Η τελευταία μέρα της εξεταστικής, συνοδευόταν με μπάνιο στην Κατερίνη. Βγήκαν ευχαριστημένες από την αίθουσα, σίγουρες ότι έγραψαν καλά, αγκαλιάστηκαν και κατευθύνθηκαν στο σπίτι της Εριέττας να πάρουν το αυτοκίνητο του μπαμπά της. Ακολούθησε ο γνωστός διάλογος ανάμεσα σε κόρη, Ελληνίδα μάνα και φίλη κόρης για τα πολλά χιλιόμετρα μέχρι εκεί, για τα δεκατέσσερα μάτια προσοχής που όφειλαν να έχουν, για τους άνδρες οδηγούς που δεν δίνουν σημασία στις γυναίκες οδηγούς, για το ποτό που δεν συνδυάζεται με την οδήγηση, για το “πάρε με όταν φτάσετε” και λοιπά και λοιπά.
Έφτασαν, πήρε τηλέφωνο η Εριέττα να καθησυχάσει την μαμά της και έψαχναν ομπρέλα με ξαπλώστρες σε σημείο που να τους αρέσει. Άφησαν τις τσάντες, έβαλαν αντιηλιακό και βούτηξαν. Κολυμπώντας πιο μέσα, μια παρέα τριών νεαρών ανδρών ακουγόταν να διαφωνούν έντονα για Ολυμπιακό και Παναθηναϊκό, για τα πρωταθλήματα, τους προέδρους των ομάδων και τους παίκτες. Ο ένας από τους τρεις έκανε μεγάλη εντύπωση στην Εριέττα. Τα μάτια του, με την αντανάκλαση του νερού και το φως του ήλιου, είχαν ένα σμαραγδί φωτεινό χρώμα και η φωνή του ήταν μεθυστική. Η πρώτη της σκέψη, ότι θα του ταίριαζε εκπομπή στο ραδιόφωνο. Προσπερνώντας τους, κολυμπώντας ακόμα πιο βαθιά στη θάλασσα, τα βλέμματα τους συναντήθηκαν επίμονα. Αρκετά μακριά τους κι όμως η φωνή του ερχόταν στα αυτιά της κι έκλεινε τα μάτια, για να αφήσει την αίσθηση της ακοής να την κυριεύσει. Η Ελένη που την ήξερε καλά, την κοιτούσε χαμογελαστή χωρίς να μιλάει. Κάποια στιγμή που η Εριέττα απέκτησε πάλι επαφή με το περιβάλλον γύρω της, άνοιξε τα μάτια και τρόμαξε που είδε την φίλη της τόσο κοντά της να την παρατηρεί.
– Χαζό είσαι ρε; Με τρόμαξες!
– Ε αφού ταξίδευες σε άλλον πλανήτη, λογικό είναι! και με το βλέμμα της έδειχνε προς την αντροπαρέα.
– Τον είδες; Με κοιτούσε ή ειναι ιδέα μου;
– Σε έφαγε με τα μάτια του καλέ!
– Αλήθεια; Αλήθεια λες ρε χαζό;
– Ε όχι παραμύθια. Καλέ ναι σου λέω.
– Τι μάτια! Τι φωνή!
– Θέλεις να πάμε προς τα κει;
– Όχι ρε, τρελή είσαι; Ντρέπομαι. Βγούμε, πρώτες για να δούμε τουλάχιστον πού θα κάτσουν;
– Ξεκίνα!
Η Ελένη κατευθύνθηκε πιο κοντά στην παρέα και φρόντισε να φωνάξει το όνομα της φίλης της για να το ακούσει ο νεαρός που δεν άφηνε από τα μάτια του την φίλη της. Βγήκαν, έστρωσαν τις πετσέτες τους και ξάπλωσαν στις ξαπλώστρες. Λίγα λεπτά μετά, τους είδαν να βγαίνουν κι εκείνοι. Τα γυαλιά ηλίου τους επέτρεψαν να τους παρακολουθούν χωρίς να δίνουν στόχο. Περνώντας από δίπλα τους, ο νεαρός χαμογέλασε στα κορίτσια και έκατσε στην ακριβώς δίπλα ξαπλώστρα. Η Εριέττα δεν μπορούσε να κρύψει την χαρά της και της ξέφυγε ένα πλατύ χαμόγελο.
– Εριέττα; Σωστά άκουσα;
– Ναι, σωστά, απάντησε με παιδιάστικη ντροπή που στα μάτια του ήταν τόσο χαριτωμένο θέαμα.
– Άρης, χάρηκα! και την κοίταξε προσπαθώντας να διακρίνει τα μάτια της, κάτω από τα γυαλιά.
Την υπόλοιπη ώρα τα τρία αγόρια και τα δύο κορίτσια, έκαναν καλή παρέα. Γέλια, πειράγματα, συζητήσεις, ανάμεσα σε ένα μπουκέτο νιάτα. Η έλξη μεταξύ της Εριέττας και του Άρη ήταν ξεκάθαρη σε όλους. Είχε περάσει η ώρα, κόντευε να νυχτώσει κι έπρεπε να φύγουν τα κορίτσια. Η μαμά της είχε πάρει ήδη τρεις φορές τηλέφωνο να τονίσει ότι είχαν ξεφύγει από την συμφωνία τους. Αντάλλαξαν τηλέφωνα και υποσχέθηκαν ότι θα τα έλεγαν και στην πόλη τους, την Θεσσαλονίκη. Η αντροπαρέα, θα έμενε στην Κατερίνη το βράδυ. Στον δρόμο της επιστροφής, στο αμάξι, από την πλευρά των κοριτσιών και στο ταβερνάκι που συνέχισαν την βραδιά τους τα αγόρια, εκτυλίσσονταν περίπου οι ίδιοι διάλογοι. Πόσο ταίριαζαν οι δυο τους, πώς κοίταζε ο ένας τον άλλον, πόσο ωραία εξέλιξη είχε η εξόρμηση αυτή για τους δύο νέους. Ήταν ενθουσιασμένοι ο ένας για τον άλλον.
Πλησιάζοντας στα διόδια των Μαλγάρων, είχε απίστευτο μποτιλιάρισμα. Της Εριέττας όμως, τίποτα δεν της χαλούσε πια την διάθεση. Ούτε οι κόρνες, ούτε η καθυστέρηση, αφού περιχαρής ταξίδευε στον πλανήτη Άρη. Στην δίπλα λωρίδα, δημιουργήθηκε ένα κενό και έστριψε το τιμόνι της αριστερά για να κερδίσει κάποια μέτρα. Τότε, ακούστηκε το μπαμ και οι δύο φίλες αστραπιαία κοίταξαν η μία την άλλη.
– Δεν μπορεί! αναφώνησε η Εριέττα κι έβγαλε το κεφάλι της από το παράθυρο για να δει τι είχε συμβεί. Είδε ένα χέρι, έξω από το παράθυρο του πίσω αμαξιού, με ανοιχτή την παλάμη σε χορταστική μούντζα, που προορίζονταν ολόκληρη για την ίδια. Σε κλάσματα δευτερολέπτου βρέθηκε ένας άντρας μπροστά στο παράθυρό της να κουνάει το κεφάλι του πάνω κάτω, υποτιμητικά και να την λούζει με κοσμητικά επίθετα.
– Καλά είσαι τόσο ανεγκέφαλη; Τους καθρέφτες γιατί τους έχει το αμάξι, για να βάφεσαι; Τα φλας, τα έχεις ακουστά; Όταν θέλουμε να ελιχθούμε, προειδοποιούμε τους άλλους οδηγούς. Η Εριέττα τον άκουγε καθισμένη στη θέση της, ενώ γύρω η αναστάτωση από την τρακάρα των δύο οχημάτων ήταν μεγάλη. Κόρνες, φωνές, απαξιωτικά λόγια για κείνη, όλα σε μεγεθυντικό βαθμό. Δεν ήξερε αν έπρεπε να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Πώς από τον ενθουσιασμό που βίωνε, βρέθηκε υπόλογη, να την βρίζουν; Βγήκε διστακτικά από το αμάξι της και πριν προλάβει να βγάλει άχνα, δέχτηκε έναν ακόμα καταιγισμό άσχημων λόγων, από τον έξαλλο άντρα.
– Παίρνετε ένα τιμόνι και όποιον πάρει ο Χάρος! Κάτσε κουκλίτσα μου στην κουζίνα σου και πλύνε κανένα πιάτο καλύτερα! Για εκεί είστε μόνο οι γυναίκες! Μου θέλετε και οδήγηση, τρομάρα σας! Που δεν ξέρετε να ξεχωρίζετε το αριστερά από το δεξιά και δεν έχετε ιδέα από τίποτα άλλο πάνω στο αμάξι, πέραν του να βάζετε βενζίνη. Η Εριέττα που μέχρι τότε ήταν μαζεμένη και άκουγε στωικά, θόλωσε, άρχισε να τα βλέπει όλα κόκκινα, σαν τον ταύρο στις ταυρομαχίες, με το κόκκινο πανί.
– Τελείωσες; Ξέσπασες;
– Ορίστε; ο άντρας απέναντί της, νόμιζε πως θα μιλάει μόνος του, πως δεν θα τολμούσε να βγάλει φωνή το κοριτσάκι απέναντί του, που φαινόταν τρομοκρατημένο και το ότι όρθωσε τον μαζεμένο μέχρι τότε κορμό της και του απάντησε, τον παραξένεψε. Πάντα οι άνθρωποι, εκεί που βλέπουμε “αδυναμία”, προβάλλουμε την δική μας “δύναμη”, για να τραφεί το εγώ μας.
– Λέω, τελείωσες ή θα πεις κι άλλα ωραία σεξιστικά; Κρίμα, είσαι και νέος άντρας. Νόμιζα πως αυτά τα απαράδεκτα σχόλια είχαν ξεπεραστεί, μα έκανα λάθος. Οι μάγκες, οι πολύ μάτσο άντρες, υπάρχουν ακόμα δυστυχώς, δεν τους πάτησε τελικά το τρένο!
Τα λόγια της, σε συνδυασμό με το γέλιο της συνοδηγού της θρασύτατης γλωσσούς, τον εξόργισαν περισσότερο.
– Τι να σου κάνω που είμαστε μπροστά σε τόσο κόσμο!
– Αλλιώς τι; Θα σήκωνες και χέρι; Είσαι θλιβερός!
Ο δεύτερος άντρας μέσα από το αυτοκίνητο, τον τραβούσε από το χέρι και του έλεγε να ηρεμήσει. Το ίδιο και η Ελένη, που της έφυγε το γέλιο πια με την τροπή που πήραν τα πράγματα. Οι αστυνομικοί που ήταν μετά τα διόδια, έφτασαν στο σημείο, πήραν τα στοιχεία, το φταίξιμο βάρυνε την Εριέττα και θα αναλάμβαναν οι ασφαλιστικές. Οι υλικές ζημιές ήταν μικρές, λόγω της ελάχιστης ταχύτητας που είχαν και τα δύο αυτοκίνητα, με το μποτιλιάρισμα. Τα βλέμματα των δύο οδηγών πετούσαν σπίθες οργής του ενός προς τον άλλον. Αφού ξεμπέρδεψαν με τα διαδικαστικά και έφυγαν επιτέλους από τα διόδια, πέρασε από δίπλα της κουνώντας αποδοκιμαστικά το κεφάλι του, γκάζωσε και χάθηκε από το οπτικό της πεδίο. Η Εριέττα θυμωμένη, απογοητευμένη και πιεσμένη, άφησε τα δάκρυα της να τρέξουν.
– Έλα μωρέ φιλενάδα, δεν αξίζει, πάει πέρασε!
– Μα να μου μιλήσει έτσι; Ο παπάρας, άι σιxτip!
– Έλα, πάει τελείωσε! Μικρό το κακό στις λαμαρίνες, αυτόν ούτε που θα τον ξαναδούμε, άφησέ το πίσω σου. Να επικεντρωθούμε στον Θεό Άρη καλύτερα! Τι λες; και της έκλεισε παιχνιδιάρικα το μάτι.
Την επόμενη μέρα το πρωί, όταν χτύπησε το τηλέφωνό της και στην οθόνη του κινητού της, είδε “Άρης”, το χαμόγελο επέστρεψε στα χείλη της. Της είπε ότι γύρισαν Θεσσαλονίκη και ότι ήθελε πολύ να την συναντήσει. Κανόνισαν να βρεθούνε οι δυο τους, για καφεδάκι στην παραλία. Τέσσερις ώρες πέρασαν από την ώρα που συναντήθηκαν και ούτε το κατάλαβαν. “Πόσο ευγενικός, πόσο γλυκός, πόσο διαφορετικός!” σκεφτόταν η κοπέλα για κείνον, με την φωνή του να την μαγεύει και το πράσινο των ματιών του να την ζαλίζει.
“Πόσο ευχάριστη, πόσο συζητήσιμη, πόσο όμορφη εσωτερικά και εξωτερικά!” σκεφτόταν ο νεαρός για κείνη.
Λίγο πριν λήξει η συνάντησή τους, ο Άρης, πρότεινε να πάνε για μπανάκι ή οι δυο τους ή και με την παρέα τους, με την Εριέττα να γελάει νευρικά.
– Τι έπαθες;
– Να πάμε, φυσικά! Μόνο στην επιστροφή να μη πέσω πάνω σε κανέναν γελοίο πάλι.
– Τι εννοείς;
Και του εξιστόρισε την χθεσινή τους εμπειρία.
– Λυπάμαι ειλικρινά. Θα ακουστεί κλισέ, αλλά σίγουρα δεν είναι όλοι οι άντρες ίδιοι.
– Ευτυχώς Άρη, ευτυχώς δεν είναι.
