Η τελευταία αντάμωση

Ο παλιός σταθμός των τρένων στεκόταν ακόμα όρθιος, με τα ξύλινα παγκάκια του γεμάτα χαρακιές από ονόματα και ημερομηνίες, σημάδια αγάπης που ίσως δεν ταξίδεψαν ποτέ. Οι γραμμές έμοιαζαν να οδηγούν στο πουθενά ή μάλλον έμοιαζαν να οδηγούν σε κάποιο παρελθόν πιο έντονο απ’ το παρόν. Ο αέρας κουβαλούσε μια αχνή μυρωδιά πεύκου και τον μεταλλικό ήχο των παλιών βαγονιών που ζούσαν κάποτε….

Εκεί σε ένα παγκάκι καθόταν η Φρόσω, με τα χέρια της διπλωμένα σφιχτά γύρω από μια παλιά δερμάτινη, ξεφτισμένη στις γωνίες τσάντα. Ο σταθμός δεν είχε πια δρομολόγια, αλλά ερχόταν κάθε Κυριακή, την ίδια ώρα. Φορούσε το ίδιο μπλε φόρεμα, εκείνο που φορούσε και πριν 40 ολόκληρα χρόνια. Εκείνο το παλιοκαιρισμένο φόρεμα με το οποίο ξεπροβόδισε για το ταξίδι χωρίς επιστροφή τα παιδιά της και τον άντρα της. Εκείνο το μπλε φόρεμα που έμοιαζε πια τεράστιο πάνω της. Η Φρόσω κοίταξε το ρολόι της και δάκρυσε. “Σε λίγα λεπτά αναχωρεί η αμαξοστοιχία με Νούμερο 57 με προορισμό την Αθήνα. Παρακαλείσθε, όπως επιβιβαστείτε”. Αυτά τα λόγια αντήχησαν στα αυτιά της και η μνήμη της τη μετέφερε στις τελευταίες αγκαλιές με τα πρόσωπα που τόσο αγαπούσε.

Η Φρόσω, όταν συνέβη το γεγονός, ήταν 36 ετών. Παντρεμένη με τον Γιώργο από τα 17 της. Και εκείνος, όταν γνωρίστηκαν, ήταν 19 και πολύ ερωτευμένος με τη Φρόσω, όπως εξάλλου και εκείνη. Παντρεύτηκαν σύντομα και η ζωή τους ήταν γεμάτη αγάπη. Τα πρώτα χρόνια ζούσαν σε μια φτωχική συνοικία της πόλη. Η άσφαλτος εκεί που έμεναν, τελείωνε νωρίς, για να ξεκινήσει ο χωματόδρομος, που πρόσφερε απλόχερα σκόνη το καλοκαίρι και λάσπη τον χειμώνα. Οι δρόμοι ήταν στενοί και τα σπίτια χαμηλά. Τα περισσότερα ήταν μονοόροφα. Κάποια φτιαγμένα από τούβλο ή τσιμεντόλιθο, αλλά υπήρχαν και πολλά με λαμαρίνες για σκεπή και σκελετούς από ξύλο. Σε αρκετές αυλές υπήρχαν κοτέτσια. Τα παιδιά έπαιζαν με παλιά ποδήλατα, με πάνινες μπάλες και αυτοσχέδια παιχνίδια. Στη γειτονιά αντηχούσαν οι μουσικές από ραδιοφωνάκια, που έπαιζαν κυρίως Καζαντζίδη.

Φτωχοί ήταν η Φρόσω και ο Γιώργος, μα αισιόδοξοι ότι θα τα καταφέρουν. Νοίκιαζαν μια καμαρούλα στη φτωχογειτονιά με κουζίνα από τσίγκους και τουαλέτα ένα μικρό παράπηγμα. Μπάνιο έκαναν στο πίσω μέρος της κουζινούλας, με νερό που έβραζαν σε κατσαρόλα και το αναμείγνυαν με το νερό από το λάστιχο της αυλής. Το χειμώνα κρύωναν, αλλά η Φρόσω, κυρίως, όποιος τους και αν έκανε μπάνιο άρχιζε τα τραγούδια και τα αστεία και ως δια μαγείας το κρύο λίγο τους επηρέαζε. Ο Γιώργος δούλευε ως τσαγκάρης και η Φρόσω έκανε οικιακές δουλειές σε σπίτια. Τα πρώτα χρόνια ήταν πολύ δύσκολα οικονομικά, αλλά παρόλες τις δυσκολίες, ο Γιώργος κατάφερε και άνοιξε το δικό του τσαγκάρικο και πολύ γρήγορα άνοιξε και ένα μικρό κατάστημα υποδημάτων. Εντωμεταξύ είχαν αποκτήσει δύο παιδιά, δύο αγόρια, τα οποία λάτρευαν και τούς πρόσφεραν αγάπη δίχως όρια, συμπαράσταση σε κάθε τους βήμα και διαπαιδαγώγηση με βάση τον σεβασμό και την αξιοπρέπεια. Στην παιδική τους ηλικία τα παιδιά έζησαν την οικονομική ανέχεια, αλλά ποτέ αυτό δε στάθηκε εμπόδιο στη χαρά, που ένιωθαν παίζοντας στις αλάνες κυνηγητό, κρυφτό και πετροπόλεμο. Στο σχολείο τα πήγαιναν καλά και αυτό ήταν μεγάλη ικανοποίηση για τη Φρόσω και τον Γιώργο. Ήταν καλά παιδιά, που όλοι το έβλεπαν και καμάρωναν αυτή την οικογένεια.

Στην εφηβεία τους πλέον, που τα οικονομικά της οικογένειας είχαν στρώσει, η Φρόσω είχε αφήσει τη δουλειά στα σπίτια, που της είχε καταστρέψει τη μέση και ασχολιόταν κυρίως με το νοικοκυριό. Η οικογένεια μετακόμισε σε δικό της σπίτι σε άλλη γειτονιά. Οι δρόμοι στη νέα γειτονιά ήταν ασφαλτοστρωμένοι, υπήρχαν πεζοδρόμια και αρκετή κίνηση, μιας και εκτός από τα ιδιωτικά αυτοκίνητα από εκεί περνούσαν οι κύριες λεωφορειακές γραμμές της πόλης και το τραμ. Η νέα γειτονιά είχε και αυτή έντονη ζωή. Καφενεία, ζαχαροπλαστεία, ταβέρνες και κινηματογράφο.
Στον ελεύθερο πλέον χρόνο της η Φρόσω έκανε κεντήματα τόσο δεξιοτεχνικά φτιαγμένα, που είχαν γίνει περιζήτητα και πολλοί τα ακριβοπλήρωναν.

Η Κυριακή είχε γίνει η αγαπημένη μέρα των παιδιών. Συνήθιζαν να πηγαίνουν με τον πατέρα τους στο γήπεδο και μετά κάποιες φορές να τρώνε οικογενειακά σε κάποια ταβέρνα, συνήθως με ζωντανή λαϊκή μουσική. Το ζευγάρι αγαπούσε τη μουσική και αγκαλιά σιγοτραγουδούσαν μαζί με τον αοιδό “Το βουνό”, τη “Συννεφιασμένη Κυριακή”, “Τα ματόκλαδά σου λάμπουν” και άλλα. Άλλες πάλι φορές μετά το γήπεδο έτρωγαν στο σπίτι. Η Φρόσω ήταν δεινή μαγείρισσα και όταν τύχαινε Κυριακή να φάνε στο σπίτι, καλούσαν και άλλους συγγενείς. Μουσακάδες, γιουβέτσια, κοκκινιστά, εκμέκ, κανταΐφια και χίλια δυο άλλα καλά έφτιαχνε η Φρόσω, για να ευχαριστήσει όλους τους αγαπημένους της. Συζητήσεις, γέλια, πολιτικές διαφωνίες. Τα πάντα υπήρχαν στις μαζώξεις της οικογένειας.

Μια Κυριακή, πριν το μοιραίο ταξίδι, η Φρόσω είχε καλέσει τους συγγενείς να φάνε όλοι μαζί. Εκείνη την Κυριακή όμως είχε μια περίεργη ταραχή. Εκείνη την Κυριακή την είχε πιάσει τελειομανία. Ο Γιώργος δεν πήγε στο γήπεδο με τα παιδιά, αλλά έμεινε σπίτι να τη βοηθήσει, γιατί η Φρόσω ήταν έγκυος στο τρίτο τους παιδί. Στο τρίτο παιδί είχε αναγούλες και ζαλάδες, οπότε ο Γιώργος δεν ήθελε η Φρόσω να κουράζεται και της είχε μάλιστα προτείνει να φάνε έξω. Εκείνη όμως επέμεινε ότι ήθελε να φάνε στο σπίτι. Έτσι και έγινε. Όμως η Φρόσω δεν ήταν καλά. Μια περίεργη θολούρα, ένα τρεμούλιασμα, κάτι εσωτερικό την τάραζε, άλλα δεν καταλάβαινε τι. Σκέφτηκε ότι ίσως ήταν η εγκυμοσύνη. Μάλιστα όταν έφυγαν οι συγγενείς την έπιασαν τα κλάματα με μια αίσθηση ότι ποτέ δε θα ξαναφάνε όλοι μαζί. Το βράδυ ήταν πολύ κουρασμένη και γρήγορα, μόλις ξάπλωσε, την πήρε ο ύπνος. Ένας ύπνος βασανιστικός. Είδε τον άντρα της και τα παιδιά της σε μια βάρκα, που και αυτή προσπαθούσε να ανέβει, αλλά δεν μπορούσε. Είδε τη βάρκα να απομακρύνεται και αυτή να μένει πίσω. Το πρωί ξύπνησε με πονοκέφαλο και άσχημη διάθεση, μα δεν έδειξε σε κανέναν τίποτα. Την Κυριακή που θα ακολουθούσε, θα πήγαιναν οικογενειακώς στην Αθήνα να απολαύσουν την αγαπημένη τους ομάδα που θα έπαιζε με τον αιώνιο ποδοσφαιρικό της αντίπαλο. Είχαν κανονίσει να πάνε όλοι μαζί, αλλά η μάνα της Φρόσως έπεσε και έσπασε το πόδι της, οπότε η Φρόσω, θα έμενε να την περιποιηθεί. Το Σάββατο πριν την αναχώρηση, με την κακή της διάθεση να συνεχίζεται, ζήτησε από τον Γιώργο να αναβάλει το ταξίδι. Εκείνος της είπε ότι θα στενοχωριούνταν πολύ τα παιδιά, οπότε η Φρόσω δεν επέμεινε. Εκείνο το σαββατιάτικο απόγευμα έφτιαξε κεφτεδάκια και μπουρεκάκια, για να πάρουν μαζί στο ταξίδι. Η Κυριακή έφτασε και κατέβηκαν όλοι στον σταθμό. Η Φρόσω τους είπε γελώντας, “μήπως δε θέλετε να πάτε; κερνάω παγωτό”. Τα παιδιά της είπαν ότι θα τους κεράσει παγωτό την επόμενη Κυριακή. Όταν ήρθε η ώρα να επιβιβαστούν, η Φρόσω ξέσπασε σε κλάματα. Ο μεγάλος ο γιος της τη μάλωσε, “βρε μαμά, ώρες θα λείπουμε, πώς κάνεις έτσι”; Η Φρόσω δεν ήθελε να τους πικράνει οπότε και ισχυρίστηκε ότι είναι τόσο ευσυγκίνητη, γιατί πρώτη φορά Κυριακή δε θα είναι όλοι μαζί. Κοίταξε πόσο όμορφα ήταν τα παλικάρια της και τα σταύρωσε. Αγκαλιάστηκαν, φιλήθηκαν και οι άντρες επιβιβάστηκαν στο τρένο. Η Φρόσω κοίταζε το τρένο μέχρι που αυτό χάθηκε στον ορίζοντα.

Στο σπίτι που επέστρεψε, την περίμενε η μάνα της με το σπασμένο πόδι. “Τι έχεις παιδί μου;” τη ρώτησε αντιλαμβανόμενη την κακή διάθεση της κόρης της. “Δεν ξέρω ειλικρινά. Μέρες τώρα έχω μια κακή διάθεση αναίτια” είπε η Φρόσω. “Ε θα φταίει η εγκυμοσύνη. Εμείς οι γυναίκες γινόμαστε πολύ ευαίσθητες σε αυτή τη φάση”, της είπε η μάνα προσπαθώντας να την ηρεμήσει. “Δεκαεννιά χρόνια τώρα κάθε Κυριακή τρώω με τον Γιώργο και κοντά τόσα και με τα παιδιά”, είπε και σταμάτησε αυτή τη συζήτηση. Η Φρόσω ετοίμασε το φαγητό με το μπλε φόρεμα που είχε συνοδεύσει στον σταθμό την οικογένειά της και αρνήθηκε να το βγάλει παρόλη την προτροπή της μάνας της. Αφού έφαγαν, πήγαν για τη μεσημεριανή σιέστα. Γύρω στις 5 το απόγευμα χτύπησε το κουδούνι της εξώπορτας. Με έκπληξη η Φρόσω είδε ότι στην πόρτα ήταν ένας αστυνομικός. Άνοιξε την πόρτα και ο αστυνομικός την καλησπέρισε ευγενικά με τα μάτια του καρφωμένα στην κοιλιά της. “Τι θα θέλατε;” τον ρώτησε. “Είστε μόνη;” της απάντησε. “Με τη μητέρα μου” είπε η γυναίκα, “μπορώ να περάσω λίγο;” ρώτησε ο αστυνομικός. “Περάστε” ακούστηκε η φωνή της μάνας. Η Φρόσω είχε ταραχή εμφανή. “Τι συμβαίνει;” ρώτησε με αγωνία. “Έγινε ένα δυστύχημα στο τρένο, που επενέβαιναν οι δικοί σας”. “Πώς είναι;” ούρλιαξε η Φρόσω. “Λυπάμαι…” είπε ο αστυνομικός και χαμήλωσε το βλέμμα. “Τι λυπάσαι; τι εννοείς; Μίλα!” ούρλιαξε και λιποθύμησε. Ξύπνησε στο δωμάτιο μιας κλινικής. Είχε συσπάσεις γέννας, αλλά δεν ήταν η ώρα της να γεννήσει. Παρόλη την επιμονή της να πάει στις κηδείες, δεν την άφησαν. Εκείνη την Τετάρτη το μεσημέρι σηκώθηκε λίγο από το κρεβάτι. Ήταν αναμαλλιασμένη με βλέμμα κενό. Στο τραπεζάκι που υπήρχε στην αίθουσα αναμονής βρήκε εφημερίδες. “Σήμερον τελέστηκαν οι κηδείες πολλών από τους νεκρούς του θλιβερού δυστυχήματος”, έγραφε η μία, “Σήμερον ο τραγικός επίλογος για πολλά από τα θύματα της εκτροχιασμένης αμαξοστοιχίας”, έγραφε οι άλλη και όλες είχαν εικόνες από φέρετρα. Η Φρόσω έμεινε εκεί παγωμένη, ακίνητη. Όλοι οι συγγενείς προσπάθησαν να τη στηρίξουν, όσο αυτό ήταν εφικτό. Λίγο καιρό μετά γέννησε πρόωρα την κόρη της, την παρηγοριά στον οδυρμό της. Μετά τη γέννηση της κόρης της επισκέφτηκε το νεκροταφείο. Με τα χέρια της έσκαβε τους τάφους των δικών της ουρλιάζοντας “εγώ ανθρώπους έβαλα στο κινούμενο φέρετρο και μου δίνουν πίσω χώμα!”.

Τα χρόνια που ακολούθησαν, η καρδιά της φόρεσε το μαύρο, αλλά η υποχρέωση προς την κόρη της την κράτησε στη ζωή. Κράτησε με τη βοήθεια αρχικά των δικών της ανθρώπων τις επιχειρήσεις του Γιώργου. Καθώς μεγάλωνε η μικρή της, φοβόταν μην της πάθει τίποτα και γινόταν υπερπροστατευτική, μα γρήγορα καταλάβαινε ότι δεν κάνει καλό αυτό στο παιδί της και έτσι κατάπινε τους φόβους της. Η κόρη της μεγάλωσε, σπούδασε και έκανε και ένα παιδάκι. Δεν ήθελε να παντρευτεί. Η Φρόσω ποτέ δεν την έκρινε. Αντίθετα έγινε μια υπέροχη γιαγιά.

Επί 40 ολόκληρα χρόνια, κάθε Κυριακή πήγαινε στον σταθμό των τρένων, που πια δε λειτουργούσε, γιατί είχε πλέον φτιαχτεί άλλος σταθμός, σύγχρονος. Έτσι καθόταν με ησυχία και αναπολούσε τις τελευταίες στιγμές με τον άντρα και τους γιους της. Συχνά τους ζητούσε συγγνώμη, που δεν ήταν μαζί τους. Συχνά έχανε τη λογική της σκέψη, όταν σκεφτόταν τα παιδιά της μόνα, χωρίς αυτή, να πεθαίνουν σε ένα σπασμένο βαγόνι. Πάντα έκλαιγε με αναφιλητά. Τα τελευταία όμως 2 χρόνια, της φαινόταν ότι κάθονταν πραγματικά μαζί της στο παγκάκι, ότι της χάιδευαν τα μαλλιά, ότι τους αγκάλιαζε. Όλο αυτό την έκανε να χαμογελάει. Στην τελευταία της επίσκεψη στον σταθμό, της φάνηκε ότι κάποιο τρένο σταμάτησε μπροστά της και από μέσα βγήκαν ο Γιώργος και οι δυο γιοί της. “Μανούλα, καλώς έφτασες!”, “Φρόσω μου, σε περίμενα!”. Αυτά άκουγε και χαμογελούσε. Σφιχτές αγκαλιές ακολούθησαν και δάκρυα χαράς. Όλοι μαζί ανέβηκαν στο τρένο. “Αυτή τη φορά θα ταξιδέψουμε μαζι!” είπε η Φρόσω.

Το ίδιο βράδυ την βρήκαν νεκρή στο παγκάκι του σταθμού. Η κόρη της είχε ανησυχήσει που άργησε, αλλά ήξερε πού να την ψάξει. “Καλό ταξίδι μανούλα μου βασανισμένη. Εις το επανιδείν…” είπε και έκλαψε. Έκλαψε για τα νιάτα που κάποτε χάθηκαν, έκλαψε για την εφ όρου ζωής δυστυχία της μάνας, έκλαψε για όσα της στέρησε η ζωή, μα πάνω από όλα ευχήθηκε η μάνα της η έρμη να βρει τη λύτρωση από τον πόνο και τη γαλήνη. Στην κηδεία της Φρόσως η κοπέλα ήταν συντετριμμένη και λυγμοί παράπονου για τις απώλειες που βίωσε η μάνα της τής έπνιγαν τον λαιμό. Μέσα στα κλάματα και υποβασταζόμενη από το παιδί της καθώς έφευγε, γύρισε και κοίταξε το μνήμα και τότε της φάνηκε ότι είδε όλη της την οικογένεια, τα αδέρφια και τον πατέρα της με βαλίτσες στα χέρια και τη μάνα με το μπλε φόρεμα να την αποχαιρετούν χαμογελώντας. Σήκωσε το χέρι και τους ανταπέδωσε το νεύμα του αποχαιρετισμού. “Αντίο μανούλα μου. Ξέρω ότι εκεί που πας έχεις φύλακες άγγελους. Στο καλό”.

Φωτεινή Νικολοπούλου

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading