Το Τάγμα

Η Σταχτοπούτα καθάριζε το τζάκι. Γονατιστή με το μισό σώμα της μέσα, έτριβε με μανία τοίχους και πάτωμα.
“Να σου βάλουμε ένα στρώμα να κοιμάσαι εκεί”.

Η Χιονάτη καθισμένη σε μια καρέκλα χάιδευε ένα κατακόκκινο μήλο. Μετά από μια δαγκωνιά το παράτησε κι έπιασε ένα δεύτερο μέσα από ένα καλάθι δίπλα της. Το δάγκωσε κι αυτό μια φορά, το παράτησε κι έπιασε ένα τρίτο.
“Μη μιλάς εσύ που έχεις καταστρέψει τις μισές μηλιές του δάσους. Κι όλα αυτά για μια μπουκιά”.

Η Σταχτοπούτα κάθισε σε ένα μικρό σκαμπό ξύλινο μπροστά από το τζάκι. Τα μαλλιά, το πρόσωπο και τα χέρια ήταν κατάμαυρα από τις στάχτες. Το φόρεμά της μόνο πριγκίπισσα δε θύμιζε. Από κίτρινο με πούλιες, τώρα είχε ένα περίεργο καφέ με κόκκινες στάμπες. Έτριψε το δεξί της μάτι με τα μουτζουρωμένα δάχτυλά της. Έμοιαζε με ταλαιπωρημένο μποξέρ που του το μαύρισαν μετά από αγώνα.
“Τουλάχιστον φτιάξε και καμιά μηλόπιτα να φάμε”, συνέχισε η Σταχτοπούτα.
“Εσύ να μη μιλάς, που η ανάγκη σου για καθαριότητα έχει ξεπεράσει κάθε όριο. Τα τζάκια μας είναι πιο καθαρά κι από την τουαλέτα”.

Η πόρτα του ξύλινου σπιτιού άνοιξε. Μπήκαν η Ωραία Κοιμωμένη με την Ραπουνζέλ.
“Επιτέλους. Γιατί αργήσατε;” ρώτησε η Χιονάτη δαγκώνοντας το δέκατο μήλο
“Με πήρε ο ύπνος”, απάντησε η Ωραία Κοιμωμένη. “Στη συνέχεια πιάστηκαν τα μαλλιά της Ραπ σε κάτι κλαδιά και μας πήρε πολύ ώρα μέχρι να τα ξεμπερδέψουμε”.

Οι βασιλοπούλες προχώρησαν στο κέντρο του σπιτιού. Τα πάντα μέσα ήταν μικροσκοπικά. Τα ντουλάπια, οι κούπες, τα πιάτα, τα κάδρα. Ακόμα και το ταβάνι οριακά χωρούσε τις κοπέλες.

Η Ραπουνζέλ κατάλαβε ότι συγκεντρώθηκαν ακόμα μια φορά στην καλύβα των νάνων. Τα ξανθά μαλλιά της κάλυπταν όλο το πάτωμα σα χαλί. Σε αρκετά σημεία ήταν ξεμαλλιασμένη και μικρά κλαδάκια δέντρων στόλιζαν τον τριχωτό ποταμό. Η Ωραία Κοιμωμένη βολεύτηκε σε ένα μικρό καναπεδάκι και ακούμπησε το κεφάλι της στο σατέν μαξιλαράκι που κουβαλούσε μαζί της. Σκεπάστηκε με τα μαλλιά της φίλης της και χασμουρήθηκε.
“Χωρίζω”, είπε η Χιονάτη.
Οι τρεις βασιλοπούλες άνοιξαν διάπλατα τα μάτια τους.
“ΤΙ;” ρώτησαν με μια φωνή
“Χωρίζω, πώς το λένε. Δεν αντέχω άλλο. Ο Πρίγκιπας με καταπιέζει πολύ!”, ξέσπασε σε κλάματα η Χιονάτη.

Τα δαγκωμένα μήλα δίπλα της είχαν σχηματίσει ένα μικρό βουναλάκι. Τίναξε με δύναμη το χέρι της επάνω του καθώς χειρονομούσε, με αποτέλεσμα να εκσφενδονιστούν τα μήλα στα κεφάλια των φιλενάδων της. Το σώμα της Χιονάτης τρανταζόταν από το κλάμα. Η Σταχτοπούτα την πλησίασε και της έπιασε το χέρι αφήνοντας πάνω του το μαύρο της αποτύπωμα.
“Τι είναι αυτά που λες; Μίλησες με την ψυχολόγο σου, την Καλή Νεράιδα;”
“Σας λέω χωρίζω και το ίδιο πρέπει να κάνετε κι εσείς. Δεν πρέπει να είμαστε οι τέλειες πριγκίπισσες που πρέπει να είμαστε ευγενικές, χαριτωμένες, υπέροχες σύζυγοι, μητέρες και δυναμίτης στο κρεβάτι, όταν θέλει ο άντρας μας βέβαια”.

Οι υπόλοιπες τρεις βασιλοπούλες ταράχτηκαν. Η κάθε μια σκέφτηκε την περίπτωσή της. Η Ραπουνζέλ εδώ και χρόνια αδημονούσε να κόψει τα μαλλιά της αγορέ και να τα βάψει μαύρα. Ο κοινωνικός της περίγυρος όμως, της το απαγόρευε. Ο σύζυγός της ειδικά ήταν κατηγορηματικός. Την είχε απειλήσει κιόλας ότι θα την ξανακλείδωνε στον πύργο με φρουρούς ώστε να μην το σκάσει ποτέ.

Η Ωραία Κοιμωμένη ανακάθισε στο καναπεδάκι κι αγκάλιασε το μαξιλαράκι της που λάτρευε. Της είχαν απαγορέψει να γνέθει. Έτυχε μια φορά τσιμπήθηκε από ένα αδράχτι, την πήρε ο ύπνος και κάτι έγινε. Εκείνη διψούσε για μάθηση. Είχε κάνει ειδική παραγγελία έναν αργαλειό από το μακρινό βασίλειο της Μόδας. Τον είχε κρύψει σε μια αποθηκούλα και όταν όλοι έπεφταν για ύπνο εκείνη δημιουργούσε. Αυτός ήταν και ο λόγος που νύσταζε όλη μέρα. Η εσάρπα με την ονομασία “Μορφέας” είχε κερδίσει στο μεγαλύτερο διαγωνισμό ένδυσης. Κανείς δεν ήξερε ότι ήταν δικό της, ούτε οι φίλες της. Αναστέναξε.

Η Σταχτοπούτα αγαπούσε τα περιστέρια και τα ποντίκια. Της είχαν κάνει παρέα άλλωστε όταν μόνη ακόμα καθάριζε και μαγείρευε για τη μητριά και τις αδερφές της. Παρακάλεσε τότε τον πρίγκιπα να χτίσουν ένα μικρό περιστερώνα και τουλάχιστον να μη βάζουν φάκες για τα ποντίκια σε κάθε γωνιά του παλατιού. Ο πρίγκιπας όμως αρνήθηκε. Φοβόταν τα περιστέρια μήπως του καταχέσουν το βασίλειο και σιχαινόταν τα ποντίκια, γι’ αυτό και είχε αγοράσει δέκα γάτες να τα εξολοθρεύσουν σε συνδυασμό με τις παγίδες. Έτσι η Σταχτοπούτα το είχε ρίξει στην καθαριότητα των τζακιών για να αποφύγει την κατάθλιψη. Της το είχε πει και η Καλή Νεράιδα. Τον άλλο μήνα αν συνεχιζόταν η κατάσταση, θα της χορηγούσε ένα αντικαταθλιπτικό φίλτρο. Με τίποτα δεν έπρεπε να το καταλάβει ο πρίγκιπας. Γιατί να μην το καταλάβαινε δηλαδή; Ήταν δυστυχισμένη, τέλος. Σηκώθηκε μουτζουρωμένη με μαυρισμένο μάτι από τη στάχτη. Πέταξε το πανί στο πάτωμα με φόρα. Διάβασε στα πρόσωπα των φιλενάδων της τις ίδιες σκέψεις.
“Ως εδώ. Συμφωνώ με την Χιονάτη. Τέλος η καταπίεση. Θέλω να περιτριγυρίζομαι από περιστέρια και ποντίκια”.
“Κι εγώ θέλω να κόψω τα μαλλιά μου”.
“Κι εγώ θέλω να γίνω η καλύτερη μοδίστρα του βασιλείου”.
“Κι εγώ θέλω να κλεφτώ με τον Γκρινιάρη και να μετακομίσουμε στη Χώρα των Χοντρών Μπιζελιών”.
Οι τρεις κοπέλες κοίταξαν τη Χιονάτη που κατέβασε το βλέμμα της γλυκοκοιτάζοντας ένα κομματάκι μήλου ξεχασμένο στο τραπέζι. Αφού το κύλισε λιγάκι δεξιά κι αριστερά, το έφαγε.

“Είμαστε δυστυχισμένες και καταπιεσμένες. Θέλουμε να είμαστε πιο ανεξάρτητες. Μαζί ενωμένες μπορούμε”, η Σταχτοπούτα χτύπησε με δύναμη το πόδι της στο πάτωμα.

Οι πριγκίπισσες μαζεύτηκαν γύρω από το τραπέζι καταστρώνοντας το σχέδιό τους. Θα έστελναν περιστέρια να ειδοποιήσουν και τις υπόλοιπες καταπιεσμένες βασιλοπούλες στα γύρω βασίλεια. Η ίδια η Ραπουνζέλ είχε λάβει ένα γράμμα από την καλύτερή της φίλη την Κλάραμπελ. Ο άντρας της ακόμα και τώρα που δεν ήταν βάτραχος πια, χοροπηδούσε πολλές φορές όπως τότε κι έτρωγε μύγες με κάθε ευκαιρία. Την ανάγκαζε μάλιστα πολλές φορές να χοροπηδάει κι εκείνη για συμπαράσταση. Το χειρότερο ήταν ότι οι γονείς της συμφωνούσαν με την κατάσταση.

Τότε οι κοπέλες συνειδητοποίησαν πως δεν ήταν οι μόνες σε παρόμοια θέση. Καμιά όμως δεν τολμούσε να διαμαρτυρηθεί. Δεν το επέτρεπε η θέση της, ο σύζυγος, η οικογένεια, η κοινωνία. Εκείνη τη στιγμή αποφάσισαν να αλλάξουν την πορεία των πραγμάτων. Πιάστηκαν από τα χέρια. Η Χιονάτη συγκινημένη φώναξε:
“Σήμερα δημιουργείται το “Τάγμα των …”

“Ώπα ώπα. Το “Τάγμα”;”
Ο νάνος σηκώθηκε απότομα από την καρέκλα καπνίζοντας μανιωδώς την πίπα του.
“Βασιλοπούλες είναι όχι ιππότες”.
“Μην γκρινιάζεις. Σε αγάπησε και η Χιονάτη τρομάρα σου”, είπε ο Μελένιος.
“Είμαι ο Γκρινιάρης και θα φωνάζω όσο θέλω”.

Οι υπόλοιποι έξι νάνοι καθισμένοι γύρω από το τραπέζι σιγομουρμούριζαν αναστατωμένοι. Η ζωή στα ορυχεία δεν ήταν πια για την ηλικία τους. Αποφάσισαν να γίνουν τρανοί συγγραφείς. Θα συνδύαζαν φανταστικά πρόσωπα διάφορων παραμυθιών δημιουργώντας τις δικές τους αυθεντικές ιστορίες.
“Δεν έχω καταλάβει, γιατί οι πριγκίπισσες επαναστατούν;” ρώτησε ο Χαζούλης. “Δε φτάνει που έχουν όλα τα καλούδια του κόσμου”.
“Αφού θέλουμε να γράψουμε κάτι μοντέρνο”, είπε ο Μελένιος.

Ο Συναχωμένος φτερνίστηκε μουσκεύοντας το χαρτί με σάλια. Ο Γκρινιάρης τον χαστούκισε.
“Είναι δυνατόν; Φτου κι από την αρχή”.

Ο Ξεφτέρης ανέβηκε πάνω στο τραπέζι. Χάιδεψε το μούσι του, ατένισε για λίγο το κενό, κι όπως ένας ρήτορας είπε με στόμφο:
“Να ζει κανείς ή να μη ζει;”

Η φασαρία όλο και δυνάμωνε. Οι νάνοι δε μπορούσαν να αποφασίσουν σχεδόν σε τίποτα. Ο Σοφός είχε μια ιδέα. Πήγε στην κουζίνα, τοποθέτησε σε ένα δίσκο μια κανάτα κρασί με εφτά ποτήρια και επέστρεψε στο σαλόνι.
“Μας χρειάζεται ένα διάλειμμα. Πάμε στον κήπο να τα πιούμε και να χαλαρώσουμε. Οι βασιλοπούλες δε φεύγουν. Έτσι κι αλλιώς στη φαντασία μας είναι όλα”.

Οι υπόλοιποι συμφώνησαν ομόφωνα. Βγήκαν στον κήπο τους, ήπιαν το κρασί τους, έπαιξαν κρίκετ, κάπνισαν τις πίπες τους μέχρι που αποκοιμήθηκαν με τον καθένα να ονειρεύεται τη δικιά του πριγκίπισσα.

Elpida Petrova

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading