποτα, απάντησε. Εγώ θα είχα αρρωστήσει περισσότερο, εκείνος δεν θα είχε αλλάξει τίποτα και εσύ θα περίμενες κάποιος κάποτε, να αναγνωρίσει την αξία σου.
– Άρα καλά κάναμε και φύγαμε, είπα στο τέλος.
– Πολύ καλά, αλλά να σου πω την αλήθεια, θα έπρεπε να είχαμε φύγει νωρίτερα!

Ελένη Ρέγγα

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading