Καμιά φορά σκεφτόμουν πως η Δάφνη δεν ήταν άνθρωπος, αλλά δύναμη της φύσης. Ένας χαρισματικός ανεμοστρόβιλος που γοήτευε και κατακτούσε με μοναδική ευκολία κι άνεση – τουλάχιστον έτσι φαινόταν. Σαν να είχε γεννηθεί μόνο για την επιτυχία και τίποτα λιγότερο. Και, όπως όλα τα φυσικά φαινόμενα, σάρωνε τα πάντα στο πέρασμά της. Και τους πάντες.
Μπορούσες να τη συμπαθήσεις ή να την αντιπαθήσεις. Δεν υπήρχε όμως καμία περίπτωση να μην τη θαυμάσεις. Για μένα, ήταν το Άγιο Φως της εφηβείας μου. Μόλις έξι μήνες μεγαλύτερη, ένιωθα απίστευτα τυχερή που με θεωρούσε φίλη της. Μαζί της ανακάλυψα μουσικές, τραγούδια, ταινίες. Ώρες ατελείωτες στο μπαλκόνι της, κάνοντας όνειρα για το μέλλον μας, προσπαθώντας να ερμηνεύσουμε πρωτόγνωρα συναισθήματα – και κυρίως το φλέγον ζήτημα της συμπεριφοράς των αγοριών.
Ήταν πάντα η καλύτερη της τάξης – σε όλες τις τάξεις, σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης. Ήταν η χαρά της ζωής. Η ενέργειά της σε συνεπαίρνε· είχε πάντα κάτι καινούργιο να προτείνει, μια καινούργια περιπέτεια να ξεκινήσει, έναν νέο στόχο να κυνηγήσει. Στην πραγματικότητα, δεν κυνηγούσε τους στόχους της. Γινόταν οι στόχοι της.
Αυτό, τότε, δεν το είχα συνειδητοποιήσει πλήρως.
Πριν τις Πανελλήνιες, οι δρόμοι μας χώρισαν για λίγο. Είχε δώσει εξετάσεις πριν από μένα, και δεν πηγαίναμε και στο ίδιο σχολείο. Απομακρύνθηκε αρκετά από την ολιγομελή μας παρέα – την ιερή τριάδα που συμπλήρωνε μια συμμαθήτρια από το φροντιστήριο των αγγλικών. Εμένα όμως μου έλειπε αφόρητα η παρέα της. Η φωτεινή της ενέργεια έκανε τα πάντα να μοιάζουν πιο αισιόδοξα. Έβρισκε πάντα τη «sunny side of life» – κι αν δεν την έβρισκε, την επινοούσε.
Της τηλεφωνούσα, χτυπούσα κουδούνια, τη ζητούσα απ’ τη μητέρα της. Μάταιος κόπος. Η μόνιμη απάντηση ήταν: “Διαβάζει”.
Έφευγα απογοητευμένη, περπατώντας βαριεστημένα και κάπως καχύποπτη. Μεγάλη Τετάρτη ήταν, διακοπές του Πάσχα. Μα ποιος μελετάει τόσο εντατικά, καταμεσής της Μεγάλης Εβδομάδας; Με νεύρα και ένα τσίμπημα ανασφάλειας, υπέθετα πως είχε βρει άλλες κολλητές – πιο ενδιαφέρουσες, πιο δημοφιλείς – και έβγαινε μαζί τους.
Ούτε στην πιο τρελή μου φαντασία δεν θα μπορούσα να σκεφτώ πως μελετούσε μερόνυχτα, με κλειστά τα παντζούρια, χάνοντας σχεδόν την αίσθηση του χρόνου…
Πέρασε πρώτη των πρώτων. Διάβασε τον όρκο στην αποφοίτησή της, τέσσερα χρόνια μετά, με πτυχίο «Άριστα». Έγινε σημείο αναφοράς σαν φοιτήτρια. Και ήδη πριν κάνει μεταπτυχιακό, οι επαγγελματικές προτάσεις έπεφταν βροχή.
Έναν χρόνο αργότερα, πέρασα κι εγώ στο πανεπιστήμιο. Παρόλο που είχα πετύχει στη σχολή που ήθελα κι άνοιγαν μπροστά μου καινούργιοι δρόμοι, ένιωθα την ανάγκη να τα μοιραστώ μαζί της. Τη χρειαζόμουν περισσότερο από ποτέ, γιατί μαζί με τις νέες εμπειρίες προέκυπταν και νέες προκλήσεις.
Γιατί όσο προοδεύαμε στα γράμματα – εκείνη αριστούχα, εγώ απλώς μια καλή φοιτήτρια – το άλλο κομμάτι, αυτό του να γίνεσαι από κορίτσι γυναίκα, είχε μείνει πίσω. Λίγο η αυστηρότητα του οικογενειακού περιβάλλοντος, λίγο η απειρία μας… οι απόπειρές μας για καλλωπισμό ήταν αδέξιες και συχνά τελείως αποτυχημένες.
Ενδυματολογικά, και γενικά στον τομέα της «μόδας», είχαμε χάσει επεισόδια. Εγώ, που είχα βγάλει το σχολείο με δυο τσάντες – μια για τα βιβλία, μια για το φροντιστήριο – και φορούσα μια φόρμα τόσο φαρδιά που χωρούσαμε δύο, και κάτι στραβοπατημένα αθλητικά μποτάκια, ένιωθα ξαφνικά τόσο αμήχανα. Την ίδια στιγμή που ο Σεπτέμβρης ήταν défilé μόδας στη Σχολή – εγώ μάζευα βλέμματα απορίας και πολλά, πάρα πολλά γελάκια ειρωνείας και σαρκασμού.
Στο σχολείο, ίσως η κεκτημένη ταχύτητα, ένα κάπως έξυπνο χιούμορ που είχα, κι η απόλυτη προσήλωση στις επιδόσεις με προστάτεψαν κάπως από το να με πληγώνει βαθιά. Όμως στο πανεπιστήμιο, όλα άλλαξαν. Και ήξερα πως έπρεπε να περάσω – επιτέλους – στην επόμενη ταχύτητα.
Κι ειδικά όταν μέσα στην παρέα, υπήρχαν άτομα σαν την Νικόλ!
Δεν τη γνωρίζαμε καλά. Δεν καταδέχτηκε πολλές φορές την παρέα μας — κι όσες το έκανε, έμοιαζε να μας ειρωνεύεται περισσότερο παρά να συμμετέχει στις συζητήσεις. Είχε πάντα εκείνο το μισό χαμόγελο, ένα ειρωνικό γελάκι μόνιμα στο πρόσωπο, σαν να έπρεπε να νιώθουμε τυχεροί που κάθεται μαζί μας.
Πέρα από το προφανές – πως ήταν εμφανίσιμη – είχε ήδη προλάβει να κάνει πλαστική στη μύτη σε εποχές που κάτι τέτοιο θεωρούνταν σχεδόν πρωτοποριακό. Ήταν τόσο πεπεισμένη για την ομορφιά της, που δεν άφηνε σε κανέναν το περιθώριο αμφιβολίας. Θα μπορούσε κανείς να τη θαυμάσει γι’ αυτό – αν δεν συνόδευε την αυτοπεποίθησή της με χλευασμό για ό,τι τύχαινε να πέσει στο οπτικό της πεδίο. Και κυρίως για όποια.
Εγώ, που μόλις είχα ξυπνήσει από μια υστερική κούρσα σχολικών επιδόσεων και τον τεράστιο σκόπελο των Πανελληνίων, ήμουν το τέλειο θύμα. Εκείνη, αιθέρια, ακτινοβολούσε γοητεία. Εγώ, κάπως άγαρμπη, στην προσπάθεια να βρω τα πατήματά μου ως νεαρή γυναίκα.
Εκείνο το βράδυ, στην παρέα ήταν και η Δάφνη. Της είχα ζητήσει να βγούμε – εν μέρει γιατί λαχταρούσα να γνωρίσει τη Νικόλ. Ίσως ασυνείδητα να ζητούσα και λίγη στήριξη μπροστά σ’ αυτή τη βελούδινη, αλλά τόσο αριστοτεχνικά υφασμένη παρενόχληση.
Η Νικόλ, πέρα από μια αδιάφορη ματιά κι ένα στραβό χαμόγελο, αγνόησε τη Δάφνη. Την είχε καταχωρίσει, όπως κι εμένα, στην κατηγορία «ασήμαντες». Αδιάφορα ρούχα, κοκοράκι στο μαλλί, μπαλαρίνες παπούτσια, βάδισμα χωρίς χάρη. Άλλη μια που, με την αδιάφορη παρουσία της, θα την έκανε να λάμπει ακόμα περισσότερο στο κέντρο της παρέας.
Απευθύνθηκε σ’ εμένα με μια σειρά από ερωτήσεις – ή μάλλον πυροβολισμούς. “Τώρα, αλήθεια, δεν ξέρεις να ξεχωρίζεις ένα γνήσιο Rolex από ένα fake; Ένα Vacheron Constantin; Ούτε; Συγγνώμη, πού ζεις;” – κάγχασε απαξιωτικά.
Κανείς από την παρέα δεν ήξερε, μα κανείς δεν το παραδέχτηκε. Όλοι χαμογέλασαν αμήχανα, αποφεύγοντας το βλέμμα μου. Η Δάφνη απλώς παρατηρούσε.
Η Νικόλ συνέχισε να φλυαρεί: φυσικά θα έχει τέσσερα μπάνια στο σπίτι της – τα δύο με πλακάκια Valentino. Κι αν ο άντρας της δεν μπορεί να της τα προσφέρει, γιατί να τον παντρευτεί; Γέλασε αυτάρεσκα και, μέχρι σήμερα, δεν έχω καταλάβει αν όλοι την άκουγαν με ευλάβεια επειδή τους είχε μαγέψει ή επειδή είχαν εθιστεί στο χλιδάτο παραμύθι που πουλούσε απλόχερα. Ίσως και τα δύο.
Κάτι φαίνεται να την ενόχλησε στη στάση της Δάφνης – ή απλώς ήθελε να διασκεδάσει με τη «νέα» είσοδο. Να δοκιμάσει τις αντοχές της. Ξαφνικά, δυνατά και μπροστά σε όλους – και στα αγόρια της παρέας – τη ρωτά: “Αφήνεις φρύδια; Γιατί; Θες να γίνεις λυκάνθρωπος;”. Το πνιχτό, σαρκαστικό γέλιο της πάγωσε την ατμόσφαιρα.
Έγινα έξαλλη. Ντράπηκα, ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί! Αλλά κάπως βρήκα το θάρρος να ψελλίσω, ειρωνικά:
– Πω πω, τι ευγενικό! Μπράβο, κεντάς σήμερα, Νικόλ… Φαντάσου να την είχες ξαναδεί κιόλας!
Με κεραυνοβόλησε με ένα βλέμμα γεμάτο απέχθεια κι ένα σηκωμένο φρύδι.
– Εσύ δεν είσαι που κάνεις πλάκες; Αλλά όταν κάνουν οι άλλοι χιούμορ, γιατί αντιδράς; Άντε, δεν μας λες κανένα ανέκδοτο να γελάσουμε;
Είχα φουντώσει. Έτοιμη να αντεπιτεθώ. Όμως, την ίδια στιγμή, η Δάφνη ξέσπασε σε ένα δυνατό, γάργαρο γέλιο που άφησε τους πάντες άφωνους.
Λίγο μετά, μια μαύρη Lotus Elan κόρναρε έξω από την καφετέρια. Ήρθε για τη Νικόλ. Σηκώθηκε, τακτοποίησε το μαύρο ανάλαφρο μίνι φόρεμά της, έστρωσε τα τιραντάκια, ψέκασε τα μαλλιά της με mist και –ισορροπώντας τέλεια στα ψηλοτάκουνα– έκανε μια θεαματική έξοδο χωρίς καν να πει «γεια». Ήταν περιττό, φαντάζομαι. Ήμασταν όλοι κομπάρσοι στον δικό της κόσμο, τη διασκεδάζαμε μέχρι να έρθει ο Ιταλός φίλος της να την πάρει για δείπνο στην Κηφισιά.
Την ώρα που απομακρυνόταν, η παρέα διχάστηκε. Τα αγόρια κοιτούσαν την υπέροχη σιλουέτα της και το σπορ αμάξι. Τα κορίτσια, τον φίλο της. Μάνατζερ, λέει, ήταν σε κάποια αλυσίδα εστιατορίων. Ένας τίτλος βαρύγδουπος και ασαφής – γι’ αυτό και έτρεφε τόσο εύκολα την φαντασία.
Αυτό που δεν σήκωνε καμία αμφιβολία ήταν το πόσο όμορφος ήταν. Για μένα, ο πιο εντυπωσιακός άνδρας που είχα δει ποτέ από κοντά. Νομίζω μείναμε με το στόμα ανοιχτό όταν έκανε τον γύρο του αυτοκινήτου για να της ανοίξει την πόρτα. Σαν αρχαίος Έλληνας θεός.
Γύρισα και κοίταξα τη Δάφνη. Κοίταζε κι εκείνη, αλλά το βλέμμα της ήταν αλλιώτικο από το δικό μου. Σαν να σκοτείνιασε. Σαν να πέρασε μια σκιά, κάτι αλλόκοτο. Την σκούντησα. Γύρισε και μου χαμογέλασε πλατιά. Ήταν πάλι η παλιά, καλή κολλητή μου.
– Πόσο όμορφος… της είπα. Σε λιγώνει!
– Καλός ήταν. Δεν πολυπρόσεξα… μου απάντησε.
Αλλά δεν την πίστεψα.
Μετά από εκείνη την επεισοδιακή έξοδο, ήμουν έξαλλη, γεμάτη οργή. Πώς τόλμησε η Νικόλ να «κοροϊδέψει» την παιδική μου φίλη — και μάλιστα την πρώτη φορά που την σύστηνα στην παρέα! Ένιωθα υπεύθυνη, άφριζα, πρόβαρα στο μυαλό μου τι έπρεπε να της είχα πει, ξανά και ξανά.
Όσες φορές κι αν ρώτησα τη Δάφνη στην επιστροφή με το λεωφορείο —και αργότερα— εκείνη γελούσε καλόκαρδα και έλεγε: «Αν κάποιος είναι τόσο κακός μαζί σου, είναι επειδή ο ίδιος έχει πρόβλημα. Όχι εσύ». Καταλάβαινα την ορθότητα της φράσης, εκτιμούσα το πόσο είχε δουλέψει τον εαυτό της —ήδη στα είκοσί της— αλλά η ανωτερότητά της πάντα με ξεπερνούσε.
Πέρασε λοιπόν εκείνο το καλοκαίρι επιτέλους με ξεγνοιασιά και απίστευτο κέφι. Για πρώτη φορά αφήσαμε τα μπαλκόνια και αρχίσαμε να βγαίνουμε. Δεν κάναμε μόνο σχέδια για τη ζωή — την ζούσαμε! Δειλά, με μικρά βήματα, αλλά οι αλλαγές ήταν καταλυτικές. Βλεπόμασταν σχεδόν κάθε μέρα. Βόλτες, εξορμήσεις για καφέ, τα πρώτα ποτά (χωρίς αλκοόλ), μικρά clubs και, βέβαια, το αγαπημένο θέμα: τα αγόρια!
Ωραία ήταν η ζωή! Μέχρι τον Σεπτέμβριο. Μαζί με το καλοκαίρι, χάθηκε κι η Δάφνη. Πάλι.
Ήταν πάντα σκληρό κι απότομο για μένα, αλλά αυτό το μοτίβο επαναλαμβανόταν.
Εκείνη τη φορά ήμουν πιο προετοιμασμένη. Δεχόμουν πως είχε ανάγκη να γνωρίσει άλλους ανθρώπους και εμπειρίες — απλώς αναρωτιόμουν γιατί δεν χωρούσα κι εγώ κάπου εκεί. Αλλά έτσι ήταν η Δάφνη: ή την δεχόσουν απόλυτα ή καθόλου.
Αυτή τη φορά η εξαφάνιση ήταν ολοκληρωτική. Στα τηλεφωνήματά μου απαντούσε η μητέρα της με το ίδιο μονότονο ρεφρέν: «Δεν είναι σπίτι, κορίτσι μου. Λείπει!».
Σταμάτησα να προσπαθώ. Δεν ήθελα να φέρνω σε δύσκολη θέση την γυναίκα. Άλλωστε, η ζωή με απορροφούσε: σχολή, μαθήματα, νέες γνωριμίες, και —κυρίως— έρωτας. Ένας έρωτας που μου είχε πάρει τα μυαλά.
Μάθαινα για τη Δάφνη από εδώ κι από κει: την κοινή μας φίλη, την αδερφή της στο λεωφορείο, τη μαμά της. Έφυγε από το πατρικό, νοίκιασε στο Νέο Φάληρο, έπιασε δουλειά σε εταιρεία και γρήγορα έγινε το δεξί χέρι του διευθυντή. Γύρω στους έξι μήνες μετά, εντελώς απρόσμενα, τηλεφώνησε. Ήθελε να μας δει. Να μας αποχαιρετήσει — έπαιρνε υποτροφία από το κολέγιό της για Αμερική.
Είχαμε πάει λίγο νωρίτερα, η τρίτη της παρέας κι εγώ, χαζογελούσαμε και περιμέναμε πώς και πώς να την δούμε. Ξαφνικά, λίγο παραπέρα, σταμάτησε μια αστραφτερή Lotus Elan. Εμείς δεν την είχαμε προσέξει, αλλά στα διπλανά τραπέζια όλοι σώπασαν και κοίταζαν αμίλητοι. Γύρισα το βλέμμα. Ο Ιταλός Άδωνις άνοιγε την πόρτα του συνοδηγού και βγήκε… η Δάφνη! Κομψή, με μίνι φούστα και ψηλά πέδιλα. Πλάτη στητή σαν χορεύτρια, μαλλιά με ανταύγειες, χέρια λεπτά, γεμάτα χάρη. Την φίλησε ελαφρά και μπήκε ξανά στο αμάξι. Ξεκίνησε αμέσως.
Εκείνη στήριξε το τσαντάκι της στον ώμο και λικνίστηκε προς το μέρος μας σαν σταρ του κινηματογράφου.
– Δά… φνη; ψέλλισα, καθώς μας αγκάλιασε και κάθισε δίπλα.
– Κοριτσάκια μου! Τι μου κάνετε; χαμογελούσε με ειλικρινή χαρά και διασκέδαζε με την απορημένη μας έκφραση.
– Συγγνώμη, αυτός δεν ήταν ο… της…;
– Αυτός ήταν… παλιά! Τώρα είναι ο διευθυντής μου. Ο Νταβίντ. Κι όχι μόνο ο διευθυντής… είπε με κλείσιμο του ματιού.
– Μα πόσο όμορφη είσαι; Πόσα κιλά έχασες; Γυμναστήριο; Πες μας! πετάχτηκε η φίλη μας, με καταιγισμό ερωτήσεων.
– Θα σας τα πω όλα. Αλλά πρώτα, κάτι να πιώ!
Και μας τα είπε. Τι μεσολάβησε σ’ αυτούς τους έξι μήνες. Και δυσκολευόμουν να κλείσω το στόμα μου από την έκπληξη. Το ότι από μια αδέξια, στρουμπουλή κοπέλα είχε γίνει μια καλλίγραμμη, εντυπωσιακή γυναίκα, κανονικά δεν θα έπρεπε να με εκπλήσσει τόσο. Αν το έβαζε στο μυαλό της, θα πουλούσε πάγο σε Εσκιμώους κι άμμο σε Βεδουίνους! Αλλά… αυτή την ιστορία με τον Ιταλό διευθυντή που τον γνώρισε τυχαία σε ένα σαλόνι marketing… Δεν την πίστεψα. Δεν το ομολόγησα, αλλά ήμουν σίγουρη πως, εκείνο το ίδιο βράδυ —ενώ εγώ αναλωνόμουν σε ανόητους θυμούς— εκείνη άρχισε να στήνει την εκδίκησή της. Και τα κατάφερε.
– Και η… Νικόλ; την ρώτησα.
– Ποια; είπε αδιάφορα. Ποια λες; Δεν θυμάμαι…
Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως όσο κοντά μας ήταν η Δάφνη, όσο κι αν μας αγαπούσε και την αγαπούσαμε, πάντα θα είχε ένα κομμάτι που θα κρατούσε κρυφό από όλους. Κατά τ’ άλλα, για μένα ήταν η αγαπημένη μου παιδική φίλη. Η συμπεριφορά της απέναντί μου δεν άλλαξε ποτέ. Ακόμα κι όταν, χρόνια μετά, επέστρεψε από την Καλιφόρνια με το διδακτορικό της. Μόνο που πια, ήξερα πως θα έμενε για πάντα ένα μυστήριο που δεν θα αποκαλυπτόταν απόλυτα ποτέ και σε κανέναν.
Ασπασία Κουρέπη
