Ο Μάριος κατέβηκε την Συγγρού τρέχοντας με το αυτοκίνητό του χωρίς να σταματήσει σε κανένα κόκκινο φανάρι. Δεν είχε περάσει ούτε ένας μήνας από την ανακοίνωση των αυστηρών μέτρων του Κώδικα Κυκλοφορίας για τα όρια ταχύτητας, αλλά αυτός αδιαφορούσε τελείως για οποιαδήποτε πρόστιμα. Είχε πρώτα κάνει ένα πέρασμα από το αγαπημένο του στέκι στο Κολωνάκι, ένα χλιδάτο nightclub ανάμεσα σε haute couture μαγαζιά που πούλαγαν τσάντες και ρούχα. Μα πού αλλού θα μπορούσε να ευχαριστηθεί το ποτό του ή μάλλον τα ποτά του; Γιατί απλά ο Μάριος Αντωνίου δεν ήταν ένας τυχαίος άντρας.
Ήταν ένας πασίγνωστος καλλιτέχνης, ένας ζωγράφος με εμμονές και ιδιαιτερότητες. Απόφοιτος της σχολής Καλών Τεχνών στην Αθήνα με άριστα και μετά από την αντίστοιχη του Μονάχου όπου διέπρεψε, μεταφέροντας στα έργα του το φως της Ελλάδας και τα δημιουργήματά του γίνονταν ανάρπαστα. Ήταν ένας άντρας που δεν πέρναγε απαρατήρητος, ψηλός, μελαχρινός, με κυματιστά μαλλιά και μάτια καφέ σκούρα σαν του κάστανου. Καταγόταν από μία οικογένεια με παράδοση στις τέχνες, πατέρας μουσικός και μητέρα ηθοποιός του θεάτρου, εκείνος όμως προτίμησε να υπηρετήσει την τέχνη της ζωγραφικής. Ήταν λάτρης του ιμπρεσιονισμού που φυσικά τον είχε προσαρμόσει στις απαιτήσεις της εποχής. Το ανήσυχο πνεύμα του και ο χαρακτήρας του, πρόσθεταν μία γοητεία ιδιαίτερη που γοήτευε τις γυναίκες.
Αυτό το μυστηριώδες πέπλο, που είχε αφήσει οικειοθελώς να τον τυλίγει, δεν άφηνε περιθώρια σε κανένα θηλυκό να κάνει μία σοβαρή σχέση μαζί του. Μάταια κατέβαλαν προσπάθειες οι γυναίκες να τον γνωρίσουν καλύτερα, να κάνουν όνειρα για κάτι πιο σοβαρό, γιατί απλά ο Μάριος δεν ήθελε. Γιατί η ελευθερία ήταν για αυτόν ένα πολύτιμο δώρο. Έτσι έβρισκε ικανοποίηση στον αγοραίο έρωτα στα στενά γύρω από την λεωφόρο Συγγρού.
Εκεί κατά τις τρείς το πρωί που ο κόσμος κοιμάται, μπήκε στο πολυτελές αμάξι του με τα παράθυρα ανοιχτά, να ακούγεται η μουσική δυνατά. Το καημένο όχημα ήθελε να φωνάξει για την ταλαιπωρία του, μην με τρέχεις έτσι, θα χτυπήσουμε άσχημα και θα με καταστρέψεις! Όταν πλησίασε την παραλιακή, έκανε δεξιά και σταμάτησε στον παράδρομο, εκεί τον περίμενε η Σοφία, μία νεαρή κοπέλα, δροσερή και όμορφη με σώμα αγάλματος. Μα δεν ήταν μόνο η ομορφιά και οι δεξιότητές της στον έρωτα, ήταν για αυτόν η φίλη που δεν είχε απαιτήσεις, που τον άκουγε με ευλάβεια χωρίς να κάνει ερωτήσεις. Το αμάξι σταμάτησε εκείνο το Σάββατο πίσω από το Ωνάσειο, ο Μάριος ανοιγόκλεισε τα φώτα του για να της δώσει το σινιάλο ότι είχε φτάσει, εκείνη τον περίμενε στην γωνία φορώντας τα ωραία της προκλητικά ρούχα και τα ψηλά τακούνια. Αχ αυτά τα τακούνια, πόσο την κούραζαν, αλλά της πρόσθεταν ύψος και την έκαναν να φαίνεται πιο επιβλητική, γιατί η Σοφία ήταν μία κοπέλα μινιόν. Ναι, στα πολύ νιάτα της έκανε χορό, της άρεσε τόσο πολύ το μπαλέτο, μόλις είχε πατήσει τα οκτώ η μάνα της κατάφερε να την γράψει σε μία σχολή χορού. Ήταν πολυτέλεια για εκείνη αλλά και για τους υπόλοιπους κατοίκους της μικρής επαρχιακής πόλης έξω από τα Ιωάννινα να έχουν σχολή χορού ή φροντιστήριο αγγλικών μέσα στα πόδια τους. Πώς έφτασε από ένα χωριό μακρινό, στην Αθήνα, αυτό είναι μία ιστορία που πονάει και περισσότερο πώς κατέληξε να κάνει πεζοδρόμιο στους παράδρομους της λεωφόρου Συγγρού.
Η κοπέλα έτρεξε με χαρά προς το μέρος του Μάριου, σαν να περίμενε τον αγαπητικό της, στολισμένη και παρφουμαρισμένη για εκείνον και μόνο. Η αλήθεια ήταν ότι η Σοφία είχε κρυφά συναισθήματα για τον περίεργο αυτόν άντρα με τα κυματιστά μαλλιά.
Μόλις πλησίασε το αμάξι, εκείνος άνοιξε την πόρτα και η κοπέλα μπήκε μέσα με τον αέρα της γυναίκας που ξέρει να πλασάρει τον εαυτό της. Ένα χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό της, τα μάτια της έλαμψαν από χαρά, γιατί και για εκείνη ήταν ένας φίλος πολύ ιδιαίτερος, σε$, χρήμα και φιλία, τρία σε ένα! Απίστευτο, αλλά να που γίνεται καμιά φορά.
-Σαν να τα έχεις πιει απόψε Μάριε ή μου φαίνεται; του είπε καρφώνοντάς τον στα μάτια κατευθείαν
Πόσο καλά τον διάβαζε η μικρή…
– Ναι, έχεις δίκιο, ήπια λίγο παραπάνω αλλά καλά είμαι, μην ανησυχείς. Απόψε θα πάμε κάπου αλλού, θα σου αρέσει θα δεις.
– Τι έκπληξη κι αυτή! Γιορτάζεις κάτι το ιδιαίτερο ή έτσι στο άκυρο; ρώτησε με απορία.
– Όχι, θέλω απλά να είμαστε πιο άνετα, δεν με βολεύουν πια τα πίσω καθίσματα ξέρεις.
– Εντάξει, ότι θέλει ο πελάτης!
– Για σένα είμαι ένας πελάτης σαν τους άλλους;
‘Ωχ, ερώτηση που καρφώνει κατευθείαν’, είπε η Σοφία από μέσα της.
– Έλα τώρα, μην τα παίρνεις όλα τοις μετρητοίς, αφού ξέρεις πόσο σε συμπαθώ. Αλλά δεν μου είπες, πού πάμε τελικά;
– Στο εργαστήριό μου, στα Παλαιό Φάληρο, έχω ένα ρετιρέ σε μία πολυκατοικία με θέα την θάλασσα. Εκεί δημιουργώ μικρή μου τα έργα μου, δουλεύω κι εγώ ξέρεις, δεν είμαι τελείως άχρηστος!
Μόνο άχρηστο δεν τον χαρακτήριζε κανείς, η Σοφία τον είχε σε μεγάλη εκτίμηση γιατί ήταν ένας άνθρωπος της τέχνης. Τέχνη… μια λέξη που την πόναγε τόσο… Αν είχε μείνει στο χωριό της, αν δεν είχε συναντήσει τον μοιραίο άντρα εκείνο το απόγευμα, αν είχε ακούσει την μάνα της, αν… αν…
Ο Μάριος κατευθύνθηκε στην λεωφόρο Ποσειδώνος, έστριψε αριστερά στο φανάρι λίγο μετά τον Φλοίσβο, έφτασε στην κοντινή πολυκατοικία, πάρκαρε το αυτοκίνητο στο γκαράζ και βγαίνοντας είπε στην Σοφία να τον ακολουθήσει χωρίς να κάνει θόρυβο. Το ασανσέρ σταμάτησε στον τελευταίο όροφο, φάνηκε μπροστά της μία γκρι πόρτα ασφαλείας, ο Μάριος έβγαλε το κλειδί από την τσέπη του με άνεση σαν να μην είχε πιει ούτε σταγόνα. Η Σοφία μπήκε πρώτη, μένοντας με το στόμα ανοιχτό στην θέα της πολυτέλειας. Ο Μάριος τράβηξε την κουρτίνα, τα φώτα του δρόμου φώτισαν ελαφρά το δωμάτιο, τα αυτοκίνητα κυκλοφορούσαν ακόμη. Ήταν ένα σπίτι με το σαλόνι ευρύχωρο, με έναν τετραθέσιο καναπέ στα χρώματα του μαύρου, πιο πέρα μία πολυθρόνα δίπλα στην τζαμαρία, να κάθεται κανείς με άνεση και να αγναντεύει την θάλασσα με τις ώρες. Στους τοίχους ήταν κρεμασμένοι ελάχιστοι πίνακες, έργα του Μάριου με γυναικείες γυμνές φιγούρες.
-Θα πιείς κάτι; την ρώτησε ο Μάριος.
-Ξέρεις δεν πίνω όταν δουλεύω, απάντησε η Σοφία.
-Είπαμε απόψε δεν θα το δεις σαν δουλειά, πες ότι έχεις έρθει να δεις έναν φίλο.
Η Σοφία τον κοίταξε στα μάτια, σκέφτηκε για δευτερόλεπτα, ‘τι έχω να χάσω;’
– Εντάξει βάλε μία βότκα με πάγο και λίγο λεμόνι, σε κοντό ποτήρι αν γίνεται.
Ο Μάριος σέρβιρε δύο ποτά και κάθισε δίπλα της στον καναπέ.
– Χαίρομαι που ήρθες και δεν φοβάσαι που είσαι μαζί μου.
– Θα έπρεπε να φοβάμαι;
– Όχι, αλλά ποτέ δεν ξέρεις τι σε περιμένει με έναν άγνωστο, σωστά;
– Ύστερα από τόσο καιρό που βρισκόμαστε, δεν σε βλέπω τελείως σαν ξένο, να ξέρεις, του είπε και έβαλε το ποτήρι στα χείλια της. Η βότκα τα έβρεξε απαλά και εκείνος της έδωσε ένα απαλό φιλί στο στόμα.
– Είπαμε όχι φιλιά Μάριε, όχι φιλιά, ξέρεις τους κανόνες.
– Απόψε δεν έχει κανόνες. Ωραία θα κάνουμε κάτι διαφορετικό για αρχή, συμφωνείς;
– Διαφορετικό; Για να ακούσω.
– Θα παίξουμε το παιχνίδι των ερωτήσεων, εγώ θα ρωτάω και εσύ θα απαντάς, εντάξει;
Η μικρή συμφώνησε, έτσι από περιέργεια.
– Πόσο χρονών είσαι τελικά Σοφία; Σοφία δεν σε λένε ή έχεις κάποιο άλλο κρυφό όνομα;
– Με λένε Σοφία και είμαι εικοσιπέντε χρονών.
– Από που κατάγεσαι;
– Κατάγομαι από ένα ορεινό, απομονωμένο χωριό των Ιωαννίνων.
– Πότε έφυγες από το χωριό σου και γιατί; Δεν σε ήθελαν οι δικοί σου; Ήρθες για σπουδές;
– Έχουν περάσει περίπου δέκα χρόνια, σαν να ήταν χθες που έφτασα. Έπρεπε να φύγω, δεν μπορούσα άλλο να μείνω, υπήρχε λόγος σοβαρός. Σπουδές, τι είναι αυτό; Μακάρι να ήταν διαφορετικά τα πράγματα για μένα.
– Πώς ζούσες στο χωριό; Οι γονείς σου με τι ασχολούνταν; Έχεις άλλα αδέλφια;
– Πήγαινα σχολείο, γυμνάσιο στο διπλανό χωριό που ήταν πιο μεγάλο από το δικό μας, οι γονείς μου ήταν απλοί άνθρωποι του χωριού, ο πατέρας με τα ζώα του, η μάνα με τις δουλειές του σπιτιού και το χωράφι. Έχω μία πιο μικρή αδελφή, την Ελένη, την πέρναγα τρία χρόνια.
– Ήσουν καλή μαθήτρια; Σου άρεσε το σχολείο;
– Ναι, μου άρεσε πολύ να διαβάζω, τα πήγαινα αρκετά καλά.
– Τι άλλο έκανες εκεί; Γιατί σε βλέπω, είσαι γυμνασμένη αρκετά, τα πόδια σου κυρίως είναι σφικτά σαν πέτρα και τα δάχτυλα των ποδιών σου φαίνονται ταλαιπωρημένα.
– Έκανα μπαλέτο, ναι, μου άρεσε ο χορός, είχα τρέλα.
– Χορό; Και πώς έγινε σε ένα χωριό που δεν είχε γυμνάσιο να έχει σχολή χορού; Περίεργο δεν είναι;
– Ναι, για καλή μου ή κακή μου τύχη. Ήμουν καλή, για να μπορώ να παρακολουθώ τα μαθήματα η μάνα μου έκανε τόσες θυσίες. Στην αρχή πέταγα στα σύννεφα, ξέρεις ξεχώριζα ανάμεσα στα άλλα κορίτσια, με βοηθούσε και ο σωματότυπός μου, η δασκάλα μου ήταν ενθουσιασμένη μαζί μου. Μέχρι που ήρθε σπίτι μας να πείσει τους γονείς μου να με στείλουν στα Γιάννενα, στην σχολή που διατηρούσε ο γαμπρός της… η Σοφία είχε πάρει φόρα, όταν ήταν να μιλήσει για το κρυφό της πάθος δεν είχε σταματημό.
– Και τι έγινε τελικά, πήγες; την ρώτησε ο Μάριος με απορία, πώς μια κοπέλα από την επαρχία μπορεί να έχει τέτοιες επιθυμίες και καλλιτεχνικές ευαισθησίες.
– Πώς να πάω; Με τι λεφτά; Όμως η τύχη μας χαμογέλασε, ή τουλάχιστον έτσι πίστευα…, η Σοφία ήπιε άλλη μία γουλιά από το ποτό της και στάθηκε για λίγο να κοιτάει έξω στον δρόμο με το βλέμμα στο κενό.
– Τι έγινε μικρή μου και έπεσες στα πατώματα; Έλα πες τα να τα βγάλεις από μέσα σου!
– Έχεις ακούσει αυτό που λένε “όταν δεν πάει ο Μωάμεθ στο βουνό, πάει το βουνό στον Μωάμεθ”; Έτσι έγινε και με μένα. Αφού δεν μπορούσα να φύγω, ήρθε ένα απόγευμα ο γαμπρός της κυρίας Βάνας, της δασκάλας μου στον χορό. Η Βάνα ήταν από την Ρωσία, ήταν δασκάλα χορού εκεί και το πώς βρέθηκε στο χωριό μας κανείς δεν κατάλαβε. Στην αρχή όλοι την έβλεπαν με μισό μάτι, μετά όμως όταν οι χωριανοί είδαν ότι δεν έδινε κανένα δικαίωμα. άρχισαν να την συμπαθούν. Και η σχολή χορού ήταν για αυτούς κάτι που δεν είχαν ποτέ και το καλοδέχτηκαν. Κάποια στιγμή ήρθε και σε μας ένας κύριος, συστήθηκε με το όνομα Πέτρος, ο γαμπρός της Βάνας, δάσκαλος χορού με δική του σχολή στα Γιάννενα. Ήταν ένας ωραίος, ξανθός άντρας, γύρω στα σαράντα.
– Μη μου πεις ότι σε είδε και σε διάλεξε για την σχολή του!
– Ακριβώς, κι εγώ έπεσα στην παγίδα!, είπε αναστενάζοντας.
– Ωχ, κάτι δεν μου αρέσει εδώ… Άσε με να μαντέψω, σε άρχισε στα λόγια και εσύ άβγαλτη την πάτησες!
– Ναι, μου ζήτησε να μείνω παραπάνω ένα βράδυ μετά την πρόβα, να μου μιλήσει για την σχολή του, για το ότι έχει βοηθήσει πολλές κοπέλες να βρουν μία καλή θέση σε διάφορα σχήματα χορού στην Αθήνα. Αυτό ήταν και η καταστροφή μου, παρασύρθηκα στα ωραία λόγια, η μία κουβέντα έφερε και ένα χάδι, ένα φιλί. Εγώ τρομοκρατημένη έφυγα τρέχοντας, αλλά τα λόγια του που δεν είχα ακούσει ποτέ στην ζωή μου ηχούσαν στα αυτιά μου για μέρες.
– Και μετά τι έκανες; είχε φουντώσει η περιέργειά του και ήθελε να μάθει την συνέχεια
– Μετά κάθισα στο σπίτι, δεν πήγα ούτε σχολείο ούτε στην σχολή. Η μάνα μου νόμιζε ότι είχα κουραστεί και δεν με πίεσε καθόλου. Σε λίγες μέρες χτύπησε η πόρτα και φάνηκε στο κατώφλι εκείνος. Είχε ακούσει η μητέρα μου για αυτόν και τον έβαλε στο σπίτι μας. Τι να έκανα εγώ; Βγήκα από το δωμάτιο και τον αντιμετώπισα. Πού βρήκα το θάρρος, δεν ξέρω.
– Α, είχε και θράσος ο τύπος! Μετά τι έγινε;
– Μετά, θυμάμαι πόσο γλυκά έρεαν τα λόγια από το στόμα του, ‘κυρία Μαρίκα μου, έχετε την καλύτερη κόρη του κόσμου, έχει μεγάλο ταλέντο, μην στέκεστε εμπόδια στην πρόοδό της!’ και η μάνα μου, αγράμματη γυναίκα, τα έχαψε στην αρχή. ‘Εντάξει, θα το συζητήσω με τον άντρα μου και θα σας μηνύσω’. Η κυρά Μαρίκα αγράμματη μπορεί να ήταν αλλά όχι και χαζή, ‘κάτι μου βρωμάει εδώ χαρά μου, μην εμπιστεύεσαι τα ωραία και παχιά λόγια’, έτσι μου είπε. Αλλά πού εγώ να καταλάβω, είχαν πάρει τα μυαλά μου αέρα! εκεί έκανε μία παύση κατεβάζοντας την υπόλοιπη βότκα μέχρι να στραγγίσει το ποτήρι. Βάλε άλλο ένα σε παρακαλώ, μέχρι πάνω, όχι τσιγγουνιές!
Ο Μάριος της γέμισε το ποτήρι και την κοίταξε με συμπόνια. Καλά την είχε καταλάβει από την αρχή, ήταν μία ψυχή χαμένη και αυτή, σαν την δική του.
– Άσε με να μαντέψω την συνέχεια, έφυγες μαζί του, σωστά;
– Ναι, αυτό έγινε, ακόμη ηχούν τα λόγια της μάνας μου στα αυτιά μου, έφυγα κρυφά ένα κυριακάτικο απόγευμα για την Αθήνα κατευθείαν. Στην αρχή όλα έμοιαζαν παραμυθένια, έρωτας, χορός, ξενοιασιά, μεθυστικά ερωτικά λόγια. Αλλά εκείνος είχε το σχέδιό του. ‘Μα χορεύεις υπέροχα, λίγα κορίτσια έχουν το ταλέντο σου! Άσε με να σε συστήσω σε έναν καλό κύριο να σε βάλει στο σχήμα του στο μαγαζί του, ξέρει αυτός να ξεχωρίζει τα ταλέντα!”. Και ο κύριος μου προσέφερε δουλειά φυσικά κι εγώ πετούσα στα σύννεφα, είχα τα πρώτα μου λεφτά, αλλά…
– Καταλαβαίνω την συνέχεια, αλλά θέλω να την ακούσω από το στόμα σου. Τι έγινε;
– Δεν γίνεται να δουλεύεις στο μαγαζί μου έτσι, πρέπει να μου το ανταποδώσεις, να, είναι κάποιος κύριος που σε έχει προσέξει και θα χαιρόταν την παρέα σου. Κι εγώ υπέκυψα, ο ένας κύριος έγιναν δύο, τρεις… Μπορείς να μαντέψεις τι έγινε μετά. Πού να πάω να πω την ιστορία μου, ποιόν ένοιαζε τελικά; Κατάφερα μετά από καιρό να το σκάσω, αλλά πού να πήγαινα; Είχα μαζέψει λίγα λεφτά και νοίκιασα ένα δωμάτιο στην Καλλιθέα, υπόγειο, αλλά είχα την ησυχία μου. Αλλά τα έτοιμα τρώγονται γρήγορα, έτσι κατέληξα στον δρόμο. Την συνέχεια την ξέρεις… Η σειρά μου τώρα να σε ρωτήσω κι εγώ για σένα. Την ζωή σου την γνωρίζω, τις σπουδές σου, το πόσο διάσημος είσαι. Όμως πες μου γιατί θες να μάθεις για μένα;
– Γιατί αν και κάνεις πεζοδρόμιο και κρύβεσαι πίσω από το έντονο βάψιμο και τα προκλητικά ρούχα, κατάλαβα τι παιδί είσαι. Έχεις κάτι το ιδιαίτερο, για αυτό.
– Ωραία!, απάντησε με έκπληξη η Σοφία. Και τώρα τι θα κάνεις; Θα με βάλεις σε ένα λεωφορείο να γυρίσω σπίτι μου, θα μου δίνεις λεφτά εσύ για να ζω; Τι;
– Κάτι καλύτερο, θα μου ποζάρεις σαν μοντέλο για μία σειρά από πίνακες που έχω σκεφτεί να φτιάξω με θέμα τις γυναίκες του συναφιού σου, με το αζημίωτο φυσικά. Και μην πάει ο νους σου ότι θα σε εκμεταλλευτώ!
Αυτό κι αν ήταν κεραμίδα! Η Σοφία ήπιε μονορούφι το ποτό της, είχε αρχίσει να φέγγει, οι πρώτες ηλιαχτίδες φάνηκαν στον ουρανό, τα πουλιά άρχισαν το πρωινό τους κάλεσμα. Σηκώθηκε και άνοιξε την τζαμαρία και ένα ελαφρύ αεράκι μπήκε στο δωμάτιο. Η ψυχή της γέμισε με αισιοδοξία, χαρά και λύπη ανάμεικτα συναισθήματα, δάκρυα έτρεξαν από τα μάτια της. Είχε καιρό να κλάψει από χαρά, ήταν η πρώτη φορά που βρέθηκε με έναν άντρα σε ένα δωμάτιο χωρίς να κάνει έρωτα.
Τον επόμενο χρόνο ο Μάριος πήρε μέρος σε μία συλλογική έκθεση στην Αθήνα και μετά σε μία ατομική στο Μόναχο, τα έργα του γεμάτο με άπλετο φως και το μπλε της θάλασσας. Η Σοφία πρωταγωνιστούσε σε όλους τους πίνακες, πότε γυμνή, πότε ντυμένη μπαλαρίνα σε διάφορες πόζες. Ο Μάριος είχε μία κρυφή εμμονή με την ζωγραφική μπαλέτου σαν εκείνη το Dega, την οποία την ανακάλυψε όταν συνάντησε την Σοφία, κάτι σε εκείνη τον μαγνήτισε, χωρίς να ξέρει αρχικά, η μοίρα έφερε κοντά δύο πονεμένους ανθρώπους, χαμένες ψυχές σου λέει. Όχι, καμία ψυχή δεν χάνεται, για όλες υπάρχει κάποιος που θα τις καταλάβει μέχρι τα μέσα της και θα την βγάλει στο φως, εκεί που της αξίζει!
Δήμητρα Καμπόλη