Στο δεύτερο ραντεβού τους, την επόμενη κιόλας μέρα, περπατώντας στην παραλία, πλησίασε περισσότερο το σώμα του στο δικό της, το μπράτσο του ακούμπησε το μπράτσο της και τα δάχτυλά του, έψαξαν τα δικά της. Το άγγιγμά τους, σκέτη αναστάτωση. Γύρισαν ταυτόχρονα τα κεφάλια τους, κοιτάχτηκαν, σταμάτησαν, κι εκεί, με φόντο τον Λευκό Πύργο έδωσαν το πρώτο τους φιλί. “Μου αρέσεις πολύ!” ψιθύρισε στο αυτί της και δεν την άφηνε από την αγκαλιά του, έχοντας στα χείλη του, την γεύση των δικών της χειλιών. Ένιωσε αμέσως ότι κούμπωσε στην αγκαλιά του, έπιασε με τις παλάμες της το πρόσωπό του, βυθίστηκε στο βλέμμα του και δυνατά του είπε “κι εμένα μου αρέσεις πολύ!”. Η δεύτερη ένωση των χειλιών τους, κράτησε περισσότερο, αφού δεν χόρταινε ο ένας τον άλλο. Συνέχισαν την βόλτα τους, αγκαλιάζονταν, την σήκωνε στον αέρα, την γυρνούσε γύρω γύρω, γελούσαν ασταμάτητα, μιλούσαν όχι μόνο με λόγια, αλλά και με τα φιλιά τους, τα μάτια τους, τα σώματά τους. Η σύνδεσή τους απόλυτη.
Πέρασε μια εβδομάδα που ο χρόνος όταν ήταν μαζί, δεν έφτανε ποτέ. Συναντιόντουσαν μόνοι, ζώντας τον έρωτά τους. Θέλοντας όμως να κάνουν και κάτι, όλοι μαζί, κανόνισαν να πάνε για Σαββατοκύριακο στην Ιερισσό όλη η παρέα που είχαν βρεθεί τυχαία, πριν λίγες μέρες στην Κατερίνη. Δώσανε ραντεβού στο σπίτι της Εριέττας, να περάσουν να τις πάρουν. Τα κορίτσια ήδη περίμεναν στον δρόμο. Όταν πλησίαζε το αμάξι, ο Άρης από τη θέση του συνοδηγού, έβγαλε το χέρι και χαιρετούσε και το κεφάλι στέλνοντας φιλιά. Η Εριέττα έλαμπε ολόκληρη από χαρά, μέχρι που το αμάξι σταμάτησε μπροστά τους. Το χαμόγελό της εξαφανίστηκε, τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα, η έκπληξη στο ύφος της δεν κρυβόταν.
– Δεν μπορεί!, ίσα που ακούστηκε και με την παλάμη της χτύπησε το μέτωπό της.
– Όχι ρε φίλε!, φώναξε ο Βύρωνας από πίσω και χτυπούσε κι εκείνος το μέτωπό του εις ένδειξη διαμαρτυρίας.
Ο Άρης, δεν ήξερε ποιον να πρωτοκοιτάξει. Την κοπέλα του ή τον αδερφό του στο πίσω κάθισμα; Δεν του πήρε πολύ για να καταλάβει.
– Πες μου ότι αυτός είναι ο γελοίος που μου έλεγες!
– Γελοίος ε; Άντε, ας μη μιλήσω!, είπε ο Βύρωνας και την κοιτούσε μες στα νεύρα.
– Λοιπόοοοοοον!, ανέλαβε η Ελένη να σώσει την κατάσταση. Θα μπούμε στο αμάξι, θα ξεκινήσουμε και θα τα πούμε όλα στην πορεία. Μιλούσε και παρότρυνε σπρώχνοντας την κοκαλωμένη φίλη της να μετακινηθεί. Ο Άρης μόνιμα γυρισμένος προς τα πίσω καθίσματα, κοιτούσε μελιστάλακτα την κοπέλα του και μανιασμένα τον αδερφό του. Το ύφος του άλλαζε περνώντας το βλέμμα του από τον έναν μέχρι τον άλλο και ήταν τόσο αστείος που προκάλεσε γέλιο στην Εριέττα και τον κοιτούσε με τρυφερότητα.
– Είσαι τόσο γλυκός!, του είπε και σκαρφάλωσε στην φίλη της που καθόταν στη μέση, χωρίζοντας τα δύο στρατόπεδα, για να τον φιλήσει.
Ο Άρης ανταπέδωσε το φιλί της και με την άκρη του ματιού του έβλεπε τον αδερφό του να δυσανασχετεί.
– Παιδιά, ξεκινάμε;, πιο πολύ δήλωσε παρά ρώτησε ο οδηγός του αμαξιού που ήταν κι ένας από την τριάδα της πρώτης γνωριμίας.
– Πάτα το!, τον πείραξε ο Άρης και πάντα γυρισμένος προς τα πίσω κοίταξε κατάματα τον αδερφό του που συνέχιζε να βγάζει καπνούς από τα αυτιά.
– Ναι, μόνο πρόσεχε μη τρακάρεις κάποιον που οδηγεί αμέριμνος.
– Αδερφέ μου, τι θα έλεγες να αφήσουμε στην άκρη ό,τι έγινε μεταξύ σας και να επικεντρωθούμε στην εκδρομή μας; τον κοιτούσε σχεδόν ικετευτικά.
– Ας πάει και το παλιάμπελο, είπε, προσπάθησε να χαμογελάσει και έτεινε το χέρι στην παραδίπλα θέση που καθόταν η Εριέττα.
– Κανονικά, εγώ θα έπρεπε να το πω αυτό, έτσι που μου μίλησες εκείνη τη μέρα, αλλά άντε, ας δώσουμε τα χέρια.
Οι δύο νέοι, έδωσαν τυπικά τα χέρια, χωρίς να πουν κάτι άλλο, ενώ μέσα τους έβραζαν, καθώς και οι δύο πίστευαν ότι είχαν δίκιο.
Ο Άρης, που από τη μια ήταν ο αδερφός του, από την άλλη η κοπέλα του κι αυτός στη μέση, κατάλαβε ότι θα ήταν ένα ζόρικο διήμερο. Ο Βύρωνας δεν σταμάτησε να ρίχνει λοξές ματιές στην κοπέλα, ενώ εκείνη, είχε μάτια μόνο για το αγόρι της, δεν θα άφηνε το σοκ του ότι ήταν αδέρφια με τον ακατανόμαστο, να της χαλάσει την διάθεση.
Άφησαν τα πράγματά τους στα δωμάτια και ξεχύθηκαν στη θάλασσα. Το ερωτευμένο ζευγάρι, δεν έχανε ευκαιρία για αγκαλιές και φιλιά, ενώ και η Ελένη, άρχισε να ενδιαφέρεται για τον Βύρωνα και να του το δείχνει, με πονηρά γελάκια, αγγίγματα κατά λάθος, ματιές όλο νόημα, πειράγματα. Όλοι κατάλαβαν τι συνέβαινε εκτός από τον άμεσα ενδιαφερόμενο, ο οποίος ήταν ιδιαίτερα σκεπτικός και απόμακρος με όλους. Σίγουρα, ένιωθε ότι δεν κολλούσε με τα παιδιά, έπειτα από το συμβάν πριν μέρες, στο οποίο είχε αρχίσει να συνειδητοποιεί, ότι δεν φέρθηκε σωστά.
Το μεσημέρι, επέλεξαν ένα ταβερνάκι μπροστά στο κύμα και με την ρετσινούλα που έρεε, η διάθεση ήταν πιο χαλαρή, λύθηκαν όλοι περισσότερο. Η Ελένη, βρήκε την ευκαιρία να γίνει πιο διαχυτική, με αντίκρισμα αυτή τη φορά. Μέσα στα μάτια την κοιτούσε ο Βύρωνας και την τάιζε στο στόμα, προκαλώντας ευχάριστη έκπληξη σε όλους. Γύρισαν στο ξενοδοχείο, να χαλαρώσουν καμία ωρίτσα, για να πάρουν δυνάμεις για το βράδυ, που θα άναβαν φωτιά, στην παραλία και θα έπιναν τις μπύρες τους.
– Τι έγινε κοπελιά; Θα γίνουμε συννυφάδες;, αγκάλιασε με όλη της την αγάπη η Εριέττα την φίλη της.
– Ας του δώσουμε μωρέ την ευκαιρία να αποδείξει ότι όλο αυτό, ήταν μια άτυχη στιγμή!, απάντησε η Ελένη και τα κορίτσια γέλασαν.
– Εγώ, θα του κρατήσω λίγο ακόμα μούτρα, γιατί στο λαιμό μου κάθονται ακόμα τα λόγια του, ναι;
– Μπορώ να πω όχι;!
Ο Άρης καθισμένος στην άμμο, με ανοιχτά τα πόδια, έκλεινε στην αγκαλιά του την Εριέττα, που καθόταν μπροστά του. Η πλάτη της, στηριζόταν στο στήθος του, το κεφάλι της στον ώμο του, τα ακροδάχτυλά του, ταξίδευαν πάνω στο δέρμα της κι εκείνη, δάγκωνε τα χείλη της από ηδονή, έκλεινε τα μάτια της και γυρνούσε το πρόσωπό της προς το δικό του, να ενωθούν τα χείλη τους σε παθιασμένα φιλιά. Ο Βύρωνας, απέναντι, μέσα από τις φλόγες της φωτιάς που τους χώριζε, τους κοιτούσε με ζήλια και δεν ξεχώριζες τις σπίθες που πετούσαν τα μάτια του, από τις σπίθες της φωτιάς. Τι είχε πάθει;
Η Ελένη δίπλα του, έκανε τα πάντα να του δείξει πόσο της άρεσε, ενώ εκείνος δεν έπαιρνε τα μάτια του από την κοπέλα του αδερφού του. Διέκρινε τον πόθο της για τον μικρό του αδερφό, παρατηρούσε πώς τον κοιτούσε, πώς τον φιλούσε, πώς πάλλονταν το σώμα της στα αγγίγματά του και ήθελε να σηκωθεί, να την αρπάξει, να την σφίξει στην αγκαλιά του και να γευτεί εκείνα τα χείλη που όταν τα δάγκωνε, τον ερέθιζε τόσο. Έπνιγε την ζήλια του στις μπύρες και μετά από αρκετή ώρα ζήτησε στην Ελένη να χορέψουν, το τραγούδι που ακουγόταν από το κινητό του εκείνη την στιγμή. Εκείνη τρελή από χαρά, σηκώθηκε, χώθηκε στην αγκαλιά του και ζούσε την στιγμή. “Και να του κόσμου τα απροσδόκητα, που είναι τόσο σπάνια. Στο πρόσωπό σου τα βρήκα κι είμαι ευτυχισμένος, κάτι πιο πάνω από ερωτευμένος. Θέλω για πάντα εμείς να ζήσουμε μαζί…”. Ο Βύρωνας με άλλη χόρευε και σε άλλη ήθελε να στείλει το μήνυμα των στίχων. Κοιτούσε έντονα την Εριέττα και ανοιγόκλεινε το στόμα του, τονίζοντας τα λόγια. Εκείνη, χαρούμενη για την εξέλιξη χειροκροτούσε κι έβγαζε επιφωνήματα χαράς και ενθάρρυνσης για αυτό που συνέβαινε μπροστά της. Πάντα, μέσα στην αγκαλιά του Άρη και φαινόταν ότι το απολάμβανε ιδιαίτερα. Ο Βύρωνας δεν άντεχε να συνεχίζει το θέατρο. Ζήτησε από την Ελένη συγγνώμη, είπε σε όλους ότι ζαλίστηκε από τις μπύρες κι αποχώρησε. Ο Άρης έτρεξε πίσω του, από ενδιαφέρον και νοιάξιμο μα η αντίδραση του αδερφού του τον ξάφνιασε.
– Μια χαρά είμαι, πήγαινε στην κοπέλα σου, μη την αφήνεις μόνη, μην είσαι κακό παιδάκι και σε κάνει ντα.
– Βύρωνα, είσαι με τα καλά σου; Τι έπαθες;
– Φύγε Άρη, φύγε. Έχω πονοκέφαλο, πάω να ξαπλώσω.
Η διάθεση της παρέας χάλασε και τα μάζεψαν όλοι λίγο αργότερα. Τα κορίτσια, ξαπλωμένα στα κρεβάτια τους, προσπαθούσαν να βγάλουν άκρη.
– Ρε Ελένη, με συγχωρείς κιόλας, είσαι σίγουρη ότι θέλεις να γίνει κάτι με αυτόν τον περίεργο; Ρε συ αυτός είναι για δέσιμο.
– Ο καθένας με την διαταραχούλα του ρε φιλενάδα, τι να πω πια.
Την κουβέντα τους διέκοψε το χτύπημα στην πόρτα. Η Εριέττα χαμογέλασε πονηρά στην φίλη της, ζήτησε συγγνώμη και ότι θα επιστρέψει αμέσως και πήγε να ανοίξει, περιμένοντας να δει το αγόρι της. Αντ’ αυτού, είδε τον Βύρωνα να έχει το δάχτυλο μπροστά στο στόμα, θέλοντας να της δείξει να μη μιλήσει. Την τράβηξε άγαρμπα από το χέρι μέχρι το τέλος του διαδρόμου που δεν μπορούσε να τους δει όποιος άνοιγε την πόρτα και τότε μόνο την άφησε.
– Τρελάθηκες; ψιθύριζε η κοπέλα.
– Σε θέλω! Σε θέλω σαν τρελός!
– Πήγαινε να σε δει κανένας γιατρός ρε φίλε!
– Σε βλέπω με τον αδερφό μου και τρελαίνομαι, το καταλαβαίνεις;
– Ψυχοπαθής και ψεύτης. Καλά εσύ δεν την πέφτεις στην φιλενάδα μου;
– Ήθελα να σε κάνω να ζηλέψεις όπως καίγομαι εγώ από ζήλια.
– Να ζηλέψω; Δε πας καλά, αλήθεια!
Της έκλεισε το στόμα με ένα φιλί, μα το χαστούκι ήταν ηχηρό.
“Μη τολμήσεις να με πλησιάσεις ξανά!” του πέταξε στη μούρη κι έφυγε. Δεν έτρεξε πίσω της. Έκατσε στο πάτωμα, με την πλάτη στον τοίχο και το κεφάλι στις παλάμες του, προσπαθώντας να ηρεμήσει, να συνειδητοποιήσει. Η Εριέττα φανερά αναστατωμένη, για να δικαιολογήσει τον εκνευρισμό της και να κερδίσει χρόνο να σκεφτεί, είπε στην φίλη της ότι λογοφέρανε με τον Άρη, ότι δεν ήθελε να το συζητήσει εκείνη τη στιγμή και της ζήτησε να ξεκουραστούν.
Ο Άρης στάθηκε όρθιος μπροστά στον αδερφό του που δεν έλεγχε τα συναισθήματά του και βαρούσε με την γροθιά του το πάτωμα. Σήκωσε το κεφάλι του και τον είδε να τον κοιτάζει με λύπηση.
– Σε είχα ικανό για πολλά, αλλά γι’ αυτό όχι.
– Άρη, δεν μπόρεσα να τιθασεύσω αυτό που νιώθω, συγχώρεσέ με.
– Θα έπρεπε όμως. Δεν σου ανήκουν όλοι και όλα Βύρωνα. Δεν είσαι το κέντρο του κόσμου. Έφτασες τριάντα χρονών ρε φίλε, πόση ανωριμότητα ακόμα; Πόσος εγωκεντρισμός; Να σε συγχωρέσω ε; Ούτε που την ξέρεις! Απλά, για να μου κάνεις κακό έτσι;
– Σε παρακαλώ. Ήταν μια στιγμή αδυναμίας…
– Δεν με νοιάζει ρε τι ήταν! Είσαι ένα ρεμάλι που νομίζει ότι μπορεί να κάνει ό,τι του έρθει στο κούφιο του κεφάλι και όλοι να σε νταντεύουμε. Αρκετά όμως. Έτσι και ξαναπλησιάσεις την Εριέττα, θα φας χώμα, στο ορκίζομαι!
Δεν έμεινε να ακούσει άλλες δικαιολογίες, του ερχόταν να ξεράσει και μόνο που τον έβλεπε.
Χτύπησε την πόρτα των κοριτσιών κι όταν άνοιξε η Ελένη, μπήκε φουριόζος. Είδε την ταραχή στο βλέμμα της κοπέλας του και την αγκάλιασε σφιχτά.
– Τα είδα όλα.
– Άρη…. Εγώ….
– Δεν χρειάζεται να πεις τίποτα.
– Τι έγινε ρε παιδιά; η Ελένη που δεν είχε ιδέα τι είχε συμβεί, τους κοιτούσε απορημένη.
– Δεν της είπες; η Εριέττα τον κοίταξε έντρομη, κάνοντάς του αποθαρρυντικά νοήματα, να μη πει τίποτα, μα εκείνος ήταν χείμαρρος που ετοιμαζόταν να ξεσπάσει.
– Ο αδερφούλης μου, ο θρασύς, την έπεσε στην Εριέττα.
– Ορίστε; Πότε έγινε αυτό; Εγώ πού ήμουν;
– Πριν λίγο, την ξεμονάχιασε.
– Πριν, δεν χτύπησες εσύ την πόρτα;
– Όχι, ήταν ο ηλίθιος ο αδερφός μου!
– Ρε Εριέττα και γιατί μου είπες ότι ήταν ο Άρης κι ότι λογοφέρατε; Γι’ αυτό ήσουν σε αυτή τη κατάσταση!
– Ελένη, τι να σου έλεγα; Ντρεπόμουν!
– Ε! Όχι και να ντρέπεσαι εσύ μωρό μου, αυτό το κάθαρμα θα έπρεπε να ντρέπεται αλλά δεν έχει τσίπα.
Άνοιξε η πόρτα, αφού με την αναστάτωση, δεν βρέθηκε κανείς να την κλείσει και μπήκε ο Βύρωνας με σκυμμένο το κεφάλι. Τρία ζευγάρια μάτια πάνω του, τα ένιωθε καρφιά.
– Δεν υπάρχει δικαιολογία! Ζητώ συγγνώμη. Είχα πιει. Δεν ήξερα τι έκανα. Εριέττα, αδερφέ, Ελένη, θα φύγω, να περάσω κάπου την νύχτα και αύριο θα πάρω λεωφορείο. δεν τον εμπόδισε κανείς. Λίγο μετά, η Ελένη, άφησε μόνο το ζευγάρι.
– Άρη, σου ορκίζομαι, δεν του έδωσα θάρρος, ούτε που κατάλαβα πώς έγινε.
– Μωρό μου, το ξέρω. Αδερφός μου είναι, αλλά όλη μας την ζωή αυτό κάνει, κλέβει κομμάτια από την ζωή μου, με μαεστρία. Από μικρά, μια σταλιά παιδάκι εγώ κι εκείνος πέντε χρόνια μεγαλύτερος, έκανε τα πάντα για να τραβάει την προσοχή των γονιών μας. Όποτε με είχαν αγκαλιά, γκρίνιαζε και τον έπαιρναν κι εκείνον, έπαιρνε το ποδήλατό μου, ενώ είχε μεγαλύτερο και καλύτερο, στις φωτογραφίες πάντα έκανε ό,τι μπορούσε να μη φαίνομαι ή να φαίνομαι όσο λιγότερο γινόταν, ζητούσε πάντα επιβεβαίωση για το πόσο καλύτερος ήταν από μένα σε όλα. Δεν δίναμε σημασία, αφού σχεδόν πάντα τα μεγάλα αδέρφια ζηλεύουν τα μικρότερα. Στην πορεία, φορούσε πάντα ό,τι ήθελα να φορέσω εγώ, έβαζε την κολώνια μου, όταν αγκάλιαζα την μαμά μας, έμπαινε ανάμεσά μας, ερχόταν με τις παρέες μου παντού, έδειχνε μεγάλη οικειότητα με όσα κορίτσια γνώριζα, ήταν παντού γύρω μου και όλοι, όχι μόνο το δικαιολογούσαν αλλά το καμάρωναν κιόλας. Τα αγαπημένα αδέρφια που είναι σε όλα μαζί. Τώρα ξεκαθάρισαν όλα. Τα έφερνε όλα όπως ήθελε, για να φαίνομαι στη σκιά του, ενώ τελικά, συνέβαινε το αντίθετο. Ήθελε ό,τι είχα, μου έκλεβε την ζωή. Και αναρωτιέμαι, μήπως έκανε το ίδιο και με προηγούμενες σχέσεις μου κάτω από τη μύτη μου; Ίσως και να τα κατάφερε, να μου τις έκλεψε. Ξέρεις κάτι, βαρέθηκα. Πάντα τον δικαιολογούσα, πάντα έβρισκα κάποιο λόγο που δεν είχε δικές του παρέες και κολλούσε με τις δικές μου, πάντα τον νοιαζόμουν. Αν και μικρότερος, μια ζωή θυμάμαι να τον νταντεύω. Αυτό όμως δεν θα του το συγχωρήσω ποτέ.
– Αγάπη μου, λυπάμαι. Ειλικρινά λυπάμαι. Δεν θέλω να νιώθω υπαίτια. Δεν θα σου έλεγα τίποτα. Μόνο αν συνέχιζε.
– Κορίτσι μου, εσύ ήσουν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι.
Την αγκάλιασε σφιχτά, σα να την είχε πιότερο ανάγκη εκείνη την ώρα και η κοπέλα έγινε το λιμάνι του, να ρίξει την άγκυρα της φουρτουνιασμένης του ψυχής.
Δεν είπε τίποτα στους γονείς του, δεν του ζήτησε εξηγήσεις, δεν το ξανανέφεραν ποτέ. Του έφτανε που απαλλάχτηκε από το βαρίδι του. Ο Βύρωνας ξέροντας ότι δεν ήταν επιθυμητός πια, μα κυρίως επειδή δέχτηκε πλήγμα ο εγωισμός του, αφού η Εριέττα προτίμησε τον αδερφό του, ξέκοψε από την παρέα του Άρη και αυτό ήταν καλό για όλους και φυσικά για τον δεσμό του. Η Εριέττα ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να βρεθεί στον δρόμο του και δεν θα την θυσίαζε για τον αδερφό του. Είχαν τα τυπικά στο σπίτι, χωρίς να δίνουν δικαιώματα και το ξαφνικό κόψιμο της κοινής παρέας αποδόθηκε στον σοβαρό δεσμό του με την Εριέττα, που του έπαιρνε χρόνο από τους φίλους του. Έτσι βόλευε όλους, για να μη μαθευτεί η αλήθεια για το πόσο σκάρτα φέρθηκε ο Βύρωνας στον αδερφό του. Για μια ακόμη φορά τον προστάτευσε.
Τα εκούσια λάθη πρέπει να πληρώνονται. Έμεινε μόνος, να προσπαθεί να γεμίζει τον χρόνο του σε άσκοπες σχέσεις, χωρίς παρέες, ενώ όποτε συναντούσε την Εριέττα, ακόμα αναρωτιόταν τι δουλειά είχε μια τέτοια γυναίκα με τον αδερφό του. Πλήρωνε την εγωπάθειά του κι όμως συνέχιζε να την τροφοδοτεί, θεωρώντας ακόμα, τον αδερφό του, κατώτερο του. Κάποιες φορές, το εγώ μας, μας οδηγεί ακριβώς εκεί που πρέπει. Μόνους, μακριά από τους ανθρώπους που κάποτε όχι μόνο μας ανέχονταν, αλλά μας νοιάζονταν και επέτρεπαν να τους κλέβουμε κομμάτια από την ζωή τους.
Χρυσούλα Καμτσίκη
