Το γράμμα της Εξιλέωσης

Αγαπητή μου,
μου είναι πολύ δύσκολο να γράψω αυτό το γράμμα, γιατί μου συνέβη κάτι πολύ ψυχοφθόρο. Κάτι που δεν σου έχω πει. Σαν σήμερα πέθανε η μητέρα μου. Δεν ξέρω τι να πρωτογράψω. Το μόνο που ξέρω είναι πως θέλω να επικοινωνήσω μαζί σου, και να σου εξομολογηθώ αυτά που με βαραίνουν.

Όπως ξέρεις, η σχέση με την μητέρα μου κάθε άλλο παρά ιδανική ήταν. Δεν σου έχω πει πολλά, η αλήθεια είναι. Σε παρακαλώ, μην μου θυμώσεις. Ήταν κάτι πολύ προσωπικό για μένα και δεν ήξερα πώς να το επικοινωνήσω. Φοβόμουν την κριτική σου. Ντρεπόμουν γι’ αυτά που θα άκουγες από το στόμα μου. Είχα μάθει από το περιβάλλον μου πως, αν δείξεις τις πληγές σου, θα ρίξουν οξύ πάνω αντί για επίδεσμο.

Δεν θα σου κρύψω πως ακόμα και τώρα, τα βράδια, στο μυαλό μου έρχονται οι καβγάδες μας. Οι θυμωμένες κραυγές της, τα απανωτά βίαια χαστούκια της. Γυρνώ στο σπίτι αργά το βράδυ με ένα μπουκάλι μπύρας στο χέρι και τρέμω. Τρέμω, γιατί ξέρω πως αν ήταν ζωντανή, θα με περίμενε για να με μαλώσει. Θα με χτυπούσε στο κεφάλι με το δαχτυλίδι στο χέρι, για να μου προκαλέσει περισσότερο πόνο. Θα μου έσπαγε το μπουκάλι της μπύρας, θα μου απαγόρευε να βγω ξανά έξω. Θα μου έλεγε ένα σωρό λόγια προσβλητικά και πληγωτικά.

Γελώ πικρά τώρα που σου γράφω, διότι ξέρω πως πλέον δεν πρόκειται να ξανασυμβούν αυτά. Το πιο παράλογο από όλα είναι ότι θα μου λείψουν… Προφανώς μπορεί να τραβάς τα μαλλιά σου διαβάζοντας μια τέτοια δήλωση. Κάποιος από τις λιγοστές επαφές που έχω κρατήσει, το είπε «σύνδρομο της Στοκχόλμης» ή κάτι τέτοιο. Εγώ δεν ξέρω από τέτοια. Αυτό που ξέρω όμως είναι ότι ήταν ο μόνος άνθρωπος που ήταν εκεί.

Όπως καταλαβαίνεις, κάποια στιγμή αρρώστησε βαριά. Τερματικός σταθμός-θάνατος. Θεώρησα πως τότε θα καταλάβει τι μας έκανε. Θα καταλάβαινε πως ξεσπούσε άδικα πάνω μας για όλα όσα της είχε κάνει ο πατέρας μας. Πίστευα πως θα μαλάκωνε, σαν έβλεπε ότι εγώ και ο αδερφός μου την προσέχαμε και της φερόμασταν γλυκά. Άλλωστε υπάρχει κάποιο πλάσμα στο ζωικό βασίλειο που να μην εκτιμάει την αγάπη;

Ο πατέρας μου είναι άφαντος. Δεν ήρθε ούτε στην κηδεία, ούτε στις δύσκολες στιγμές της όταν τον είχε ανάγκη. Ποτέ. Απλώς μια μέρα εξαφανίστηκε σαν το τζίνι- δίχως μαγικές ευχές, δίχως χάρες, τίποτα… Ακόμα δεν κατάλαβα τον λόγο που μας γύρισε την πλάτη. Ούτε γιατί χώρισαν. Όλα μοιάζουν μάταια πια.
Όποτε γινόταν αναφορά σε αυτόν έμμεσα είτε άμεσα, η μητέρα μας έβριζε ακατάπαυστα. Κλειδωνόμουν στο δωμάτιό μου και ήλπιζα πως εκείνος θα έρθει να σώσει την κατάσταση. Τι ανόητες που είναι οι παιδικές φαντασιώσεις, σωστά;

Η μητέρα μου είχε κάνει τα πάντα για να με πείσει πως ήταν κακός. Μα κάτι μέσα μου ακόμα ήλπιζε πως θα έρθει έστω να δει εμάς τα παιδιά του. Όσο οι μέρες περνούσαν, ακόμα και αν δεν εμφανιζόταν, περίμενα να χτυπήσει το τηλέφωνο. Και όταν θα το σήκωνα, να άκουγα την φωνή του. Να μου λέει έστω ένα: “Καλημέρα τι κάνεις;” και μετά ας το έκλεινε.

