«ΘΑ ΤΟΝ ΠΑΝΤΡΕΥΤΕΊΣ;» ούρλιαζε και πήγαινε πάνω κάτω στο καθιστικό ο ηλικιωμένος κύριος Παναγιώτης ενώ μάλωνε με την κόρη του. Τα πόδια του όμως δεν τον βαστούσαν άλλο και σωριάστηκε στην πολυθρόνα βαριανασαίνοντας. «Να το, μου ‘ρχεται το καρδιακό!»
«Σιγά, ρε μπαμπά! Δεν καταλαβαίνω γιατί κάνεις έτσι! Τόση υπερβολή χωρίς λόγο!»
«Χωρίς λόγο, ε; Καλά, δεν βλέπεις ότι είναι ένα ρεμάλι και μισό; Δεν βλέπεις ότι είναι ένας τεμπέλης που δεν σηκώνει ούτε το μικρό του δαχτυλάκι; Ποσά χρόνια έχει να πιάσει μια δουλειά, πες μου!»
«Ο Φίλιπ είναι καλλιτέχνης! Δεν έχει συνέχεια δουλειά», σταύρωσε τα χέρια της. «Και στην τελική, επιλογή μου είναι!» έκανε μεταβολή και έφυγε από το δωμάτιο.
«Κύριε Παναγιώτη…»
«Έλα, Όλγα. Τα άκουσες;»
«Ναι, άκουσα αλλά δεν κάνει να φωνάζετε. Ούτε για την υγεία σας κάνει, ούτε θα τα βρείτε με την Λίζα με αυτόν τον τρόπο».
«Αυτό το παιδί θέλει χειρουργείο για να βγει η βλακεία που την έχει ταΐσει αυτός από το κεφάλι της!»
«Μα, τι λόγια είναι αυτά τώρα! Ελάτε, σας έχω ετοιμάσει το χαμομήλι σας που είναι και ηρεμιστικό»
«Δεν θέλω τίποτα. Μόνο να λογικευτεί η μοναχοκόρη μου. Άκου, να τον παντρευτεί! Της έχει φάει ήδη τόσα χρόνια… Όλγα, στο λέω, θα πεθάνω!»
Η κυρία Όλγα έφτυσε τον κόρφο της και τον βοήθησε να σηκωθεί. Με αργά βήματα, τον πήγε στο δωμάτιό του από όπου δεν βγήκε ούτε για να φάει. Όσους δίσκους του πήγε με τα αγαπημένα του πιάτα, τους πήρε πίσω άθικτους.
«Τι να κάνω για να φάτε, πείτε μου και θα το κάνω. Ανησυχώ πολύ! Θα πάρω τον γιατρό σας, δεν πάει άλλο!»
«Όχι, όχι. Θα σου πω τι θέλω. Θα παρακολουθήσουμε τον μπαγλαμά και ό,τι ανακαλύψουμε θα του το τρίψω στα μούτρα. Να αφήσει ήσυχη την Λίζα μου»
«Ποιοι θα τον παρακολουθήσουμε, εμείς; Είμαστε στην ηλικία μας για τέτοια;»
«Ανέβα στο πατάρι, βρες ό,τι ταιριαστό μπορείς από τα μπαούλα και ραντεβού εδώ πάλι σε μισή ώρα. Θα πάμε στο κλαμπ που συχνάζει να την στήσουμε από έξω»
«Θου Κύριε, μα στο κλαμπ, κύριε Παναγιώτη;» σταυροκοπήθηκε η καημένη
Ήταν δεκαπέντε χρόνια δίπλα του σε όλα. Από τότε που πέθανε η γυναίκα του, ήταν εκείνη που μπήκε στο σπίτι και το συνέφερε, όταν όλα είχαν καταρρεύσει. Εκείνη μάζεψε τα κομματάκια τους και τα ξανακόλλησε. Της χρωστούσαν τα πάντα. Μα και εκείνη ένιωθε πολύ ευλογημένη που είχε μια σταθερή και τόσο καλοπληρωμένη δουλειά στην ηλικία της. Πέντε χρόνια ήταν που είχε χάσει τον άντρα της, πέντε χρόνια που πνιγόταν στα χρέη που της άφησε ο συγχωρεμένος. Κόντεψε να χάσει και το σπίτι της ενώ έκανε δύο δουλειές για να κρατηθεί όρθια. Και ήρθε τότε εκείνη η πρόταση για δουλειά που τα άλλαξε όλα. Μπήκε σε ένα πλούσιο σπίτι αλλά βρήκε τον ίδιο πόνο με το φτωχικό της. Γιατί η απώλεια δεν κοιτά λεφτά και ο θάνατος δεν κάνει χάρες.
Και τώρα κάλυψε με ένα μεταξωτό μαντήλι τα γκρίζα της μαλλιά και έκρυψε πίσω από μαύρα γυαλιά τα δακρυσμένα της μάτια. Εκείνος έβαλε μια τραγιάσκα και έκατσε στο τιμόνι.
«Έλα βρε, Όλγα, δεν πάμε σε κηδεία! Για κατασκοπεία πάμε. Αναθάρρεψε λίγο, μην κλαις»
«Ρεζίλι θα γίνουμε, κύριε Παναγιώτη, σε λίγο πέφτει ο ήλιος, θα είμαστε σαν την μύγα μες το γάλα»
«Από έξω θα την στήσουμε, δεν θα μας δει κανείς. Και αμάν πια με το κύριος Παναγιώτης, εκατό φορές στο έχω πει, με ενοχλεί»
«Συνήθεια τόσων χρόνων, δεν αλλάζει τώρα. Αλλά δεν σας παρεξηγώ, έχετε τα νεύρα σας»
«Τουλάχιστον κόψε τον πληθυντικό, έχω τις φουρτούνες μου, έχω και τις τυπικότητές σου»
«Σε εμένα θα βγάλεις τα νεύρα σου; Ορίστε, σου αρέσει να μιλάω έτσι;»
«Ας είναι. Καλύτερα έτσι. Τώρα είμαστε συνεργοί!»
«Να τος! Ο ψηλολέλεκας! Χαράς τον άντρα! Πού πας ρε κορίτσι μου να μπλέξεις! Κοίτα πώς σέρνει την άλλη κοπέλα από το χέρι. Γύρνα μωρέ να του αστράψεις καμία!»
«Γειά σου βρε Όλγα! Να αγιάσει το στόμα σου!»
«Να, να, πάει να την φιλήσει. Πω! Ξανάστροφη την έφαγε. Ε, του άξιζε! Τους τράβηξες;»
«Και δύο και τρεις φορές. Επιτέλους να λάμψει η αλήθεια»
«Παναγιώτη, μας είδε έρχεται!»
«Κρύψου!»
«Πού να κρυφτώ, χριστιανέ μου! Κάτω από το κάθισμα;»
«Καλησπέρα. Βολτίτσα, κύριε Παναγιώτη;» χασκογέλασε ο Φίλιπ που τους έκανε τσακωτούς.
«Κεριά και λιβάνια, ρε λεχρίτη! Βλέπω δεν είναι μόνο η κόρη μου τόσο ανόητη να πιστέψει τα ψέματά σου. Τραβολογάς κι άλλα κορίτσια στον βούρκο. Αλλά το ευχαριστήθηκα το χαστούκι, να ξέρεις! Και θα τα πω όλα στην κόρη μου!»
«Κάτσε καλά, παππού, στην ηλικία σου δεν είσαι για τέτοια. Νομίζεις ότι τυχαία διάλεξα την Λίζα; Νομίζεις ότι δεν σε έχω στο χέρι; Ξέρω το μυστικό σου, γέρο. Και αν μιλήσεις εσύ, θα μιλήσω και εγώ. Άντε και καλό βράδυ»
«Παναγιώτη, τι εννοεί;» τον κοίταξε που κατέβασε τα μούτρα από ντροπή σαν να ήθελε να ανοίξει η γη να τον καταπιεί.
Γύρισαν πίσω αμίλητοι και νικημένοι. Με τα πολλά τον κατάφερε και της τα είπε όλα.
Μια βδομάδα μετά, εμφανίστηκε η Λίζα και δήλωσε ότι ο γάμος θα γίνει την Κυριακή το απόγευμα. Του ήρθε ο ουρανός στο κεφάλι του πατέρα της. Τι φώναξε, τι παρακάλεσε, τι βρόντηξε, τι έκλαψε… Μάταιο.
«Βιάζεται ο αλήτης. Κατάλαβες;»
«Μίλησέ της, Παναγιώτη. Πριν να είναι αργά», τον παρακαλούσε η κυρία Όλγα
«Όχι, θα την χάσω αν το μάθει!»
«Μα είσαι τόσο ξεροκέφαλος! Δεν βλέπεις πως ούτως ή άλλως θα την χάσεις;»
Κυριακή πρωί, πήγαν και παρακολούθησαν την Θεία Λειτουργία. Στο τέλος, βρήκαν τον παπά και μίλησαν για ώρα. Έφυγαν, γύρισαν σπίτι και κλείστηκαν στα δωμάτιά τους.
Το απόγευμα, η κυρία Όλγα του χτύπησε την πόρτα και μπήκε. Φορούσε ένα μεσάτο γαλάζιο φόρεμα που ταίριαζε γάντι με τα μάτια της και τα έκανε ακόμη πιο φωτεινά. Εκείνος έπιασε την καρδιά του. Από πού θα τον βρει δεν ήξερε!
«Είσαι εξαίσια. Τόσο όμορφη. Όμως ξέρω πού πας. Σε παρακαλώ, μείνε»
«Μαζί θα πάμε! Έλα!», τον κάλεσε με το χέρι της αλλά εκείνος της γύρισε την πλάτη. Άκουσε τα τακούνια της να τον πλησιάζουν και καρδιοχτύπησε πάλι.
«Φύγε!» φώναξε.
«Ε, μείνε, φύγε, αποφάσισε! Είναι η ώρα των πράξεων», του είπε απαλά
«Εσύ θα μου πεις τι θα κάνω, κυρία Όλγα;»
«Μάλιστα. Έχεις δίκιο. Μετά από τόσα χρόνια έπρεπε να ξέρω την θέση μου»
Η πόρτα έκλεισε απαλά. Έμεινε μόνος στο δωμάτιο. Εκεί κατάλαβε ότι έμεινε μόνος και στην ζωή. Χωρίς την κόρη του, χωρίς την Όλγα. Χωρίς εκείνες που άντεξαν όλα του τα καπρίτσια, όλα του τα ξεσπάσματα. Γέρασε και δεν έβαλε μυαλό. Μα δεν ήταν έτσι πάντα. Όταν πέθανε η Ζωή του, πέθανε και αυτός. Ποτέ δεν είχε μιλήσει έτσι σε γυναίκα. Ποτέ δεν είχε μαλώσει έτσι με την κόρη του. Μα μαζί με την γυναίκα του νόμιζε ότι πέθανε και το μυστικό τους. Δεν είχαν προλάβει να αποφασίσουν αν θα μιλήσουν στην κόρη τους. Και τώρα έπρεπε μόνος του να πάρει την κατάσταση στα χέρια του.
Ο ιερέας ξεκίνησε διστακτικά τον αρραβώνα. Όλοι οι φίλοι τους ήταν εκεί και η κυρία Όλγα έκατσε σε μια θέση κοντά στον πρόναο για να κοιτάει την είσοδο. Έτρεμε ολόκληρη και παρακαλούσε για ένα θαύμα. Τότε τον είδε να πετάγεται μέσα και να μπαίνει ανάμεσα στο ζευγάρι. Η ανακούφισή της δεν κράτησε πολύ, γιατί τώρα θα γινόταν μάρτυρας της πιο δύσκολης στιγμής του.
«Μπαμπά… Είσαι καλά;» ψιθύρισε νευρική η Λίζα
«Να πάρω μια ανάσα και θα σου τα πω όλα», της έπιασε το χέρι και καθάρισε την φωνή του
«Κύριε Παναγιώτη…»
«Κεριά και λιβάνια είπαμε εσύ. Σχωρα με πάτερ μου. Αλλά αυτός ο απατεώνας μυρίστηκε χρήμα και εξαπάτησε το κορίτσι μου, του έταξε αγάπες και έρωτες για να μπει στην οικογένεια και να της φάει την περιουσία»
«Ρε, μπαμπά, πάλι τα ίδια!»
«Αλλά είναι ένας αλήτης και μισός που ό,τι κάνει με εσένα το κάνει και σε πόσες άλλες! Τον είδα με τα μάτια μου και εγώ και η κυρία Όλγα»
«Κορίτσι μου, λέει αλήθεια ο πατέρας σου. Ο άντρας αυτός δεν είναι αυτός που νομίζεις. Λυπάμαι»
«Είστε σίγουρος ότι θέλετε να συνεχίσετε;» ρώτησε με νόημα ο Φίλιπ.
«Ναι! Ο λόγος που δεν στο είπα νωρίτερα είναι επειδή με εκβίασε να μην στο πω για να μην… Για να μη μάθεις… Παιδί μου, δεν είσαι κόρη μου. Εννοώ, είσαι παιδί μου…»
«Φέρτε μια καρέκλα, παρακαλώ!» φώναξε ο παπάς
«Δεν μπορούσαμε να κάνουμε παιδιά. Σε υιοθετήσαμε. Είχαμε συμφωνήσει να στο πούμε μαζί με την μαμά σου. Μα, πέθανε και δεν προλάβαμε. Και εγώ ήμουν δειλός και ανυπόφορο, το ξέρω. Και με τις δυο σας. Συγχώρεσέ με, παιδί μου. Μα αν δεν μπορείς, τουλάχιστον μην τον παντρευτείς. Σε παρακαλώ».
«Είναι αλήθεια, Φίλιπ;»
«Τί νόημα έχει; Να μπλέξω με τον γεροπαράξενο;» έκανε μεταβολή ο γαμπρός και έφυγε
Η Λίζα έπεσε στην αγκαλιά του πατέρα της, που πατέρας της ήταν, δεν άλλαζε αυτό. Ενώ οι φίλοι τους έφευγαν σιγά σιγά, αυτοί έμειναν στην εκκλησία να γιατρεύουν μια μια τις πληγές τους. Όταν κατάφερε να σηκωθεί ξανά, πλησίασε την Όλγα, της έπιασε τα χέρια και τα φίλησε. Δεν είχε λόγια να της πει μόνο έμεινε να την κοιτάζει στα μάτια.
«Με συγχωρείς, κυρά μου;»
«Σε συγχωρώ, τι ρωτάς. Αφού ξέρω την καρδιά σου», του χαμογέλασε.
«Κύριε Παναγιώτη, δεν έχετε αναλάβει τις ευθύνες σας απέναντι στην κυρία»
«Είναι πρόσφατο, παπά μου», γέλασαν
«Ελάτε, τότε. Γάμο έχουμε ετοιμάσει»
«Μα, στην ηλικία μας;»
«Η αγάπη δεν έχει ηλικία. Επίσης, δεν έχω αφήσει κανέναν ενορίτη ανύπαντρο, εσείς θα γλυτώσετε;»
«Και τι, έτσι;»
«Αναλαμβάνω εγώ την ευθύνη», κούνησε το κεφάλι ο παπάς. «Ζήτα εσύ το κορίτσι σου, πρώτα. Και εγώ περιμένω»
«Όλγα…», τραύλισε.
«Έλα, ούτε μια πρόταση δεν μπορείς να κάνεις. Δέχομαι!»
Η Λίζα πήρε παραπέρα την κυρία Όλγα, της έφτιαξε τα μαλλιά και της φόρεσε το πέπλο της. Φόρεσε πάνω από το ίσιο λευκό της φόρεμα το μαύρο σακάκι της κολλητής της. Και κάπως έτσι, αντί για νύφη έγινε κουμπάρα!
Γλύτωσε από τον λεχρίτη τον Φίλιπ που ήταν ήδη στον δρόμο να βρει το επόμενο θύμα. Εκτός και αν η επόμενη κοπέλα είχε και αυτή κάποιον ανυπόφορο πατέρα που θα κατάφερνε τελευταία στιγμή να σηκώσει το ανάστημά του.
CC
