Σταμάτησα μπροστά στο ράφι με τις σοκολάτες. Σκέφτηκα ν’ απλώσω το χέρι και να πάρω μία, αλλά μετά το μετάνιωσα. Κοίταξα μια αμυγδάλου και τη σκέφτηκα να λιώνει και ν’ απλώνεται η βελούδινη γλυκιά υφή πάνω στη γλώσσα και το χέρι μου δε συγκρατήθηκε. Απλώθηκε να την πιάσει, μα στην επιστροφή κρατούσε μια σοκολάτα μαύρη με λιγότερη ζάχαρη και περισσότερο κακάο. Το μυαλό μου έδινε οδηγία να βάλω τη μαύρη σοκολάτα στο καλάθι και ν’ απομακρυνθώ για να τελειώνω με τα ψώνια, αλλά το σώμα έμενε καρφωμένο στη θέση του, επιθυμώντας διακαώς τη σοκολάτα αμυγδάλου. Είναι δύσκολο για μένα να επιλέγω. Άλλοι επέλεγαν πάντα για μένα και συνήθισα. Πόσο πιο εύκολο θα ήταν να με επέλεγε η σοκολάτα για να τη φάω. Να έδινε ένα σάλτο και να βρισκόταν στο χέρι μου. Να μου επέβαλε την παρουσία της και να με ανάγκαζε να την αγοράσω, αφού την ήθελα τόσο πολύ.
Έτσι, κάποτε, μικρή σε ηλικία ακόμα, στο δημοτικό θα πήγαινα, στεκόμουν μπροστά από μια βιτρίνα, κοιτάζοντας μαγεμένη κάτι μικρά κόκκινα λουστρίνια με στρογγυλή μύτη. Ήταν από τις λίγες φορές που είπα τι ήθελα, μα έπεσε στο κενό. Όσο κι αν επέμεινα, η μαμά μου αγόρασε για να φορέσω στη γιορτή του σχολείου κάτι μαύρα λουστρίνια με τετράγωνη μύτη και δύο μεγάλους ασημένιους κρίκους να τα στολίζουν. Όταν η πωλήτρια τα έφερε για να τα δοκιμάσω, νόμιζα πως θα πεθάνω. Δίπλα ένα κορίτσι της ηλικίας μου δοκίμαζε τα κόκκινα λουστρίνια μου και ο πόνος μέσα μου ήταν αβάσταχτος.
«Κανένα παιδί δε φοράει τέτοια παπούτσια!», είχα πει στη μαμά μου.
«Είναι πολύ ωραία!», απάντησε χωρίς να λαμβάνει υπόψη της, τις ενστάσεις μου.
Τα φόρεσα με μεγάλη δυσκολία. Ήταν μικρά. Οι ελπίδες μου άρχισαν να ξαναγεννιούνται. Ήταν από τις λίγες εκείνες φορές που διεκδίκησα κάτι.
«Να πάρω τα κόκκινα;». Η μαμά μου με κοίταξε, μα δεν απάντησε. Στράφηκε στην πωλήτρια και ζήτησε το μεγαλύτερο νούμερο των τετράγωνων μαύρων λουστρινιών.
«Δεν τα γλιτώνεις τα παπούτσια της μάγισσας!» είπε η αδερφή μου και γέλασε, επιτείνοντας την απελπισία μου.
Η πωλήτρια είπε πως δεν υπάρχει μεγαλύτερο νούμερο, έχει εξαντληθεί. μα πριν προλάβω να χαρώ η μαμά δήλωσε πως θα τα πάρουμε κι ας με σφίγγουν. «Με τον καιρό θ’ ανοίξουν» είπε με βεβαιότητα, όταν τα πλήρωνε στο ταμείο, μα δεν άνοιξαν ποτέ.
Δύο φορές μού τα φόρεσε και τις δύο μου πέθαναν τα πόδια από το σφίξιμο. Την πρώτη είπα το ποίημα μου στη γιορτή κι ύστερα έφυγα, εσπευσμένα, για να πάω σπίτι να φορέσω τα αθλητικά μου ενώ τη δεύτερη, στη γιορτή ενός θείου, την πέρασα καθισμένη σε μια καρέκλα, βγάζοντας τα πού και πού για να ηρεμήσουν τα πόδια μου από τον πόνο.
Τα κληρονόμησε η αδερφή μου, αφού δεν άνοιγαν για να μου κάνουν, η οποία, πιο μαχητική από μένα, άστραψε και βρόντησε. Έγιναν ομηρικοί καυγάδες για να τα φορέσει, από τους οποίους η μάνα μας έβγαινε χαμένη. Μόνο μια φορά την κατάφερε να πάει με αυτά στο σχολείο κι εκείνη την ημέρα, από τη ντροπή της δεν βγήκε καθόλου έξω από την τάξη, στα διαλείμματα.
Κάπου τα χάρισε η μάνα μας μετά από αυτό, δε ρωτήσαμε ποτέ να μάθουμε πού.
Ορκιζόμουν πως όταν θα μεγάλωνα και θα είχα δικά μου χρήματα, θ’ αγόραζα ένα ζευγάρι κατακόκκινα λουστρίνια και θα τα φόραγα κάθε μέρα, όλη μέρα για να τα χορτάσω, μα όταν μεγάλωσα, για κάποιον ανεξήγητο λόγο, κοίταζα με αγάπη τα λουστρίνια, αλλά αγόραζα τα παπούτσια της μάγισσας.
Στην πραγματικότητα με επανέφερε ένα αντρικό χέρι που μπήκε μέσα στο οπτικό μου πεδίο και πήρε τη σοκολάτα αμυγδάλου που τόση ώρα κοίταζαα με λαχτάρα. Ασυναίσθητα έστρεψα το βλέμμα προς τον άντρα, το χέρι του οποίου πήρε τη σοκολάτα μου και διασταυρώθηκαν οι ματιές μας. Ήταν ο καινούριος μου γείτονας. Με καλημέρισε με αυτό το υπέροχο χαμόγελό του και του το ανταπέδωσα.
Έναν τέτοιο άντρα ήθελα να παντρευτώ τότε που ονειρευόμουν γάμους. Ψηλός, γεροδεμένος, ευγενικός, αυτοδημιούργητος. Δεν ήταν ιδιαίτερα όμορφος, αλλά είχε τόσα χαρίσματα που πρόσθεταν πολύ στην γοητεία του, πράγμα που τον έκανε περιζήτητο στο γυναικείο φύλο.
Τον είχα δει από το παράθυρο, όταν μετακόμιζε και από τότε τον φιλοξενούσα συχνά στη σκέψη μου. Στην πραγματικότητα όμως δε θα του μιλούσα ποτέ ούτε καν θα τον κοίταζα, αν δεν έτρεχε η σκυλίτσα μου, όταν συναντηθήκαμε πρώτη φορά να πηδήξει στην αγκαλιά του. Απόρησα, γιατί το σκυλί δεν ανοιγόταν εύκολα στους ξένους.
«Τα σκυλιά μιμούνται τους ιδιοκτήτες τους» είχε πει η κτηνίατρος, αλλά η Μπέμπα στην περίπτωση του νεοαφιχθέντος γείτονα, λειτούργησε παρά τη συνήθεια.
«Γεια σας! Τι μας κάνετε; Πώς είστε; Ελάτε να σας δείξω τις προσφορές μας για σήμερα!», ακούστηκε η φωνή μιας υπαλλήλου του σούπερ μάρκετ η οποία μας είχε πλησιάσει και δεν επέτρεψε να πούμε τίποτ’ άλλο. Ήταν τόσο διαχυτική και χειμαρρώδης, που δεν καταλάβαινες αν προσπαθούσε να γίνει η υπάλληλος του μήνα ή να γοητεύσει τον νέο μου γείτονα. Κάτι πήγε να μου πει, αλλά τελικά ακολούθησε την νεαρή και αρκετά όμορφη υπάλληλο, η οποία κρεμασμένη σχεδόν από το μπράτσο του, τραβούσε και πήρε από κοντά μου τον άντρα των ονείρων μου. Εγώ ποτέ δε θα το έκανα αυτό. Δεν διεκδικώ τίποτα. Δε ζητάω και τελικά δεν παίρνω. Άλλωστε τα «μπράβο» τα εισέπραττα πάντα, όταν έλεγα πως δεν ήθελα κάτι και ποτέ για το αντίθετο.
Έβαλα μπροστά το αυτοκίνητο και, καθώς έβγαινα από το πάρκινγκ του σούπερ μάρκετ, η σκέψη μου ταξίδεψε σε μια άλλη Κυριακή του μακρινού παρελθόντος. Είχα πάει να δω παιδικό κινηματογράφο με τον πατέρα μου. Δε θυμάμαι τι είχαμε δει. Ό, τι κι αν ήταν, σίγουρα δεν το είχα απολαύσει. Δεν απολάμβανα τίποτα από αυτά που έκανα με τον πατέρα μου. Πάντα ήμουν συγκρατημένη, ώστε να μην κάνω κάτι που δεν του αρέσει. Μάλωνε τόσο συχνά με τη μαμά μου για πράγματα που δεν του άρεσαν πάνω μου και τη θεωρούσε υπεύθυνη γι’ αυτό, που ήμουν βέβαιη ότι ντρεπόταν και μόνο που έλεγε στους γνωστούς που συναντούσαμε ότι ήμουν παιδί του.
Βγαίνοντας από τον κινηματογράφο, όλα τα παιδιά κρατούσαν μπαλόνια, ποπ κορν, σακούλες με τσιπς, παιχνίδια. Εγώ κρατούσα το χέρι του πατέρα μου από φόβο μη χαθώ, πάντα είχα την πεποίθηση πως δε θα τα καταφέρω μόνη μου, αν γίνει οτιδήποτε και βάδιζα δίπλα του φρόνιμη και σιωπηλή.
Ο πατέρας μου, κοιτάζοντας τριγύρω τα παιδιά να είναι φορτωμένα με πράγματα, άρχισε να με ρωτάει, αν θέλω κάτι κι εγώ κάθε φορά έλεγα πως δε θέλω τίποτα. Δε θα τολμούσα να θέλω άλλωστε. Όταν είδε πως δε ζητούσα τίποτα, άρχισε να μου προτείνει.
«Θέλεις μία τυρόπιτα;»
«Όχι, δε θέλω»
«Μπράβο που δε θέλεις. Οι τυρόπιτες παχαίνουν και πρέπει να χάσουμε κανένα κιλό».
Αισθανόταν ικανοποιημένος από τις απαντήσεις μου, αλλά όλο και κάποιο παιδάκι περνούσε από δίπλα μας που ζητούσε κάτι από τους γονείς του κι εκείνοι σταματούσαν σ’ ένα περίπτερο να του το πάρουν και τον τάραζε.
«Θέλεις εσύ γαριδάκια;», μου πρότεινε, όταν ένα άλλο παιδί το ζήτησε από τους γονείς του και στάθηκαν να του το αγοράσουν.
«Όχι, δε θέλω»
«Μπράβο, που δε θέλεις. Δεν τα τσιγκουνεύομαι, παιδί μου τα λεφτά, αλλά δεν είναι υγιεινά αυτά τα πράματα» είπε ευχαριστημένος, αλλά και κάτι δεν του άρεσε σε όλα αυτά. Σε όλη μας τη βόλτα, δεν του είχα ζητήσει τίποτα και τίποτα δε μου είχε αγοράσει.
Όταν εμφανίστηκε μπροστά μας ένα αγοράκι που έτρωγε μία σοκολάτα πιο μεγάλη από το μπόι του κι όταν ο μπαμπάς μου πήρε πάλι αρνητική απάντηση στην ερώτηση, αν θέλω σοκολάτα, πήρε την πρωτοβουλία και μου αγόρασε μία μικρή σοκολατίτσα υγείας.
«Σου πήρα μία μικρή, γιατί η μαμά μαγειρεύει και θα φάμε τώρα που θα φτάσουμε στο σπίτι» είπε και μου την έδωσε.
Σταμάτησα το αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου και κατέβηκα. Σκάλισα τις σακούλες με τα ψώνια και βρήκα τη σοκολάτα υγείας. Ήμουν έτοιμη να την πετάξω στο διπλανό κάδο, όταν πέρασαν δύο γιαγιάδες που έκαναν την βόλτα τους και την πήραν, όταν τους την πρότεινα. Δε θα έτρωγα τη σοκολάτα που ήθελα, αλλά ούτε εκείνη που δεν ήθελα. Ας μην έτρωγα ξανά σοκολάτα.
Πήγα στους γονείς μου τα πράγματα που τους είχα αγοράσει από το σουπερ μάρκετ. Επέμεναν να μείνω για φαγητό κι έμεινα.
«Έχω μαγειρέψει να φάμε» είπε η μαμά μου και σέρβιρε μελιτζάνες. Μία φορά έφαγα μελιτζάνες μικρή και μ’ έπιασε ένας τέτοιος αβάσταχτος πόνος στο έντερο, που δεν έφαγα ποτέ ξανά. Ο πατέρας μου όμως τις έτρωγε και του άρεσαν και τις ζητούσε κι επειδή η μαμά μας με το ζόρι μαγείρευε ένα φαγητό, κάθε φορά που έψηνε μελιτζάνες προσποιούταν πως δε θυμόταν ότι δεν τις έτρωγα για να δικαιολογηθεί που δεν είχε φαγητό για μένα.
«Δεν τρώω μελιτζάνες, μαμά» είπα βαριεστημένα.
«Πού να το ξέρω; Και τι θα φας τώρα;»
«Θα πάρω κάτι απ’ έξω ή θα μαγειρέψω στο σπίτι, μην ανησυχείς»
«Να σου τηγανίσω δύο αυγά»;
«Όχι, δε θέλω. Θα ψήσω κάτι στο σπίτι»
«Βρε άντε που θα ψήσεις κάτι στο σπίτι, θα σου τηγανίσω εγώ δυο αυγά»
«Άντε, τηγάνισε δύο αβγά» είπα για να τελειώνουμε.
«Φέρε αυγά από το ψυγείο και το τηγάνι από το ντουλάπι. Άναψε το μάτι και βάλε λάδι στο τηγάνι κι έρχομαι».
Τελικά, τηγάνισα μόνη μου τ’ αβγά, τα έφαγα, έφτιαξα και καφέ για όλους και αργά το απόγευμα έφυγα.
«Δεν έκανα καμιά δική μου δουλειά πάλι σήμερα, εκτός από το σούπερ μάρκετ», σκέφτηκα.
Μπήκα στο σπίτι και η Μπέμπα έτρεξε στα πόδια μου. Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει, αλλά δεν άνοιξα το φως. Ένα μικρό πορτατίφ δαπέδου μόνο άναψα και τη σήκωσα στην αγκαλιά μου. Είχε καλοκαιριάσει και ο καιρός είχε ζεστάνει. Βγήκα και κάθισα στο μπαλκόνι να παρακολουθήσω τα τελευταία χρώματα της δύσης που παραδίδονταν για να βυθιστούν στην αγκαλιά της θάλασσας.
Η Μπέμπα κουλουριάστηκε στην ποδιά μου και αφέθηκε στα χέρια μου που τη χάιδευαν. Εγώ χάιδευα τη γούνα της κι εκείνη με το ζεστό της κορμάκι μίκραινε το κενό που κουβαλάω μέσα μου από παιδί.
Στο δίπλα μπαλκόνι άναψαν τα φώτα. Ο γείτονας επέστρεψε. Άνοιξε τη μπαλκονόπορτα, αλλά δε βγήκε έξω. Κινήθηκε μέσα στο σπίτι και σιγά-σιγά αντιλαμβανόμουν τ’ αποτελέσματα κάθε κίνησής του. Στ’ αφτιά μου έφτασε μουσική και στα ρουθούνια μου η μυρωδιά φαγητού που ψηνόταν. Σόταρε λαχανικά. Σκέφτηκα να σηκωθώ και να μπω διακριτικά μέσα πριν με καταλάβει. Ευτυχώς, δεν είχα ανάψει τα φώτα. Βγήκε έξω και ακούμπησε κάτι γυάλινο στο τραπέζι του μπαλκονιού. Κράτησα την αναπνοή μου.
«Να δεις που είναι το κρασί που του πρότεινε η νεαρή υπάλληλος του σούπερ μάρκετ ν’ αγοράσει», μονολόγησα σιωπηλά.
Άρχισα να σκέφτομαι πως ίσως την κάλεσε για ρομαντικό δείπνο κι έπιασα τον εαυτό μου να ζηλεύει. Ύστερα με μάλωσα. Θα ήταν ωραίο ζευγάρι οι δυο τους.
Πήρα στην αγκαλιά μου την Μπέμπα κι αφού σηκώθηκα προσεκτικά, μπήκα μέσα κι έκλεισα την πόρτα όσο πιο αθόρυβα γινόταν. Θα τάιζε εκείνος το κορίτσι του; Θα έκανα κι εγώ το ίδιο με το δικό μου.
Παρακολουθούσα τη σκυλίτσα μου να τρώει με όρεξη, όταν έφτασε στ’ αφτιά μου ο ήχος του κουδουνιού της εξώπορτας. Η πρώτη σκέψη μου ήταν να μην ανοίξω. Δεν ήθελα ούτε να δω ούτε να μιλήσω με κάποιον αυτή τη στιγμή, αλλά η μικρή ήταν ήδη στην πόρτα και γάβγιζε. Την πήγα πίσω στην κουζίνα να τελειώσει το φαγητό της κι επέστρεψα ν’ ανοίξω. Δεν ήταν κανείς. Κοίταξα αριστερά-δεξιά, τίποτα. Και τότε πρόσεξα το χαλί. Ήταν ξαπλωμένη πάνω του μια σοκολάτα αμυγδάλου.
Γονάτισα και παίρνοντας τη σοκολάτα στα χέρια μου, την έφερα ως την καρδιά μου. Ύστερα άρχισα να κλαίω, χωρίς αναφιλητά. Είχα χρόνια να κλάψω και τώρα τα μάτια μου δεν σταματούσαν, λες και είχαν το δάκρυ φυλαγμένο για να το ελευθερώσουν την κατάλληλη στιγμή. Άκουσα ν’ ανοίγει η διπλανή πόρτα. Ήρθε και στάθηκε μπροστά μου θεόρατος, μα δεν σήκωσα το βλέμμα, από ντροπή, να τον κοιτάξω. Είχα αγκαλιάσει τη σοκολάτα σαν μωρό κι έκλαιγα. Γονάτισε δίπλα μου και, χωρίς να ρωτήσει τίποτα, με τράβηξε κοντά και μ’ έσφιξε στην αγκαλιά του.
«Θα σπάσει» ψιθύρισα.
«Θ’ αγοράσουμε άλλη», είπε και με κράτησε πιο σφιχτά.
Μαίρη Βαβουράκη