Καθώς πλησίαζε το τέλος της, ένιωθα όλο και πιο εξουθενωμένος ψυχολογικά. Δεν ξέρω αν μπορώ να σου το εξηγήσω. Αυτό το επίμονο μούδιασμα που πιάνει τα άκρα σου όσο και να κοιμάσαι και δεν λέει να φύγει με τίποτα. Η κατήφεια που στρογγυλοκάθεται στον θρόνο του μυαλού και δεν αφήνει την χαρά να μπει με τίποτα.
Είχα κουραστεί με την συμπεριφορά της, είχα θυμώσει που μου συμπεριφερόταν τόσο άδικα. Οπότε, μια μέρα, έφυγα από το σπίτι.

Πήγα στο σπίτι της γιαγιάς μου και κάθισα να παίξω παιχνίδια. Ένιωθα τόσο πολύ την ανάγκη να αποσυμφορίσω αυτή την ένταση μέσα μου. Να ξεκουραστώ για λίγο, να διασκεδάσω, να νιώσω για λίγο σαν φυσιολογικό παιδί. Έφυγα και άφησα τον δεκαεπτάχρονο αδερφό μου στο έλεος της. Απλώς ήθελα μια- δυο μέρες να ηρεμήσω. Δίχως σκοτούρες και έγνοιες.

Εκείνο το βράδυ λοιπόν… ήταν και το τελευταίο της. Με πήρε τηλέφωνο ο αδερφός μου σε κρίση πανικού. Δεν ξέρω τι με έπιασε -Θεέ μου, ακόμα δεν το έχω πει σε κανέναν!- αλλά δεν βιάστηκα να πάω σπίτι. Περπατούσα ατάραχος. Ο κόσμος μου ήτανε μπερδεμένος, δεν ήξερα τι να νιώσω. Όλα μου φαινόταν παράλογα. Να νιώσω θλίψη; Μετά από όλα αυτά που μας έκανε; Μα δεν μπορώ να νιώσω και αγαλλίαση. Στο κάτω κάτω, αυτή η γυναίκα μας φρόντισε, όσο ο πατέρας ήταν εξαφανισμένος. Ήμουν ανέκφραστος, ψυχρός ακόμα και στην κηδεία. Πολλοί βρίσκουν αφορμή με κάτι τέτοια να σχολιάσουν, να κατακρίνουν.
Δεν γνωρίζουν όμως πως αυτό το στρώμα του πάγου είναι τόσο λεπτό και εύθραυστο σαν την πορσελάνη. Η δουλειά του είναι να καλύπτει θεούς και δαίμονες. Και αν ραγίσει, κάτι σπάει μέσα σου… Δεν είσαι πια ο ίδιος -το ξέρεις και το βλέπεις στα πρόσωπα των υπολοίπων. Είσαι ο βράχος. Ο βράχος δεν επιτρέπεται να ραγίζει… Κι όμως οι βράχοι ραγίζουν αναπόφευκτα μπροστά στις αέναες φουρτούνες. Και σαν σπάσουν, δεν τους κατονομάζουν σαν βράχους άλλα σαν πετραδάκια. Κάτι μικρό και υποτιμητικό. Είναι σκληρό, αλλά είναι η πικρή αλήθεια.

Αυτό όμως που με βαραίνει ακόμα και τώρα, και θέλω να σου πω, είναι αυτό που με κάνει να μένω ξάγρυπνος τα βράδια. Λίγο πριν μπορέσω να κοιμηθώ, έρχεται ύπουλα σαν κινέζικο βασανιστήριο. Με κάνει να ανασηκώνομαι και να μπήγω τα κλάματα. Προσπαθώ να κλαίω αθόρυβα, γιατί δεν θέλω να με πάρουν χαμπάρι στο σπίτι. Μα πολλές φορές δεν μπορώ.
Ο θείος μου ακούει τα αναφιλητά μου. Όταν ανοίγει διστακτικός την πόρτα να με ρωτήσει τι έχω γεμάτος ανησυχία, τον διώχνω. Πολλές φορές του λέω μια γελοία δικαιολογία. Πως κάτι μπήκε στο μάτι μου. Με κοιτάει και ξέρω πως καταλαβαίνει ότι είναι κάτι πιο βαθύ. Μα δεν επιμένει. φεύγει σκυφτός και στενοχωρημένος από το δωμάτιο.

Που λες, αυτό που σκέφτομαι είναι πως εγώ την σκότωσα. Έμμεσα, εγώ την σκότωσα, ναι. Δεν ήμουν εκεί όταν το χρειαζόταν. Προτίμησα να φερθώ «εγωιστικά». Κοίταξα να φύγω και να πάω να περάσω καλά. Άφησα τον αδερφό μου -ο οποίος δεν μου χρωστούσε και τίποτα στο κάτω κάτω- να αναλάβει τέτοια ευθύνη. Και ξέρεις πιο είναι το πιο λυπηρό; Δεν είναι εδώ εκείνη, να της πω πόσο λυπάμαι. Έφυγε και δεν ξέρει πόσο πολύ με βασανίζει αυτό που έκανα. Ξέρω πως είναι κάτι το οποίο θα το κουβαλάω μέχρι να πεθάνω. Δεν ξέρω αν θα τα αντέξω, διότι είναι φορτίο βαρύ, και μέχρι κι ο Ιησούς έπεσε όταν κουβαλούσε τον σταυρό του.

Μία βαρετή μέρα στη δουλειά, ήρθε ένας τύπος να παραγγείλει καφέ. Ήταν πολύ φιλικός και πιάσαμε την κουβέντα. Είχε ένα μαγαζί με φυτά και μου μιλούσε με πάθος γι’ αυτά. Ήταν ο μοναδικός που, χωρίς να με ξέρει, παρατήρησε πως δεν με είμαι καλά. “Κάτι σε βασανίζει εσένα. Τα μάτια λένε περισσότερα από το στόμα.” έλεγε συνέχεια.
Την επόμενη μέρα ήρθε ξανά και μου έφερε σε μια γλάστρα ένα παράξενο λουλούδι. Είχε τόσα πολλά και κοφτερά αγκάθια, που με προειδοποίησε να το πιάνω μόνο από την γλάστρα, με προσοχή. Είδα τις πληγές του και πείστηκα δίχως αμφιβολία. Η τόσο επικίνδυνη όψη του φυτού με έκανε να μαζευτώ και να απορήσω: γιατί να μου φέρει ένα τόσο «ιδιότροπο» λουλούδι. Εκείνος γέλασε και μου είπε με ήρεμο τόνο: “Είναι ένα δύστροπο λουλούδι όντως. Mόνο που το βλέπεις σου δημιουργεί ένα αίσθημα ανησυχίας. Αν πας να το αγγίξεις, θα σε πληγώσει άσχημα. Δεν φαίνεται εύκολα το όμορφο άνθος του, και σαν φανεί, δεν κρατάει παρά μόνο μερικές μέρες -ίσως και ώρες, και ύστερα μαραίνεται. Μα σαν το δεις να ανθίζει… αισθάνεσαι τυχερός. Σαν βγαίνει το ευάλωτο άνθος, σε κάνει να δεις με άλλο μάτι το φυτό. Ξέρεις πως ο χρόνος σου μαζί του μπορεί να μην ήταν εύκολος. Μπορεί να σε γέμισε πληγές, μα σε έκανε να καταλάβεις πως και τα πιο δύσκολα πράγματα κάτι μας μαθαίνουν στο τέλος. Η ανταμοιβή τους αξίζει τον κόπο μας”.

Ο ανθοπώλης μου είπε με ακρίβεια πότε το φυτό θα ανθίσει. Εκείνη την μέρα πήγα στο νεκροταφείο. Στην πλάκα της από πάνω, τοποθέτησα το ανθισμένο φυτό και κάθισα μέχρι να μαραθεί. Σκεφτόμουν πολλά πράγματα και έκλαιγα. Την συγχώρησα για όλα όσα μου έκανε, γιατί όλες αυτές οι άσχημες εμπειρίες με έκαναν πιο σοφό. Ήξερα πως δεν θα γινόμουν ποτέ όπως αυτή. Θα φερόμουν καλύτερα σε όλους όσους είχα μπροστά μου. Κατάλαβα τα λάθη της. Ήξερα πως να διαχειριστώ αυτά που εκείνη δεν μπορούσε, και ξεσπούσε πάνω μου.
Μα το κυριότερο είναι πως μπόρεσα να συγχωρήσω τον εαυτό μου. Βρήκα την γαλήνη μέσα μου για το λάθος που έκανα και κατηγορούσα τον εαυτό μου. Ξέρω πως αν μπορούσε να μου μιλήσει, δεν θα είχε παράπονο. Γιατί την προσέχαμε πολύ. Κανείς ζωντανός δεν μπορεί να μιλήσει για τους νεκρούς. Μα οι νεκροί -το νιώθω- επιζητούν την μνήμη όχι την αυτοτιμωρία.

Κλείνω με κάτι που διάβασα σε ένα βιβλίο και μου άρεσε πολύ:
“Σε ό,τι χωράφι και αν σε σπείρουν, εκεί να ανθίσεις. Και αν σε πάρει ο άνεμος και σε πάει αλλού, σε άλλο μέρος, κι εκεί θα ανθίσεις, και εκεί θα ομορφαίνεις τον κόσμο, και εκεί θα είσαι μια ευλογία. Κι αν πέσεις σε κακοτράχαλο μέρος και πάλι θα βγει το άνθος”.
Είναι από ένα βιβλίο αυτοβελτίωσης.

Α, ξέρω καλά τι θα πεις. Θα αρχίσεις αυτό το γνωστό σου λογύδριο για αυτού του είδους τα βιβλία. Ότι λένε χαζομάρες και άλλα τέτοια… Λοιπόν, θα σε παρακινούσα να διαβάσεις κάποιο, έτσι απλά για την δοκιμή. Και ποιος ξέρει, μπορεί να σε βοηθήσει με τα δικά σου. Θυμάμαι ότι η σχέση με τον πατέρα σου δεν ήταν ιδανική.

Ανυπομονώ να καθίσουμε ξανά στην ταράτσα σου, να ανοίξουμε τις καρδίες μας, παρέα με τα άστρα και τις μπύρες μας.
Ελπίζω να τα πούμε από κοντά σύντομα.
Ο παιδικός σου φίλος.

Γιώργος Ούρδας

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading