Τον είδα στον δρόμο, μα δεν του είπα ούτε γεια· απλά λοξοδρόμησα τα μάτια. Ένιωσα σαν να ήταν ένας άγνωστος – βασικά άγνωστος ήταν, από πάντα. Απλά εγώ, με την πλανεύτρα φαντασία μου, δημιούργησα το σενάριο πως είχαμε μια παράδοξη σύνδεση, μια οικειότητα. Εγώ, κάπως αφελής και νέα, άμαθη στο να μπλέκω με ανθρώπους πονηρούς – κι εκείνος, δολοπλόκος, να διαβάζει τα μελαγχολικά μου γραπτά, να με ψυχογραφεί, να εντοπίζει την Αχίλλειά μου πτέρνα και να με χτυπάει σε αυτήν με τις λέξεις, με τα βλέμματα, με τα αγγίγματα. Αυτή η μαγική του – όπως την έβλεπα τότε – ιδιότητα, να λέει αυτό που σκέφτομαι πριν το πω. Είχε εντοπίσει τι με πονάει, τι με αγχώνει, τι με εθίζει. Ήθελε να με σμιλεύσει τόσο, ώστε να του μοιάσω… να αποκτήσω κι εγώ αυτή τη σκοτεινιά στα μάτια…
Πόσες νύχτες άραγε έμεινα ξάγρυπνη πάνω από το τηλέφωνο, για ένα του μήνυμα. Πόσες φορές, ενώ περπατούσα στον δρόμο, άκουγα τα τηλέφωνα των περαστικών κι έβγαζα άγαρμπα το δικό μου από την τσάντα, νομίζοντας πως χτυπάει αυτό – πως με θυμήθηκε εκείνος. Πόσες γιορτές αμέλησα ανθρώπους που με αγαπούσαν, κλεισμένη στον εαυτό μου, γιατί δε μου ευχήθηκε εκείνος. Εκείνος, που ήξερε καλά πως ήμουν εθισμένη μαζί του – τόσο, που έμοιαζε σαν να κινεί τις διαθέσεις μου με το δικό του χειριστήριο. Εκείνος, που ήξερε πόσο εύκολα μπορεί να με οδηγήσει στον γκρεμό – και το επιδίωκε διαρκώς.
Μα τώρα, χρόνια μετά, αναρωτιέμαι πώς όλος σου ο κόσμος μπορεί να περιοριστεί σε ένα τέτοιο άτομο. Να απορρίπτεις ευκαιρίες, να γνωρίζεις νέους κόσμους για λίγες στιγμές μέσα στον δικό του. Να κλωτσάς τόσες χαρές, για να σου προσφέρει πικρές εκείνος. Εκείνος… Τώρα, χρόνια μετά, κάπως χλευάζω τον μικρό μου εαυτό που δεν ήξερε. Μα πιο πολύ, χλευάζω εκείνον – και ανθρώπους σαν εκείνον – που νομίζουν πως θα γίνουν ευτυχισμένοι συντρίβοντας ανθρώπους αθώους, που δεν τους έβλαψαν.
Όταν με είδε ξανά, χαμήλωσε το βλέμμα.
Και εγώ, μέσα μου, άρχισα να αναρωτιέμαι εάν άραγε έμαθε.
Άρχισα να αναρωτιέμαι εάν ένιωσε έστω λίγη ντροπή. Εάν, βαθιά μέσα του, την έχει.
Όταν τον προσπέρασα, ένα αμυδρό χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό μου. Ήταν το χαμόγελο της λύτρωσης. Εκείνο το χαμόγελο, που σχηματίζεται στο πρόσωπό σου όταν νιώθεις ότι μετά από καιρό, είσαι ελεύθερος από ασήκωτα βάρη και ταυτόχρονα νικητής. Μόνο να ήξερε πόσα έχω ζήσει από τότε. Μόνο να ήξερε πώς βίωσα όλα εκείνα που πίστευε ότι μπορώ να νιώσω μόνο μαζί του. Μόνο να ήξερε πως καιρό τώρα είμαι με το κεφάλι ψηλά και έχω πάψει να χαμηλώνω το βλέμμα και να παζαρεύω συναισθήματα. Μόνο να ήξερε πως από τώρα πια βιώνω την ομορφιά του κόσμου – γιατί βιώνεις αυτό που εκπέμπεις.
Το κακό στην αρχή θριαμβεύει και στο τέλος νικιέται. Έτσι δεν λένε; Ακριβώς έτσι έγινε και στην περίπτωσή μας. Στην αρχή με εξουσίασε, με ταπείνωσε, με πλήγωσε. Μα πια, είναι αυτός που με προσπερνάει με το κεφάλι σκυφτό. Πια, είμαι εγώ χαρούμενη – κι αυτός εγκλωβισμένος στη δυστυχία που ζει από πάντα. Μα έκανε το λάθος να νομίζει ότι η δυστυχία μικραίνει όταν την προκαλείς και στους γύρω σου.
Πόσο λάθος…
Ιωάννα Χαντζαρά
