Σπόιλερ: Μπορώ να δω τον Θάνατο. Όχι μεταφορικά — κυριολεκτικά.
Από μικρή τον έβλεπα. Δεν το είχα καταλάβει στην αρχή, ούτε το είχα συνδέσει με τα γεγονότα που ακολουθούσαν. Ήταν απλώς μια παρουσία. Μια φιγούρα που εμφανιζόταν κι έπειτα… κάποιος πέθαινε.
Η πρώτη φορά που τον θυμάμαι καθαρά — ή, τέλος πάντων, όσο καθαρά μπορείς να θυμάσαι κάτι που μοιάζει με εφιάλτη — πρέπει να ήμουν γύρω στα δεκαπέντε. Καθόμουν στην αυλή της θείας μου. Ήταν γεμάτη γλάστρες. Πολλές. Πάρα πολλές. Μάζευα λουλούδια. Μου άρεσε να γεμίζω τα βάζα. Υπήρχε μια ηρεμία σ’ αυτή την επανάληψη. Μια ρουτίνα που ήξερα καλά. Και τότε τον είδα. Περνούσε μπροστά μου. Μαυροφορεμένος. Ψηλός. Κρατούσε ένα δρεπάνι — ναι, το κλασικό, σαν να βγήκε από λαϊκή απεικόνιση.
Πάγωσα. Ήμουν σε φάση: what the fucκ? Και όχι, για να το ξεκαθαρίσω: δεν έχω πάρει ποτέ ουσίες στη ζωή μου. Είμαι έτσι από μόνη μου. Δεν χρειάζομαι εξωτερικά βοηθήματα για να βλέπω αυτά που βλέπω.
Σαν πιτσιρίκα που ήμουν τότε (δεν χρειάζεται να ξέρετε την πραγματική μου ηλικία – λίγη μυστήρια δεν έβλαψε ποτέ), δεν κατάλαβα τίποτα. Ήταν απλώς μια σκοτεινή φιγούρα που εμφανιζόταν για λίγα δευτερόλεπτα. Ένα πέρασμα τόσο αθόρυβο και απόκοσμο, που θα μπορούσα να το περάσω για φαντασία. Κι όμως, κάτι μέσα μου έλεγε πως δεν ήταν.
Μετά από μερικές εμφανίσεις του, άρχισα να παρατηρώ. Να συνδέω. Κάθε φορά που τον έβλεπα, κάποιος πέθαινε. Συνήθως μέσα σε τρεις μέρες. Πάντα τόσο αθόρυβα, τόσο σίγουρα. Στην αρχή ήταν άνθρωποι του κύκλου μου, μετά γνωστοί, γείτονες. Μερικές φορές τελείως άγνωστοι. Κι όμως, το μοτίβο ήταν πάντα το ίδιο: τον έβλεπα… και μετά, θάνατος.
Οπότε, μια μέρα, με την αφέλεια και την αυθάδεια που είχα σαν έφηβη, αποφάσισα πως θέλω να του πάρω συνέντευξη. Καλά, όχι κυριολεκτικά — δεν παίζουμε μ’ αυτά τα πράγματα. Ο Θάνατος δεν είναι κάποιος που απλώς του πιάνεις κουβέντα. Δεν ανεβάζει stories, ούτε απαντά σε μηνύματα. Αλλά, αν μπορούσα… είχα μερικές ερωτήσεις. Και σίγουρα μια λίστα..
Ψάχνοντας λοιπόν το μυστήριο του Θανάτου, κατέληξα σε ένα περίεργο συμπέρασμα: Ο Θάνατος είναι παρεξηγημένος.
Πολλοί — αν όχι όλοι — τον θεωρούν κάτι κακό, σκοτεινό, τελειωτικό. Αλλά δεν είναι έτσι. Αν έχετε ασχοληθεί έστω και λίγο με τα ταρώ, ξέρετε τι εννοώ. Σου τυχαίνει η κάρτα του Θανάτου και παγώνει το αίμα σου. Σου ‘ρχεται μια ταχυπαλμία, ένα «ωχ πάει, τελείωσε». Αλλά… λάθος. Ο Θάνατος στα ταρώ δεν σημαίνει τέλος. Σημαίνει αλλαγή. Σηματοδοτεί αναγέννηση. Τη μετάβαση. Το γκρέμισμα του παλιού για να χτιστεί το καινούριο.
Ζωή και θάνατος δεν είναι αντίθετα — είναι ένας κύκλος που γυρνάει ασταμάτητα.
Οι παλιοί έλεγαν: «Ένας φεύγει, ένας έρχεται». Κι όσο μεγαλώνω, τόσο πιο πολύ το πιστεύω.
Τώρα… Θα μπορούσα να σας σοκάρω ακόμα περισσότερο με μια μεγάλη βουτιά στα βαθιά μεταφυσικά. Να σας πω, για παράδειγμα, πως ίσως δεν υπάρχει κόλαση — μόνο βρώμικη συνείδηση. Αλλά ας μη με πιάσουν στο στόμα τους οι παπάδες. Ή οι μουλάδες. Ή όποια άλλη θρησκεία κυκλοφορεί εκεί έξω. Αυτά… για καμιά δεκαριά χρονάκια πιο μετά. Όταν θα είμαστε πιο έτοιμοι να τα πούμε όλα.
Ο ανθρώπινος εγκέφαλος ζει για επτά λεπτά μετά τον βιολογικό θάνατο. Εφτά λεπτά. Και σε αυτά τα λεπτά… προβάλλει ό,τι πρέπει να δεις. Ό,τι έχεις ανάγκη, ό,τι δεν πρόλαβες, ό,τι κουβαλάς. Λένε επίσης — και δεν το λένε πολύ δυνατά — πως ο άνθρωπος ξέρει πότε πλησιάζει το τέλος του.
Εβδομήντα δύο ώρες πριν, για την ακρίβεια.
Όχι ο νους. Ο νους είναι αφελής. Ζει στην αυταπάτη της συνέχειας. Αλλά η ψυχή το ξέρει. Το καταλαβαίνει στο σώμα, στις σκιές, στον τρόπο που βαραίνει το βλέμμα, στο πώς ο χρόνος παύει να έχει σημασία. Και κάτι ακόμα, το πιο “ανεπιθύμητο” απ’ όλα: Κανείς δεν φεύγει αν δεν το επιλέξει. Αλλά δεν σας τα λένε αυτά. Αμ, δε.
Και τώρα, φαντάζομαι κάποιοι θα πουν: «Καλά όλα αυτά… αλλά πού να το ήξερε ο κυρ Δημήτρης πως θα πάθει τροχαίο;». Το ήξερε. Όχι με λέξεις. Ούτε με σκέψεις. Αλλά το ήξερε.
Κι αν καθίσετε ήσυχα, μια μέρα, και θυμηθείτε τις τελευταίες κινήσεις ανθρώπων που “έφυγαν ξαφνικά”, ίσως δείτε κι εσείς κάτι. Αλλά αυτά είναι βαθιές συζητήσεις. Για άλλες ώρες. Ή για άλλες ζωές.
Με τα πολλά και τα λίγα, κατέληξα και σε κάτι ακόμη: Η εικόνα του Θανάτου — ο μαυροφορεμένος με το δρεπάνι — δεν είναι αληθινή. Ούτε καν για το δικό μου μυαλό. Είναι μια εικόνα φτιαγμένη, φυτεμένη βαθιά μέσα μας, με ό,τι μας δίδαξαν τόσα χρόνια: παραμύθια, θρησκείες, πίνακες, φόβοι που δεν ήταν ποτέ δικοί μας. Και για να σας σοκάρω λίγο ακόμα, να σας πω και το εξής: Αν κοιτάξεις προσεκτικά την κλασική μορφή του Θανάτου, θα διακρίνεις… κάτι γνώριμο. Θυμίζει τους γιατρούς της εποχής της πανώλης — εκείνους με τις μακριές ρόμπες και τις μάσκες-ράμφος. Θυμίζει λίγο και την Κόλαση του Δάντη. Και λίγο από κάτι που δεν είναι ούτε ζωντανό ούτε νεκρό — απλώς απών. Αλλά πάλι ξεφεύγω. Πολλές πληροφορίες μαζεμένες. Όμως έτσι είναι αυτά. Άπαξ και αρχίσεις να ξεφλουδίζεις τα ψέματα, δύσκολα σταματάς.
Λοιπόν, μαθητευόμενες ψυχές μου… Ψάξτε λίγο. Αναρωτηθείτε. Γιατί πολλοί είναι παρεξηγημένοι μέσα σε αυτή την ιστορία που μας δίδαξαν. Και ο Θάνατος… ίσως να είναι ένας απ’ τους πιο παρεξηγημένους.
Μια τελευταία πληροφορία και το κλείνω το κεφάλαιο για σήμερα. Κάποτε ο άνθρωπος ήταν αθάνατος. Όχι με το σώμα — με την ψυχή, με την επίγνωση, με τη σύνδεση. Κάποτε μπορούσε να διακρίνει το δίκαιο από το άδικο χωρίς να του το πει κάποιος. Μπορούσε να μετανοήσει. Να διορθώσει. Να απλώσει το χέρι στον πλησίον του, όχι να τον πατήσει για να ανέβει. Δεν ήταν τόσο ματαιόδοξος, τόσο φωνακλάς, τόσο βιαστικός. Αλλά αυτά… ήταν πολύ παλιά. Πολύ πριν γίνει ο εγωισμός θεός και η ύλη προσευχή. Και μόλις χάθηκαν αυτές οι αρχές, χάθηκε και η αθανασία.
Γιατί η αθανασία, τελικά, δεν είναι υπερδύναμη. Είναι στάση ζωής. Είναι ήθος.
Τώρα, κάντε εικόνα — λέμε τώρα — να ήταν αθάνατοι τύποι σαν τον Κιμ Γιονγκ Ουν ή τον Νετανιάχου. Μαύρο φίδι που μας έφαγε, παιδιά. Σοβαρά τώρα. Και μην αρχίσετε τα «περί Ισραήλ» ή «περί ηγεσίας». Κανένας Θεός δεν διαλέγει πόλεμο αθώων. Ο άνθρωπος είναι η μεγαλύτερη ρίζα του κακού στην Ιστορία. Καλά… και κάποια άλλα είδη είναι — αλλά είπαμε: αυτά… πιο μετά. Όχι ακόμα.
Γιατί όλα στη ζωή είναι πλέον κύκλος. Γυρνάμε ξανά και ξανά στα ίδια, μέχρι να μάθουμε, μέχρι να θυμηθούμε. Γιατί πολύ απλά… Δεν είμαστε έτοιμοι να πάμε στο άπειρο.
Βασιλική Γκόγκα
