Είναι πολλοί οι κυνηγοί κι εμείς πουλιά. Μας κυνηγούν για να μας “σημαδέψουν”, να μας σκοτώσουν. Κι αν δεν τα καταφέρουν, μας τραυματίζουν τα φτερά, ώστε να σερνόμαστε στο έδαφος. Να αναπολούμε τα φτερουγίσματα που κάποτε κάναμε, την αίσθηση του να βλέπουμε τον κόσμο από ψηλά, μέχρι να ξεψυχήσουμε σε μια σκοτεινή γωνιά, βγάζοντας έναν αδύναμο ήχο.
Ξέρεις, γνώρισα πολλά είδη ανθρώπων. Μα αυτό που κατάλαβα, είναι πως το χειρότερο είδος είναι οι κυνηγοί. Αυτοί που φθονούν τα πετάγματα — ίσως γιατί δεν έφτασαν ποτέ τόσο ψηλά, όσο το ύψος που ένιωθαν πως εμείς είχαμε τη δυνατότητα να φτάσουμε. Οι κυνηγοί αυτοί, που μας σημάδεψαν πριν ακόμη αναγνωρίσουμε τη δύναμη των φτερών μας… Κάπου εκεί, μεταξύ εφηβείας και πρώιμης ενηλικίωσης. Κάπου εκεί, που όλοι μας έλεγαν πως ήρθε η ώρα να ανοίξουμε τα φτερά μας, μα στα πρώτα πετάγματα, πριν προλάβουμε να αγγίξουμε ουρανό, μας σημάδεψαν.
Τα κατάφεραν — για λίγο. Μας τραυμάτισαν και μας στέρησαν το πέταγμα. Μα μετά, κάποιοι γύρω μας προσπάθησαν να μας περιθάλψουν. Αντλήσαμε δύναμη κι αρχίσαμε να πετάμε σε χαμηλό ύψος. Φοβόμασταν να φτάσουμε ψηλότερα. Ό,τι και να μας έλεγαν, αισθανόμασταν πως δεν έχουμε τη δύναμη. Πως δεν μπορούμε. Πως είμαστε αδύναμοι. Ανίκανοι.
Όσο πατούσα χαμηλά, γνώρισα κι άλλους ανθρώπους, μα συνέχισα να απεχθάνομαι περισσότερο απ’ όλους τους κυνηγούς. Αυτούς τους ανάλγητους που σκοτώνουν τα πουλιά — μεταφορικά, μα και κυριολεκτικά. Από τότε, κάθε άνθρωπο που γνωρίζω τον “ελέγχω” διακριτικά, μήπως ανήκει κι εκείνος στους κυνηγούς αλλά το κρύβει καλά. Από τότε κρατάω άμυνα και περπατώ στο έδαφος, μέχρι να γνωρίσω καλά κάποιον — καλύπτοντας τα φτερά μου με προστατευτικά καλύμματα. Τα σημάδια από τα σκάγια υπάρχουν ακόμα στη σάρκα μου, να μου θυμίζουν κάθε φορά που την κοιτώ πως υπήρξα θύμα αυτών των κυνηγών πολλές φορές από μικρή…
Μα κατά κάποιο τρόπο, μέσα απ’ αυτά τα σημάδια αντλώ περηφάνια και — πάνω απ’ όλα — δύναμη. Να μάθω να πετάω ξανά ψηλά κι επιδέξια. Να έχω την ικανότητα να ξεγλιστρώ από τα εμπόδια. Να γίνω δηλαδή αυτό, που ποτέ δεν θα ήθελαν να είμαι εκείνοι που κάποτε θέλησαν να με ισοπεδώσουν. Να με βγάλουν απ’ τη μέση.
Αλλά ακόμα… φοβάμαι πολύ τους κυνηγούς. Γιατί ξέρω πως έχουν μέσα τους τόση κακία. Φοβάμαι, γιατί ρίχνουν τους άλλους χάμω με την ελπίδα ότι έτσι θα ανέβουν εκείνοι. Μα δεν έχουν ιδέα πως είναι αδύνατο να πετάξεις με ξένα φτερά. Και η πτώση των άλλων δεν είναι ποτέ δική σου μόνιμη ανύψωση. Πόσα δεν γνωρίζουν… και πόσο παντογνώστες νιώθουν.
Πολλές φορές ανατριχιάζω, γιατί όταν ήμουν παιδί άκουγα τους μεγάλους να λένε πως “πάνε για κυνήγι” και το έβλεπα σαν παιχνίδι. Μα δεν καταλάβαινα πως έτσι αφαιρούν εν- ψυχρώ ζωές. Δεν καταλάβαινα πως στερούν από αθώες ψυχές τα πετάγματα. Και — αν δεν καταφέρουν να ξεφύγουν — και την ίδια τους τη ζωή. Δεν καταλάβαινα πως αυτό είναι το “επίτευγμά” τους. Και στο τέλος, αφού το κατορθώσουν, τους αφαιρούν τα πούπουλα — να χάσουν κάθε ομορφιά. Δεν καταλάβαινα τότε.
Τώρα πια όμως ξέρω… Κι εσύ, ακόμα κι αν δυσανασχετείς γιατί δεν αγαπάς τα πουλιά, συλλογίσου πόσο μοιάζει αυτό το κυνήγι με το κυνήγι της ζωής.
Ιωάννα Χαντζαρά
