Κάθε βράδυ στις 3:13.
Όχι 3:12, όχι 3:15. 3:13.
Η Μαργαρίτα ξυπνούσε μες στο σκοτάδι, σαν κάτι να την τραβούσε πίσω στην επιφάνεια από τα συντρίμμια του ύπνου. Δεν ήξερε αν ήταν η καρδιά της που χτυπούσε άτσαλα ή απλώς ο θόρυβος του τίποτα που έκανε ησυχία.
Ήταν πάντα εκεί, η ίδια σκέψη, με το ίδιο βάρος: ο Μανώλης.
Δεν ήταν όνειρο. Δεν ήταν μνήμη. Ήταν παρουσία. Σαν να την καλούσε το κενό στο μαξιλάρι δίπλα της. Σαν να είχε αφήσει πίσω του μια σιωπηλή υπόσχεση πως θα γυρίσει, και το σώμα της περίμενε ακόμα την επιστροφή.
Κάθε βράδυ στις 3:13, άνοιγε τα μάτια της και νόμιζε πως θα τον δει. Στην αρχή έστριβε το κεφάλι της αργά, ελπίζοντας. Μετά, έμαθε. Δεν ήταν εκεί. Δεν ήταν πουθενά.
Ήταν η έλλειψή του που είχε ρυθμό. Σαν μουσική που συνεχίζει να παίζει μέσα σου ακόμα κι όταν το ραδιόφωνο έχει σιγήσει.
Στο ξεκίνημα, τον έβλεπε στα όνειρα. Πότε καθόταν στην άκρη του κρεβατιού της και της χάιδευε τα μαλλιά, πότε της χαμογελούσε από απέναντι, εκείνο το χαμόγελο το μισό, το αδιόρθωτο, το δικό του. Κι άλλες φορές… απλώς ήταν εκεί. Σιωπηλός. Παρών. Σαν βεβαιότητα. Όταν όμως ξυπνούσε, η πραγματικότητα έσταζε σιγά-σιγά στον ύπνο της σαν κρύο νερό που έτσουζε σε πληγή: ο Μανώλης είχε φύγει.
Η Μαργαρίτα δεν μπορούσε να εξηγήσει γιατί το μυαλό της επέμενε έτσι, τόσο πεισματικά, τόσο σκληρά, να τον φέρνει μπροστά της κάθε νύχτα. Δεν είχαν μαλώσει, όχι στα αλήθεια. Δεν είχε γίνει κάτι «μεγάλο». Ούτε απιστία, ούτε προδοσία. Μόνο εκείνο το «δεν μπορώ άλλο». Μόνο εκείνο το «είναι καλύτερα να σταματήσουμε εδώ».
Εκείνος το αποφάσισε. Όχι εκείνη. Εκείνη πάλευε ακόμα, μισοβουλιαγμένη στο «μπορούμε ακόμα». Εκείνος είπε «δεν γίνεται άλλο». Εκείνη ψιθύριζε «γίνεται», αλλά δεν την άκουσε. Δεν ήθελε να την ακούσει. Κι έτσι, έμεινε με όλα όσα δεν πρόλαβε να πει, όλα όσα δεν κατάφερε να αλλάξει, όλα όσα δεν έγιναν αλλιώς.
Στις 3:13, τα σκεφτόταν ένα-ένα.
Εκείνη δεν ήθελε να σταματήσουν. Είχε ακόμα τόσα να δώσει. Να πει. Να ζήσει μαζί του. Κι όμως… της τα πήρε όλα πίσω, έτσι απλά, σαν να ήταν δανεικά που του τελείωσε η υπομονή να τα κρατάει.
Ήθελε να του φωνάξει. Να του πει: “Μείνε, ρε Μανώλη. Εγώ δεν τελείωσα ακόμα μαζί σου”. Αλλά το είπε μόνο μέσα της, τότε. Και τώρα.
Τώρα το φωνάζει κάθε νύχτα, στις 3:13.
Σκεφτόταν… αν τον είχε κρατήσει λίγο παραπάνω εκείνη τη νύχτα. Αν δεν του είχε πει με τόση ψυχραιμία «καλή σου νύχτα» ενώ μέσα της έκαιγε το «μείνε». Αν του είχε πει την αλήθεια. Αν δεν φοβόταν ότι θα τον κουράσει, ότι θα γίνει βάρος. Πόσες φορές είχε προσποιηθεί πως ήταν καλά; Πόσες φορές είχε χαμογελάσει για να μην τον φέρει σε δύσκολη θέση; Πόσες φορές είπε «δεν πειράζει», ενώ πείραζε;
Τα «αν» ήταν αμέτρητα. Και τα έκαιγε κάθε βράδυ στις 3:13, σαν τσιγάρα στο μπαλκόνι.
Οι ώρες περνούσαν και την έβρισκε το φως του πρωινού πιο κουρασμένη από το προηγούμενο βράδυ. Ο ύπνος, όταν ερχόταν, ήταν κομματιασμένος, άγριος, ανήσυχος. Ένα πέρασμα. Όχι καταφύγιο.
Ξυπνούσε με το κεφάλι βαρύ, σαν να κουβαλούσε όλα όσα δεν είπε, όλα όσα δεν έγιναν. Τον καφέ τον έπινε διπλό, όχι γιατί τον ήθελε δυνατό, αλλά γιατί ήλπιζε να της ξυπνήσει τη λήθη.
Μα η λήθη δεν ξυπνάει. Μόνο κοιμάται εκεί που δεν τη βλέπεις. Σαν αγρίμι που περιμένει την ευκαιρία να σε δαγκώσει πάλι.
Περνούσε ο καιρός – όχι πως είχε σημασία. Ο Μανώλης δεν είχε επικοινωνήσει ξανά. Ήταν σταθερός στις αποφάσεις του, από εκείνους τους ανθρώπους που κλείνουν μια πόρτα και δεν κοιτάνε πίσω. Δεν ξέρουν τι αφήνουν. Ή δεν τους νοιάζει.
Η Μαργαρίτα δεν τον έψαξε. Ούτε τον πήρε. Ούτε του έγραψε. Κάθε λέξη όμως που κράτησε μέσα της, της γινόταν κόμπος στο λαιμό. Και τις νύχτες, στις 3:13, οι κόμποι αυτοί έσφιγγαν τόσο, που νόμιζε δεν θα ξημέρωνε.
Οι φίλοι της σταμάτησαν να ρωτούν. Οι καλοπροαίρετοι έλεγαν «θα περάσει», οι πιο βιαστικοί «δεν ήταν για σένα». Η Μαργαρίτα χαμογελούσε. Έλεγε ευχαριστώ. Αλλά δεν ήξεραν.
Δεν ήξεραν πόσες στιγμές είχε φυλάξει μέσα της: εκείνο το πρωινό που έφαγαν φρυγανιές με μέλι στο πάτωμα της κουζίνας, γελώντας. Την πρώτη φορά που τη φίλησε πάνω στον λαιμό και της είπε «έχεις άρωμα γιασεμιού». Το απόγευμα που της έβαλε το κράνος ανάποδα και της φώναζε «μα πώς το φοράς έτσι;» γελώντας σαν παιδί. Δεν ήξεραν με πόση τρυφερότητα την κοιτούσε όταν νόμιζε πως δεν τον βλέπει.
Δεν ήξεραν πως μερικές αγάπες δεν τελειώνουν με λέξεις. Τελειώνουν με σιωπές. Και πως αυτές οι σιωπές σ’ ακολουθούν για πολύ.
Προσπάθησε να ξαναφτιάξει τη ζωή της. Να δώσει χώρο σε νέους ανθρώπους. Μα κάθε φορά που κάποιος την κοιτούσε στα μάτια, εκείνη έψαχνε την αναλαμπή του Μανώλη. Δεν την έβρισκε. Δεν ήθελε να τη βρει, ίσως. Γιατί ένιωθε προδοσία να προχωρήσει. Σαν να πρέπει πρώτα να πάρει την άδεια του παρελθόντος για να ζήσει το παρόν.
Μα αυτό δεν συμβαίνει ποτέ.
Κάποιες μέρες έμοιαζαν πιο υποφερτές. Έκανε δουλειές, έβγαινε με φίλους, έβαζε μουσική στο σπίτι και προσπαθούσε να ξεγελάσει το μυαλό της πως είναι καλά. Δεν μιλούσε γι’ αυτόν. Όχι πια. Όχι γιατί τον ξέχασε – αλλά γιατί δεν ήξερε πώς να τον χωρέσει στο παρόν της. Ήταν σαν να ζούσε μια διπλή ζωή. Η μία ήταν αυτή που έδειχνε προς τα έξω. Η άλλη, η κρυφή, η αληθινή, άρχιζε κάθε νύχτα, με την καρδιά να την τινάζει απ’ τον ύπνο στις 3:13.
Είχε προσπαθήσει να εξηγήσει αυτό το «3:13» στους άλλους. Μα κανείς δεν την καταλάβαινε.
«Ίσως είναι το άγχος», της έλεγαν.
«Ίσως το σώμα σου έχει μπει σε ρουτίνα».
«Ίσως πρέπει να πας σε ψυχολόγο».
Ίσως. Ίσως. Ίσως.
Μα κανείς δεν έζησε εκείνη τη σιωπή που άφησε ο Μανώλης όταν έφυγε. Κανείς δεν έμεινε με τις μισές κουβέντες, τις απαντήσεις που δεν δόθηκαν ποτέ. Κανείς δεν άκουσε την ανάσα του στο σκοτάδι, ούτε το χέρι του να γλιστρά πάνω απ’ την πλάτη της. Κανείς δεν ξέρει πόσο της λείπει να κοιμούνται πλάτη με πλάτη, και να μοιράζονται τον ίδιο εφιάλτη σαν όνειρο. Πόσο το μόνο που θέλει κάθε μέρα είναι τη δική του αγκαλιά και εκείνη την κουβέντα του που την κάνει να χαμογελάει όπως μόνο εκείνος μπορεί.
Ένα βράδυ, στις 3:13, ξύπνησε. Μα δεν ένιωσε πόνο. Ούτε το τράνταγμα του «δεν είναι εδώ». Ήταν απλώς εκεί, ξύπνια, ήρεμη. Δεν τον είδε δίπλα της. Δεν τον αναζήτησε.
Σηκώθηκε, έβαλε ένα φούτερ πάνω από το νυχτικό και βγήκε στο μπαλκόνι. Ο αέρας ήταν υγρός, είχε εκείνη τη μυρωδιά καλοκαιρινού ξημερώματος, πριν η πόλη ξυπνήσει. Τα φώτα από τα απέναντι διαμερίσματα είχαν σβήσει πια. Το μόνο που άκουγε ήταν ένα μακρινό ταξί να περνάει και τη δική της αναπνοή.
Κοίταξε τον ουρανό. Δεν ζήτησε τίποτα. Δεν ευχήθηκε. Μόνο ένιωσε… ότι κάτι είχε αλλάξει.
Ίσως η μνήμη να είχε πάψει να πονάει τόσο. Ίσως εκείνος να είχε σταματήσει να της λείπει με την ίδια βία. Ίσως, για πρώτη φορά, να μην ήθελε να τον δει ξανά – όχι γιατί δεν τον αγαπούσε, αλλά γιατί μπορούσε πια να τον αγαπά χωρίς να τον περιμένει.
Και την άλλη νύχτα, όταν ήρθε το 3:13, κοιμόταν.
Δεν ξύπνησε.
Ίσως γιατί είχε κουραστεί τόσο πολύ, που και ο πόνος κουράστηκε μαζί της και παραδόθηκε στον ύπνο.
Ο ύπνος της άρχισε να γίνεται βαθύτερος, πιο στρογγυλός, χωρίς αιχμές. Τα πρωινά δεν ήταν πια αγώνας. Ο καφές είχε λιγότερη πίκρα. Κι όταν τον σκεφτόταν, δεν έπνιγε πια. Μόνο της χάριζε ένα χαμόγελο, μικρό, σαν ανάσα.
Ήξερε πως δεν θα τον ξεχάσει. Κι ούτε ήθελε. Ήταν κομμάτι της. Αλλά δεν ήταν πια το κέντρο της.
Είχε μάθει να ζει γύρω από αυτό που της έλειπε.
Και αυτό, ίσως, να είναι τελικά ο πιο αληθινός τρόπος να προχωράς.
Μαρία-Χριστίνα Δουλάμη
