Το ημερολόγιο της αόρατης

Η Σάρα, Αγγλίδα νοσοκόμα με ελληνικές ρίζες από την πλευρά του παππού της, αποφάσισε στα τριάντα της να γυρίσει την πλάτη της στο μουντό Λονδίνο και να εγκατασταθεί στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στο νησί της Εύβοιας. Της άρεσε που ήταν διαφορετική, μεγάλη, με ωραίες θάλασσες και πολύ πράσινο. Ακόμη και τον χειμώνα την έπιανε το χιόνι, έτσι αγόρασε με τα χρήματα που βρήκε από τον πατέρα της και από τις λίγες οικονομίες που είχε, ένα μικρό σπίτι με κήπο κοντά στην θάλασσα στην βόρεια πλευρά του νησιού. Το σπίτι της, παλιό, με κεραμίδια, πέτρινο και αυλή με πηγάδι στην μέση. Γλάστρες που τις είχε βάψει στο χρώμα του μπλε της θάλασσας για να ταιριάζει με το τοπίο, έκανε αντίθεση με το πράσινο των φυτών. Κατιφέδες και γαρύφαλλα για το καλοκαίρι και πολλά ηλιοτρόπια, τα αγαπημένα της, το κίτρινό τους χρώμα την γέμιζε με μία απέραντη αισιοδοξία. Μα τι λέξη ήταν αυτή; Στην ζωή της στην Αγγλία, τα πάντα έμοιαζαν μαύρα, από το πρωί που θα έμπαινε στο μετρό για να πιάσει βάρδια, μέχρι το βράδυ που θα επέστρεφε, το μόνο που έκανε ήταν δουλειά, δουλειά… Η Παρασκευή ήταν η καλύτερη μέρα, μετά τις επτά την έβρισκες στο κοντινότερο μπαρ με τους συναδέλφους για μπύρες και κάποιες Κυριακές σε καμιά θεατρική παράσταση. Το τραγικό όμως ήταν ο καιρός, πού να δει ήλιο η καημένη! Έβγαινε από το σπίτι με ηλιοφάνεια και μέχρι να φτάσει στην δουλειά της, έβρεχε ασταμάτητα. Αυτή η αστάθεια την κούρασε και την εξάντλησε τόσο πολύ! “Κοιμάστε; Πόσες ώρες;” την ρώτησε ο γιατρός όταν τον επισκέφτηκε ύστερα από τις στομαχικές διαταραχές που την έριξαν στο κρεβάτι για πολύ καιρό.

Η αλήθεια ήταν ότι η λέξη ύπνος της ήταν ξένη. Έτσι αποφάσισε να περάσει το επόμενο καλοκαίρι στην Ελλάδα, είχε ακούσει τόσα για αυτή την χώρα που την λούζει ο ήλιος τριακόσιες μέρες τον χρόνο. Άνοιξε τον χάρτη, έκλεισε τα μάτια και ακούμπησε το χαρτί με το δάχτυλό της. Όταν τα άνοιξε, διάβασε ‘Εύβοια’. “Εκεί θα πάω!” και χωρίς να το σκεφτεί και πολύ, κοίταξε για εισιτήρια για την περίοδο του Ιουλίου, έψαξε για δωμάτιο σε ένα ωραίο μικρό ξενοδοχείο και voila (!) η Σάρα ετοίμασε βαλίτσες για το ωραίο αυτό νησί.

Όταν έφτασε στο αεροδρόμιο των Αθηνών, είδε τόσους τουρίστες που της έκαναν εντύπωση, “μα πού πάει αυτός ο κόσμος;” αναρωτήθηκε. “Κάποιοι ταλαίπωροι σαν εμένα θα είναι”, σκέφτηκε. Βγαίνοντας την τύλιξε ένα κύμα θερμού αέρα, ζέστη επιτέλους! Να βάλει μέσα στην βαλίτσα και να τον πάρει μαζί της, να τον αποθηκεύσει σαν να είναι το δυσεύρετο σιτάρι στην περίοδο πολέμου! Αυτά τα συναισθήματα την γέμισαν και το Λονδίνο της φάνηκε μακρινό, και ακόμη δεν είχαν αρχίσει οι διακοπές! Είχε καταφέρει να πάρει έναν μήνα άδεια, δεν είχε ξαναγίνει ποτέ στα χρονικά, κανείς δεν είχε απουσιάσει τόσο πολύ, ‘εντολή γιατρού’ είπε στον υπεύθυνο του ορόφου που την κοίταξε με τα μάτια γουρλωμένα όταν του την ζήτησε. “Άμα με θέλετε ζωντανή και ενεργή στο δυναμικό σας, θα πρέπει να υπακούσετε στα λόγια του, αλλιώς ξεχάστε με!”. Πώς να την ξεχάσει, του ήταν απαραίτητη, πού να βρει άλλη να την αντικαταστήσει, να είναι της εμπιστοσύνης του και να προσέχει τους ασθενείς; Έτσι υποχώρησε και η Σάρα βγήκε με τον αέρα της νικήτριας το βράδυ εκείνο από την μεγάλη σιδερένια πόρτα, νιώθοντας ήδη την αλλαγή στο σώμα της. Το στομάχι δεν την είχε ενοχλήσει εκείνη την νύχτα και κοιμήθηκε σχετικά καλά. Άρα κάτι άλλο φταίει και δεν είναι οργανικό.

Ήταν έτοιμη να ανοιχτεί στον νέο κόσμο που απλωνόταν μπροστά της και να γνωρίσει άλλα μέρη. Φτάνοντας στο γραφείο της εταιρείας ενοικίασης αυτοκινήτων, διάλεξε ένα μοντέλο της Opel και όταν πήρε τα κλειδιά στο χέρι, ένιωσε σαν να κράταγε τα κλειδιά του παραδείσου. Με το που μπήκε στο αμάξι, άνοιξε τα παράθυρα κι ας έμπαινε ζεστός αέρας, ήθελε να τον ρουφήξει και σαν τις τουρμπίνες του αεροπλάνου όταν απογειώνεται, πήρε φόρα για να βγει στον δρόμο για την Εύβοια. Είχε μελετήσει την διαδρομή και έβαλε και GPS να είναι σίγουρη για το πού πάει, αυτοκινητόδρομος προς Ελευσίνα, διάφοροι κόμβοι, εθνική Αθηνών-Λαμίας και τέλος έξοδος για Χαλκίδα. Εντάξει, η κίνηση και στην χώρα αυτή ήταν απερίγραπτη, παντού τα ίδια τελικά.

Η γέφυρα της Χαλκίδας, γνωστή για την παλίρροιά της, την έφερε πιο κοντά στον προορισμό της. Το δεύτερο πιο μεγάλο νησί της χώρας βρισκόταν στα πόδια της ή μάλλον στις… ρόδες της. Το βόρειο μέρος φαινόταν μαγευτικό, είχε διαβάσει για αυτό, αλλά τα βιβλία δεν αποτυπώνουν πάντα την πραγματικότητα. Ένα μικρό χωριό πάνω στην θάλασσα την περίμενε να την φιλοξενήσει για έναν ολόκληρο μήνα, το οποίο άκουγε στο όνομα Ροβιές. Ένα μέρος καταπράσινο, δίπλα σε μία λίμνη με μία εξωτική παραλία που όμοιά της δεν είχε δει ποτέ.

Φτάνοντας στο χωριό, ρώτησε τον πρώτο άνθρωπο που συνάντησε για το πώς θα πήγαινε στο σπίτι της κυρά Μαρίας, έτσι λεγόταν η σπιτονοικοκυρά της. “Στρίψτε δεξιά στην γωνία της εκκλησίας, μετά αριστερά και ευθεία θα το βρείτε”. Σε πολύ λίγο ένα μικρό κουκλίστικο σπιτάκι εμφανίστηκε στα μάτια της, καμία σχέση με τα αντίστοιχα σπίτια της αγγλικής εξοχής, κανένα ίχνος πολυτέλειας, μόνο κεραμίδια, πέτρα και ασβεστωμένη αυλή. Η ιδιοκτήτρια την περίμενε στην πόρτα και την καλωσόρισε όπως ξέρουν οι Έλληνες να υποδέχονται τους ξένους. Ένας δίσκος με φρέσκα φρούτα, τυρί και παξιμάδια την περίμεναν στο τραπέζι. Μετά της έδειξε το σπίτι, το δωμάτιό της, την κουζίνα με τον εξοπλισμό της. Στο ψυγείο είχε βάλει τρόφιμα και φρούτα για τις πρώτες μέρες, της εξήγησε για τις ώρες λειτουργίας του φούρνου, του φαρμακείου και του μπακάλικου. Τα πάντα προμήνυαν μία έξοχη παραμονή και τίποτα δεν θα την εμπόδιζε στο να περάσει τις πιο όμορφες διακοπές της ζωής της. Ή μήπως υπήρξε κάτι ή κάποιος από το πουθενά, από το άγνωστο που έκανε την επεισοδιακή εμφάνιση του λίγες μέρες μετά την άφιξή της ή καλύτερα τις νύχτες;

Η Σάρα ήταν τρισευτυχισμένη, τα πρωινά απολάμβανε τον καφέ της κάτω από την κληματαριά, αριστερά η μία πλευρά του βουνού, του γεμάτο πεύκα, αριστερά της ένας ελαιώνας με τεράστιες ελιές και εκείνη στην μέση σαν πριγκίπισσα ένιωθε, ότι τα είχε όλα πια. Η διάθεσή της όλο και βελτιωνόταν και άρχισε να γράφει την καθημερινότητά της με κάθε λεπτομέρεια για να έχει να θυμάται ωραία πράγματα στην διάρκεια του χειμώνα όταν θα βρισκόταν στο μουντό και βροχερό Λονδίνο.

‘Έξι ώρα πρώτο ξύπνημα από το κελάϊδισμα των πουλιών, επτά οι ακτίνες του ήλιου μπαίνουν στο δωμάτιο σαν έναν παράνομο επισκέπτη, στις οκτώ μία κοκκινότριχη γάτα νιαουρίζει έξω από την πόρτα να της ανοίξω, στις οκτώμιση ο καφές είναι ήδη στην καφετιέρα… Ααα, πρέπει να μάθω να φτιάχνω ελληνικό καφέ! Στις δέκα ξεκινάω για την θάλασσα, πώς να αντισταθώ σε αυτά τα γαλάζια νερά; Ξαπλώνω στην άμμο και νιώθω το κορμί μου να χαλαρώνει, κάθε κύτταρό μου ακουμπάει σε αυτό το μαλακό μπεζ χαλί και νιώθω σαν να έχω πάει στο καλύτερο spa της Αγγλίας. Το φλοίσβισμα του νερού μου φέρνει έναν γλυκό ύπνο στα μάτια και τα κλείνω χωρίς ενοχές. Ξυπνάω από τον θόρυβο που κάνουν τα παιδιά που παίζουν δίπλα μου και τότε ακούω την κοιλιά μου να γουργουρίζει, είναι η ώρα του φαγητού. Έτσι περνούν τα πρωινά και τα απογεύματα ακόμη καλύτερα, με τον απογευματινό καφέ να τον πίνω στα καφενείο της γειτονιάς παρέα με τους ντόπιους. Το βράδυ βεράντα και διάβασμα, τα αστέρια μου κάνουν παρέα’.
Κάθε μέρα η Σάρα καταγράφει το κάθε τι που της κάνει εντύπωση και είναι πολύ ευτυχισμένη που επιτέλους η ζωή της βρήκε νόημα.

Ένα πρωινό, διανύοντας την δεύτερη εβδομάδα, πήρε το ημερολόγιό της να γράψει το πρόγραμμα της μέρας και εκεί είδε το πιο περίεργο πράγμα. Μία ξένη γραφή, γράμματα που δεν μπορούσε να διαβάσει ήταν γραμμένα στο χαρτί. Τι περίεργο ήταν αυτό! Σηκώθηκε χωρίς να το σκεφτεί και πήγε στην γειτόνισσα που ήταν η δασκάλα του χωριού. Εκείνη θα μπορούσε να την βοηθήσει, σαν να ήταν ελληνικά τα γράμματα, αλλά πώς να τα καταλάβει;

– Καλημέρα σας, συγνώμη για την ενόχληση…, είπε στα αγγλικά, μπορείτε να με βοηθήσετε;
– Βέβαια, απάντησε η Κατερίνα, μία νεαρή κοπέλα στα εικοσιπέντε, ντόπια, που ήταν δασκάλα. Πες τε μου, πώς μπορώ να σας βοηθήσω;
Μπορείτε να μου πείτε τι γράφει εδώ; και της έδειξε την σελίδα

Η Κατερίνα άρχισε να διαβάζει δυνατά, ήταν ελληνικά αλλά τι περίεργη γραφή… Άρχισε το διάβασμα όπως ένα παιδί πάει στο σχολείο τις πρώτες μέρες, ‘είμαιιιι η Παναγιώτα…είμαι νοσοκόμαα… από την Θεσσαλονίκη… γεννήθηκα το 1920…’ και μετά θολούρα σαν να είχε πέσει νερό και είχαν σβηστεί τα γράμματα.

– Άκου τι περίεργα είναι αυτά! Εσύ τα έγραψες κοπέλα μου; την ρώτησε με περιέργεια
– Τι να μπορώ να γράψω εγώ, αφού είμαι ξένη, δεν ξέρω παρά μόνο να λέω καλημέρα.
Η Σάρα πήρε το τετράδιο στα χέρια της, επέστρεψε στο σπίτι της, το άφησε στο κομοδίνο και ξεκίνησε για την θάλασσα. Ήταν ένα πρωινό διαφορετικό από τα προηγούμενα. Τι να σήμαιναν όλα αυτά; Το μυαλό της στριφογύρναγε συνέχεια στα περίεργα γράμματα, όμως δεν ήθελε να χάσει την μέρα της με έννοιες και έκανε το πρόγραμμά της. Διάβασμα στην αυλή, καφές, ξεκούραση, ύπνος. Το επόμενο πρωινό που πήρε τον στυλό στα χέρια της για να γράψει κάποιες εντυπώσεις της, είδε με έκπληξη πως υπήρχαν και άλλα περίεργα γράμματα. Πήρε το ημερολόγιο, μερικά κουλούρια να προσφέρει στην γειτόνισσα και πάλι η ίδια σκηνή.
‘Ήμουν επιβάτης… του… ξεκινήσαμε από την Θεσσαλονίκη στις 18 Ιανουαρίου… με προορισμό τον Πειραιά… έκανε τόσο κρύο εκείνο το βράδυ, εγώ καθόμουν στο σαλόνι και έπινα το τσάι μου… μαζί μου και άλλοι επιβάτες… και άλλες γυναίκες με παιδιά… Πήγα για ύπνο κατά τις δέκα… είχα και παρέα μία άλλη κυρία με το παιδί της, δεν είχε άντρα, τον είχε χάσει στον πόλεμο…’. Μετά πάλι το κενό, δεν μπορούσε να καταλάβει τι έγραφε το χαρτί.

– Μα είσαι σίγουρη ότι το έφερες το ημερολόγιο από την Αγγλία και δεν το βρήκες στο σπίτι;
– Όχι, αλήθεια σου λέω, να, κοίτα και στην πίσω σελίδα τι γράφει! Στα αγγλικά γράφει το ποσό που πλήρωσα για να το αγοράσω και το κωδικό του.
– Κύριε Ελέησον! Τι συμβαίνει εδώ;, είπε η Κατερίνα.
Η Σάρα επέστρεψε σπίτι χωρίς να έχει όρεξη να πάει για μπάνιο, ‘δεν πειράζει μία φορά ας μείνω σπίτι, θα μαγειρέψω κάτι πρόχειρο και θα πάω να ξαπλώσω’.

Όταν σηκώθηκε από τον μεσημεριανό ύπνο, έριξε μία ματιά στο ημερολόγιο και είδε ότι η σελίδα ήταν γεμάτη με γράμματα. ‘Ααα εδώ συμβαίνει το ανεξήγητο!’, το έβαλε με προσοχή στην τσάντα της και χτύπησε την πόρτα της δασκάλας.
– Μη μου πεις ότι έχει και συνέχεια!
‘ Το βράδυ εκείνο έκανε τόσο κρύο, είμαστε στην καρδιά του χειμώνα… δεν φαίνεται τίποτα έξω από το παράθυρο, δεν έχει και φεγγάρι, το απόλυτο σκοτάδι… Έφυγα από την πόλη μου που αγαπούσα τόσο, γιατί πια δεν άντεχα την ζωή μου χωρίς να τον βλέπω… ένιωθα κυνηγημένη και το μόνο που ζητούσε η ψυχή μου ήταν η λύτρωση… Βρήκα μία θέση νοσοκόμας στο ΕΛΠΙΣ, έτσι θα ξεκινούσα από την αρχή. Εκείνος έμεινε στην οικογένειά του και πιστός στην ιατρική, τουλάχιστον να θεραπεύει τους αρρώστους, αλλά χωρίς εμένα στο πλάι του. Κι εγώ θα αφοσιωθώ στην ανακούφιση του ανθρώπινου πόνου, μόνο έτσι θα απαλύνω τον δικό μου, τον αγιάτρευτο…’
Απίστευτο! Ένα πνεύμα που περιφέρεται στο σπίτι της, να της διηγείται την ιστορία του! Μία αόρατη ύπαρξη την είχε διαλέξει, εκείνη που ήρθε από μία κρύα χώρα… Τι παιχνίδια παίζει η ζωή!

Περίμενε στα σκοτεινά όλο το βράδυ μήπως δει κάτι περίεργο, μάταια όμως, ο ύπνος πάλι την αγκάλιασε γλυκά και την βύθισε σε όνειρα. Το επόμενο πρωινό άνοιξε τα μάτια και το πρώτο που έκανε ήταν να πιάσει στα χέρια το ημερολόγιο, μα τι έγινε πάλι; Χωρίς να αλλάξει ρούχα, με τις πιτζάμες και τις σαγιονάρες χτύπησε επίμονα την πόρτα της γειτόνισσας.
– Αυτή την φορά γλυκιά μου θα πιούμε πρώτα ένα καφεδάκι και μετά θα δούμε τι γράφουν τα χαρτιά. Αν είναι δυνατόν! Λες και κάποιος αόρατος μπαίνει στο σπίτι και η μόνη έννοια του είναι το γράψιμο!

Η Σάρα συμφώνησε σε όλα και ιδιαίτερα στον καφέ, ακόμη δεν είχε μάθει την τέχνη του, πώς κατάφερναν αυτό το περιβόητο καϊμάκι, αλλά πού θα πάει, θα το μάθει μέχρι να φύγει για την Αγγλία. Έπειτα πήρε στα χέρια της το ημερολόγιο κοιτάζοντας τα ιερογλυφικά, έτσι της φάνταζαν τα γράμματα. Η Κατερίνα άρχισε το διάβασμα με δυσκολία στην αρχή, αλλά μετά σαν να έστρωσαν.

‘Στο πλοίο υπήρχαν αρκετοί πολιτικοί κρατούμενοι με τους χωροφυλάκους συνοδούς τους… Ήταν να τους λυπάσαι… μέσα στην μιζέρια… με ρούχα που έπλεαν πάνω τους, χλωμοί και ταλαιπωρημένοι από τις κακουχίες, με τα μαλλιά τους σχεδόν ξυρισμένα. Καθένας τους και ένας καημός, άλλος για την μάνα που άφηνε πίσω, άλλος για την… γυναίκα και τα παιδιά, μα κανείς τους δεν έλεγε να το βάλει κάτω και να… υποχωρήσει βάζοντας την υπογραφή του εκεί που δεν πρέπει. Στην άλλη πλευρά οι χωροφύλακες ήταν και αυτοί άνθρωποι… ταλαιπωρημένοι, την δουλειά τους έκαναν, κάποιοι βέβαια ήταν αρκετά σκληροί…’.
– Καλέ αυτή γράφει για το ναυάγιο του πλοίου Χειμάρρα που έγινε στα δικά μας νερά! Αν είναι δυνατόν! Να φωνάξω τον παπά να μας κάνει αγιασμό! Πού ακούστηκε να γράφονται τέτοιες μαρτυρίες από αόρατους… φαντάσματα δηλαδή!, είπε η Κατερίνα και έκανε τον σταυρό της. Στο λεπτό σηκώθηκε, πήγε στην κουζίνα να πάρει το λιβανιστήρι και άρχισε τις προσευχές “Κύριε Ελέησον!” δέκα φορές και λίγες φάνηκαν.

Εξήγησε στην Σάρα την ιστορία του ναυαγίου όπως την είχε ακούσει και αυτή από τους παππούδες της και ό,τι είχε διαβάσει στο διαδίκτυο. Τώρα εξηγούνται όλα. Όχι όμως όλα. Γιατί το πνεύμα την επόμενη μέρα περιέγραψε με πολλές λεπτομέρειες την στιγμή της πρόσκρουσης στις βραχονησίδες.
‘Ήταν νωρίς το πρωί, λίγο πριν τις πέντε, η ομίχλη είχε σκεπάσει τα πάντα, δεν έβλεπες τίποτα. Εγώ κοιμόμουν βαθιά γιατί είχε αργήσει να με πάρει ο ύπνος, μέχρι που ξύπνησα από τον δυνατό θόρυβο, σαν να είχε πέσει το πλοίο κάπου, σε βουνό, σε νησί… ούτε που μπόρεσα να δω. Βρισκόμασταν νότια της Εύβοιας, εκεί έχει κάτι βραχονησίδες, το τράνταγμα του πλοίου μας ξύπνησε όλους, πανικός επικράτησε, το πλοίο έμοιαζε ακυβέρνητο. Δυστυχώς δεν μπόρεσα να κρατήσω την ψυχραιμία μου, όπως και οι περισσότεροι από μας. Δεν υπήρχαν αρκετές λέμβοι για να επιβιβαστούμε και σε όσες υπήρχαν, μπήκαν ελάχιστοι. Ένιωσα να με σπρώχνουν χωρίς έλεος, η γυναίκα με το παιδί της που ήταν στην ίδια καμπίνα με μένα χάθηκαν στο λεπτό, η μάνα έχασε το παιδί της και άρχισε να ουρλιάζει στην προσπάθεια να το βρει. Μία άλλη κυρία ήταν με το σκυλάκι της το οποίο κάποιος το κλώτσησε και έπεσε στην θάλασσα, μετά έπεσε και αυτή για να το σώσει. Μάταια. Εγώ προσπάθησα να φτάσω μία λέμβο με την βοήθεια ενός κυρίου γύρω στα πενήντα, ο οποίος ήταν ένας ήρωας από τους λίγους που είχαν διατηρήσει την ψυχραιμία τους και έκανε ό,τι μπορούσε για να βοηθήσει τον κόσμο, μπερδεύτηκα όμως σε κάτι σχοινιά, με το αποτέλεσμα να χάσω την ισορροπία μου και να πέσω κάτω. Ένιωθα να με πατούν χιλιάδες πόδια, το κορμί μου μέσα στον πόνο, το κεφάλι μου να πονάει ασταμάτητα, τα άκρα μου ακούνητα. Έχασα τις αισθήσεις μου και αυτό που με ξύπνησε μετά από αρκετή ώρα ήταν η αίσθηση του παγωμένου νερού, είχα βρεθεί στην θάλασσα, την τόσο κρύα, με τα θαλάσσια ρεύματα να παρασύρουν τον κόσμο, τον γεμάτο απελπισία, στον βυθό τον σκοτεινό και τόσο τρομακτικό. Αυτή είναι η ιστορία μου την οποία ήθελα εσύ Σάρα να την μάθεις, γιατί αυτός που έκανε τα πάντα για να σώσει τόσο κόσμο, δεν ήταν άλλος από τον παππού σου το Στυλιανό. Για αυτό διάλεξα τώρα να μιλήσω για το ναυάγιο, γιατί ήθελα να ξέρεις. Οι ελληνικές σου ρίζες είναι τόσο βαθιές και πρέπει να είσαι περήφανη για αυτές…’.

Κεραυνός να είχε πέσει στο κεφάλι της, δεν θα είχε την ίδια αντίδραση. Αν είναι δυνατόν, ο παππούς της του οποίου η ζωή της ήταν άγνωστη, δεν είχε ακούσει και πολλά για αυτόν και κάπως έτσι ήταν γραφτό να μάθει για την μια πλευρά της οικογένειας της.
Το επόμενο πρωινό παίχτηκε και η τελευταία πράξη του δράματος, με το να διαβάσει για το πώς βίωσε τον θάνατο η νεαρή νοσοκόμα, η απώλεια της συνείδησης ήταν το πιο τραγικό, η καρδιά της παλλόταν όλο και πιο αργά μέχρι την απόλυτη αρρυθμία. Εκεί ήταν που σταμάτησε να αναπνέει, ένα τεράστιο κύμα την βύθισε πιο βαθιά δηλαδή στον θάνατο.
Άφωνες και οι δύο έμειναν να κοιτάνε στο κενό, πόσες ψυχές τρομαγμένες, γυναίκες και παιδιά, τόσα όνειρα για ζωή χάθηκαν μέσα σε δύο ώρες.

Η Σάρα ήταν τότε που πήρε την απόφαση να εγκαταλείψει την ιδιαίτερη πατρίδα της και να εγκατασταθεί στο νησί, ένιωσε την υποχρέωση να συνεχίσει την ζωή της Παναγιώτας, της νοσοκόμας που χάθηκε στα παγωμένα νερά, γιατί απλά ήθελε ολόψυχα να τα αλλάξει όλα προς το καλύτερο. Αλλά κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από το πεπρωμένο του και τώρα το δικό της ήταν πολλά υποσχόμενο. Με την ηρεμία να κυριαρχεί στην καθημερινότητά της, η Αγγλίδα νοσοκόμα, έτσι την φώναζαν οι ντόπιοι, άφησε την χώρα της για να συνεχίσει το έργο της στο νησί της Εύβοιας, γιατί ο ανθρώπινος πόνος δεν έχει σύνορα. Ο παππάς του χωριού, την Κυριακή στην λειτουργία, διάβασε τα ονόματα και τα πρώτα που ακούστηκαν ήταν του Στυλιανού και της Παναγιώτας. Η Σάρα αν και δεν καταλάβαινε ελληνικά, ένιωσε υπερηφάνεια για αυτούς τους δύο ανθρώπους, του παππού της και της αόρατης ψυχής που πια δεν έμεινε στην αφάνεια, αλλά πέρασε στην αιωνιότητα.

Δήμητρα Καμπόλη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading