Δύο αστέρια πάνω από το κάστρο

Η Ισμήνη κάθισε στην δερμάτινη καφέ πολυθρόνα, έχοντας τα μάτια καρφωμένα στο ξύλινο πάτωμα ενός δικηγορικού γραφείου που βρισκόταν στον τρίτο όροφο μιας παλιάς πολυκατοικίας επί της Σταδίου, στο κέντρο της Αθήνας. Ήταν ένα ανοιξιάτικο πρωινό του Απρίλη, λίγο πριν το Πάσχα, όταν έλαβε ένα τηλεφώνημα από τον δικηγόρο του θείου της. Η αλήθεια ήταν ότι ποτέ της δεν είχε φανταστεί την αιτία της πρόσκλησης, γιατί απλά δεν είχε καμία σχέση με τον εκλιπόντα συγγενή της.

Ήταν λίγο μετά τις έντεκα το πρωί όταν άνοιξε επιτέλους η πόρτα και εμφανίστηκε ένας επιβλητικός άντρας γύρω στα εξήντα.
– Συγνώμη για την αναμονή, αλλά οι μέρες πριν τις γιορτές πάντα είναι απελπιστικά γεμάτες. Καθίστε, θα θέλατε έναν καφέ;
– Όχι, ευχαριστώ, απάντησε εκείνη. Θα ήθελα όσο πιο σύντομα γίνεται να μου εξηγήσετε τον λόγο αυτής της συνάντησης.
– Βέβαια, έχετε δίκιο. Ο θείος σας, ο Σωτήρης Παναγιωτόπουλος, εκτός από φίλος ήταν και πελάτης του γραφείου. Λίγο πριν αρχίσει η υγεία του να κλονίζεται, με κάλεσε στο σπίτι του στην Γλυφάδα για να συντάξω την διαθήκη του. Φυσικά γνωρίζετε ότι είστε ο μοναδικός του συγγενής, για αυτόν τον λόγο σας άφησε όλη του την περιουσία, δηλαδή το σπίτι στα νότια προάστια, το σπίτι στην Μεθώνη και τέλος το ξενοδοχείο λίγο πιο κάτω. Μαζί με αυτά και μετρητά στην τράπεζα αξίας πεντακοσίων χιλιάδων ευρώ.

Η Ισμήνη έμεινε άναυδη, κοιτώντας τον άγνωστο άντρα στα μάτια με εκείνο το βλέμμα του ανθρώπου που του έχουν αναγγείλει ότι πάσχει από μία σοβαρή ασθένεια. Τέτοια ήταν η έκπληξη και το σοκ φυσικά. Σε λιγότερο από τρία λεπτά άλλαξε η ζωή της, μία αλλαγή που θα την συνειδητοποιούσε στο μέλλον, όλα έμοιαζαν να ξεκινούν από την αρχή. Το μόνο που της έμενε ακέραιο και αποκλειστικά δικό της, ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε, ήταν το όνομά της, Ισμήνη Μητροπούλου του Παναγιώτη και της Νίκης, γεννημένη στην Αθήνα το 1985. Μία γυναίκα μόνη χωρίς αδέλφια και γονείς, με μοναδικό συγγενή τον Θείο Σωτήρη, που τον είχε δει μία φορά στην ζωή της όταν ήταν τεσσάρων χρονών στην πρώτη και τελευταία επίσκεψή της στο χωριό. Το μόνο που θυμόταν από αυτήν την συνάντηση, ήταν η μάνα της να της κρατάει το χέρι για να επισκεφτούν το θείο στο σπίτι που βρισκόταν στο καλύτερο σημείο του χωριού κοντά στο κάστρο. Ένα σπίτι που είχε μία απέραντη βεράντα με θέα το Ιόνιο, κτισμένο μέσα στις ελιές. Η επίσκεψη είχε διαρκέσει πολύ λίγο, θυμάται την μάνα της να κλαίει απαρηγόρητα και μετά από λίγο να φεύγουν σαν κυνηγημένες. Η τελευταία εικόνα από εκείνη την στιγμή, ήταν του θείου της να τους έχει την πλάτη γυρισμένη και να κοιτάει το απέραντο γαλάζιο. Μετά από τότε δεν ξαναβρέθηκε στον τόπο της και φυσικά καμία κουβέντα δεν είχε γίνει για τον θείο Σωτήρη, ούτε από τον αδελφό του, δηλαδή τον πατέρα της, αλλά ούτε και από την μάνα της. Και έρχεται αυτός κύριος ύστερα από σαράντα χρόνια να της ανακοινώσει ότι είναι η μοναδική κληρονόμος του. Μα τι παιχνίδια παίζει αυτή η ζωή, τι αναταράξεις, τι αλλαγές!

– Μα πώς; Εγώ μία φορά τον έχω δει τον άνθρωπο, ίσα που τον θυμάμαι, πώς γίνεται να μου έχει αφήσει τόσα; Είστε σίγουρος για όσα μου λέτε;
Ο δικηγόρος αυτός ήταν γνωστός στους δικηγορικούς κύκλους για την σοβαρότητά του και τον επαγγελματισμό του. Αφού την καθησύχασε, της εξήγησε την διαδικασία αποδοχής της κληρονομιάς και ότι μετά τις διακοπές του Πάσχα όλα τα απαραίτητα χαρτιά θα ήταν στην διάθεσή της για τις τελικές υπογραφές. Λίγο πριν το καλοκαίρι θα μπορούσε να κάνει ό,τι ήθελε την περιουσία της. Εκείνος σαν έμπειρος την συμβούλεψε να μην πάρει καμία βιαστική απόφαση ή να προβεί σε πωλήσεις πριν δει από κοντά τα σπίτια και το ξενοδοχείο. Της πρότεινε μάλιστα να διαχειρίζεται τις υποθέσεις της όπως έκανε και με τον θείο της. Η Ισμήνη δεν είχε να πει πολλά εκείνη την στιγμή, συμφώνησε μαζί του και μετά από λίγο έφυγε από το γραφείο του ευχαριστώντας τον για τις συμβουλές του.

Ήταν ακόμη ζαλισμένη όταν βγήκε έξω, σαν χαμένη ένιωθε. Πήρε μία ανάσα και πήρε τον δρόμο προς το Σύνταγμα, εκεί λίγο πριν φτάσει στην Βουκουρεστίου, μπήκε σε ένα καφέ για να καθίσει λίγο μόνη, να ξαναφέρει στα αυτιά της τα λόγια του δικηγόρου. Σίγουρα είχε ακούσει και είχε διαβάσει σωστά, δεν ήταν της φαντασίας της. Ο ζεστός καφές αποδείχτηκε βάλσαμο, σε λίγο έβγαλε το κινητό από την τσάντα της και κάλεσε την Αλέκα, την μοναδική φίλη που είχε. Μόλις της ανακοίνωσε τα νέα ακούστηκαν οι κραυγές της, “δηλαδή τώρα είσαι πλούσια; Έχω μία φιλενάδα που δεν ξέρει τι έχει; Ελπίζω να συνεχίσεις να μου μιλάς γλυκιά μου, αλλιώς αλίμονό σου! Σχολάω κατά τις έξι απόψε, η βραδιά θα είναι μεγάλη, κατά τις επτά θα είμαι εκεί. Κοίτα να έχεις εφοδιαστεί με τα απαραίτητα, εντάξει;”.

Τα απαραίτητα ήταν μία ποικιλία τυριών, μαύρο ψωμί και φυσικά ένα μπουκάλι λευκό κρασί, στην αποψινή περίπτωση έγιναν δύο, ποτέ δεν ξέρεις πόσα ποτήρια θα γέμιζαν. Η Ισμήνη πήρε μια βαθιά ανάσα, κατευθύνθηκε στο μετρό με προορισμό τον σταθμό Συγγρού-Φιξ και μετά λίγο περπάτημα για να φτάσει στο σπίτι της, ένα διαμέρισμα στο ισόγειο ενός παλιού διώροφου στο Κουκάκι, στην οδό Ανδρούτσου, ανάμεσα σε ένα εργαστήριο κεραμικής και μιας γκαλερί. Η Ισμήνη, σαν λάτρης του θεάτρου και της τέχνης, είχε επιλέξει αυτήν την περιοχή για να μείνει για διάφορους λόγους, για το ότι βρισκόταν πολύ κοντά στο κέντρο της Αθήνας, είχε τα πάντα σε κοντινή απόσταση από το σπίτι της και πρώτα την εργασία της. Σαν απόφοιτος θεατρικών σπουδών του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου, είχε καταφέρει να διοριστεί σε ένα γυμνάσιο στην περιοχή, η δουλειά της την γέμιζε και την ικανοποιούσε πλήρως, τα παιδιά την λάτρευαν, το ίδιο και αυτή. Πριν φτάσει στο σπίτι, πέρασε από το μικρό μαγαζί που πούλαγε τα καλύτερα τυριά και κρασιά, γέμισε την πάνινη τσάντα που κουβαλούσε πάντα μαζί της, αγόρασε και ένα μπουκέτο λευκά τριαντάφυλλα από το ανθοπωλείο και μπήκε στο σπίτι με το δεξί. Σαν να ήθελε με αυτόν το τρόπο να επισφραγίσει το νέο της ξεκίνημα.

Με το που μπήκε στο σαλόνι, άνοιξε τα παράθυρα και ένα λεπτό άρωμα από τις ανθισμένες νεραντζιές γέμισε τον χώρο. Έβαλε τα λουλούδια στο βάζο, τα κρασιά στο ψυγείο, τοποθέτησε τα τυριά στην πιατέλα με το χρυσό περίγραμμα, από τα λίγα που είχαν απομείνει από την προίκα της μάνας της, άναψε τα κεράκια της και περίμενε την φίλη της που δεν άργησε, ευτυχώς, να έρθει.

Η Αλέκα χτύπησε το κουδούνι παρατεταμένα πολλές φορές, θέλοντας να δείξει την ανυπομονησία της. Ένα, δύο, τρία κουδουνίσματα, στο τέταρτο άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα φουριόζα, πέταξε την τσάντα στον καναπέ και άπλωσε τα χέρια της να αγκαλιάσει την φιλενάδα της που έδειχνε τόσο αναστατωμένη. Πόσο την διάβαζε μέσα στην ψυχή, τα μάτια της τα μαρτυρούσαν όλα! Όταν κάθισαν δίπλα δίπλα, η Ισμήνη άρχισε την αφήγηση όσο μπορούσε πιο αναλυτικά, για το πώς την υποδέχτηκε ο δικηγόρος, πώς της διάβασε την διαθήκη, τι της άφηνε ο θείος , σπίτια, ξενοδοχείο, χρήματα. Η Αλέκα πήρε το κρασί από το ψυγείο, το άνοιξε με προσοχή, γέμισε τα ποτήρια και αφού σήκωσε το δικό της έκανε μία πρόποση:
– Στην αγαπημένη μου Ισμήνη! της είπε με φωνή γεμάτη συγκίνηση. Εύχομαι το νέο σου ξεκίνημα να είναι γεμάτο επιτυχίες, να κατακτήσεις και την Μεθώνη με τα έργα σου! Μην φοβάσαι, έχεις εμπειρία από τους ανθρώπους, δεν είσαι εικοσάρα, μέχρι τώρα τα πήγες τέλεια!
– Λες να τα καταφέρω; Να τολμήσω να φύγω για μία νέα ζωή σε ένα μέρος που δεν το γνωρίζω;
– Τι έχεις να χάσεις; Είναι ευκαιρία που τα σχολεία σταματούν σύντομα, πήγαινε να δεις τα μέρη, το σπίτι σε τι κατάσταση είναι, το ξενοδοχείο αν μπορεί να λειτουργήσει, και αποφασίζεις με την ησυχία σου. Εξάλλου, πληρώνεσαι κανονικά και μην ξεχνάς και τα μετρητά, δεν είναι καθόλου λίγα. Εγώ στην θέση σου θα είχα ετοιμάσει βαλίτσες. Στην υγειά σου λοιπόν!, της είπε αδειάζοντας το δεύτερο ποτήρι κρασί.

Η βραδιά κύλησε ήσυχα και το κρασί βοήθησε στο να αφεθεί σε έναν γλυκό ύπνο μέχρι την άλλη μέρα. Ευτυχώς δεν είχε πρωινό μάθημα, έτσι μπόρεσε να ξυπνήσει με την ησυχία της απολαμβάνοντας ένα φλιτζάνι σκέτου καφέ. Η Αλέκα της ξεκλείδωσε τις κρυφές της επιθυμίες για μία πιο ελεύθερη ζωή κοντά στην φύση που τόσο αγαπούσε από παιδί και την έκανε να διώξει όλες τις φοβίες της. Το είχε αποφασίσει, θα τολμούσε να κάνει την τεράστια αλλαγή, θα έφευγε για την Μεθώνη μετά το τέλος του σχολικού έτους. Τι είχε να χάσει; Αν δεν της άρεσε, θα γύριζε πίσω στο σπίτι της και στην δουλειά της που τόσο αγαπούσε.

Το μπλε αυτοκίνητο αφού είχε περάσει τις στροφές της Πύλου συνέχισε την πορεία του προς την Μεθώνη, ο δρόμος αρκετά μεγάλος και σε καλή κατάσταση, δεξιά και αριστερά εκατοντάδες ελιές που χόρευαν στον ρυθμό του αέρα που είχε σηκωθεί εκείνες τις μέρες. Κατά τόπους αγριοκρέμμυδα με τα λευκά στρογγυλά λουλούδια τους σαν στολίδια ανάμεσα στα αγριόχορτα και ανάμεσά τους άλλα μωβ και κίτρινα λουλούδια. Αυτό που της είχε κάνει εντύπωση από το ταξίδι της μέχρι τώρα, ήταν η κυριαρχία του πράσινου χρώματος σε συνδυασμό με το γαλάζιο της θάλασσας, η περιοχή έμοιαζε παράδεισος. Μπαίνοντας στο χωριό στάθηκε στο πρώτο μαγαζί που συνάντησε, ένα φαρμακείο για να ρωτήσει πώς πάνε στις Αλυκές και συγκεκριμένα στο σπίτι του θείου της. Ο φαρμακοποιός της απάντησε, αφού πρώτα την είχε σκανάρει από πάνω μέχρι κάτω, ‘ποια να ήταν το λόγου της, τι να θέλει στα μέρη τους;’. Εκείνη τον ευχαρίστησε και ξεκίνησε σιγά σιγά για το σπίτι.

Ο δρόμος στενός, ίσα που χώραγε δύο αμάξια, ένα αγροτικό στάθηκε μπροστά της υποχρεώνοντάς την να κάνει στην άκρη για να περάσει. Μα τι ευγένεια ήταν αυτή, φαίνεται ότι κι εδώ οι οδηγοί θα είχαν πάρει νύχτα το δίπλωμα! Όταν έφτασε στο σπίτι, άφησε το αμάξι όσο πιο δεξιά μπορούσε να μην ενοχλεί κανέναν και μόλις έβαλε το κλειδί στην μεγάλη σιδερένια πόρτα, έβγαλε μία κραυγή ενθουσιασμού και έκπληξης μαζί. Παναγία μου τι θέα είναι αυτή! Ένα ξεχασμένο τηλεσκόπιο βρισκόταν στο καλύτερο σημείο και με το που το είδε το πήρε στα χέρια της και προσπάθησε να δει μακριά… ναι, δούλευε ακόμη, παρόλο που είχε σκουριάσει από την υγρασία. Μετά άνοιξε την κυρίως πόρτα και μία έντονη μυρωδιά υγρασίας και κλεισούρας της γέμισαν τα ρουθούνια. Αμέσως άνοιξε τα παράθυρα να μπει φως και αέρας και έριξε μία πρώτη ματιά στον χώρο. Το σπίτι παλιό αρχοντικό, ψηλοτάβανο, με γύψινα σκαλίσματα στις γωνίες του ταβανιού, ντυμένο στα λευκά χρώματα, τα έπιπλα παλιά και αυτά καλυμμένα με σεντόνια, ένας μεγάλος καθρέφτης πάνω από το τζάκι στεκόταν επιβλητικός, οι τοίχοι λερωμένοι σε διάφορα σημεία από την μούχλα, το πάτωμα ξύλινο και θαμπό.

Προχώρησε και στα άλλα δωμάτια, η κουζίνα με τον μαρμάρινο νιπτήρα, ένα παράθυρο πάνω από αυτόν ήταν ό,τι καλύτερο για την νοικοκυρά, να πλένει τα πιάτα ατενίζοντας την θάλασσα για να ξεχνάει την κούρασή της. Κατόπιν πήγε προς το μπάνιο, η μπανιέρα παλαιού τύπου με τα ποδαράκια, έμοιαζε σε καλή κατάσταση, μετά ήρθε η σειρά της μεγάλης κρεβατοκάμαρας. ‘Τέλεια!’ αναφώνησε με δυνατή φωνή, ‘αυτό και αν δεν είναι κρεβάτι!’. Μα αυτό που την ενθουσίασε περισσότερο ήταν το μικρό μπαλκόνι, το άνοιξε και πιάτο η θάλασσα μπροστά της, ενώ στα δεξιά του φαινόταν το κάστρο. Άλλο ένα δωμάτιο, πιο μικρό, δίπλα στο δικό της, σχεδόν άδειο, χωρίς μπαλκόνι όμως, αλλά με ένα μεγάλο παράθυρο που έβλεπε πάλι έξω. Μα τι δώρα ήταν αυτά, η ζωή της έδειχνε το πιο όμορφο πρόσωπό της!

Κατόπιν βγήκε στην αυλή και βρήκε μία σκαλίτσα που οδηγούσε στο κατώι. Μάλλον εκεί θα φύλαγε τα τρόφιμα ο θείος και τις προμήθειες. Ήδη στο μυαλό της είχε σχεδιάσει το πώς θα διαμόρφωνε τους χώρους χωρίς να χαλάσει τα βασικά στοιχεία τους. Έπειτα μπήκε μέσα στο σαλόνι, τράβηξε το σεντόνι από το μεγάλο τραπέζι και για άλλη μία φορά την εντυπωσίασε η επιφάνειά του. Ήταν παλαιού τύπου, με μαρκετερί σχέδιο από ξύλο καρυδιάς, με έξι καρέκλες του ιδίου τύπου. Ένας παλιός μπουφές αντίκα, με λεοντοπόδαρα στεκόταν στα δεξιά του δωματίου, ενώ από την άλλη πλευρά μία άδεια βιτρίνα μεσαίου μεγέθους με τα ίδια πόδια.

Τράβηξε μία καρέκλα, την καθάρισε όσο μπορούσε καλύτερα και έκλεισε τα μάτια για να φανταστεί πώς ζούσε ο θείος μόνος του χωρίς να έχει κάνει οικογένεια. Μάλλον δεν θα είχε αισθανθεί την ανάγκη να μοιραστεί όλα αυτά με μία γυναίκα. Αυτομάτως άρχισε τα σχέδια για το μέλλον, ευτυχώς τα χέρια της έπιαναν και μπορούσε να κάνει θαύματα με αυτά, να βάψει, να καθαρίσει και τέλος να κάνει την ωραιότερη διακόσμηση του κόσμου. Προς το παρόν δεν ήταν δυνατόν να παραμείνει για ύπνο και αφού έκλεισε πάλι το σπίτι, κατηφόρισε με τα πόδια για το κέντρο του χωριού για να κάνει τις πρώτες της εξερευνήσεις.

Όταν βρέθηκε μπροστά στο κάστρο, ένα ρίγος την κατέλαβε και συγκίνηση, φαντάστηκε τους ενετούς στρατιώτες να φυλούν τα τείχη του από τους πειρατές, κρυμμένοι πίσω από τους πύργους, τους σταυροφόρους να κάνουν μία στάση για ανεφοδιασμό, τους Οθωμανούς να κάνουν επίδειξη της δύναμής τους. Φτάνοντας στην αγορά, αισθάνθηκε τα βλέμματα των ντόπιων επάνω της, μπήκε στον φούρνο για να αγοράσει κάτι πρόχειρο και να πιεί έναν καφέ προσπαθώντας να αποφύγει τις διάφορες ερωτήσεις τύπου ‘πόσο καιρό θα καθίσετε στο χωριό;’ ή ‘από πού είστε;’. Προς το παρόν δεν ήθελε να στοχοποιηθεί, ρώτησε για ένα προσωρινό κατάλυμα και πήρε το τηλέφωνο ενός ηλεκτρολόγου και υδραυλικού για τις πρώτες εργασίες που έπρεπε να αρχίσουν. Φυσικά δεν άργησε η μέρα για να φανερωθεί ο λόγος της παρουσίας της, αρχικά παραξενεύτηκαν, όμως στην πορεία και σε μικρό χρονικό διάστημα την αγκάλιασαν σαν μία από αυτούς. Ο θείος της ήταν καλοδεχούμενος στην περιοχή τους γιατί πρόσφερε δουλειά στους ντόπιους είτε στο ξενοδοχείο είτε στην συντήρηση του σπιτιού, περισσότερο όμως ήταν αγαπητός ο πατέρας της, που ακόμη τον θυμόνταν με σεβασμό.

Οι επόμενες μέρες κύλησαν γρήγορα και κουραστικά, μέχρι το σπίτι να ξαναβρεί την χαμένη του λάμψη. Τα βράδια ύστερα από την κούραση της ημέρας, άραζε στην βεράντα για να απολαύσει τη δύση του ηλίου και όταν ο ουρανός γέμιζε με αστέρια, έπαιρνε το τηλεσκόπιο εξερευνώντας τον ουρανό.

Η εντυπωσιακή πανσέληνος του Ιουλίου ξεπήδησε από τα καταπράσινα βουνά για να ταξιδέψει και να σταθεί πάνω από τα νερά του Ιονίου, φωτίζοντας το κάστρο και αναδεικνύοντας το μεγαλείο του. Από το lap top ακουγόταν το σεφραδίτικο τραγούδι “una noche mas…”, μα τι τραγούδι ήταν αυτό, πόσο την άγγιζε στην ψυχή της!

Εκείνη την στιγμή σηκώθηκε για να βάλει ένα ποτήρι κρασί, όταν στην επιστροφή είδε μία γυναικεία φιγούρα να την περιμένει στην πόρτα. Ήταν η γειτόνισσα και φίλη του θείου της, που την είχε σαν βοηθό για τις δουλειές του σπιτιού.
– Καλησπέρα κορίτσι μου, πώς είσαι; ρώτησε η κυρία Χαρά.
– Καλησπέρα, περάστε να μου κάνετε λίγη παρέα.
Η ηλικιωμένη γυναίκα μπήκε διστακτικά και κάθισε δίπλα της.
– Πώς σου φαίνεται το μέρος; Σου αρέσει; Θα μείνεις μόνιμα τελικά;
– Δεν ξέρω ακόμη, αλλά όπως δείχνουν τα πράγματα μάλλον έτσι θα γίνει, της απάντησε.
– Κοίτα κορίτσι μου, έχω κάτι για σένα που ίσως σε βοηθήσει στο να πάρεις την σωστή απόφαση…, συμπλήρωσε και ανοίγοντας την τσάντα της έδωσε ένα γράμμα που είχε το όνομά της. Πάρε το, είναι δικό σου, μου το είχε εμπιστευτεί ο θείος σου να στο παραδώσω όταν θα έρθει η ώρα, και τώρα είναι η στιγμή να το πάρεις. Φεύγω τώρα, σε αφήνω να το διαβάσεις με την ησυχία σου. Καληνύχτα.
– Ευχαριστώ, καληνύχτα, ανταπέδωσε η Ισμήνη.

Με το που έφυγε η γυναίκα, πήρε το γράμμα στα χέρια της και αφού ήπιε μια γουλιά κρασί, πήρε μία βαθιά ανάσα ανοίγοντας το γράμμα γεμάτη περιέργεια. Οι πρώτες λέξεις ξεπήδησαν από το χαρτί και σταμάτησαν μία μία μπροστά στα μάτια της:

Αγαπημένη μου Ισμήνη,
Όταν θα διαβάζεις αυτό το γράμμα θα σημαίνει ότι έχει έρθει η ώρα να μάθεις την αλήθεια. Ύστερα από αυτό θα καταλάβεις γιατί σε έκανα κληρονόμο της περιουσίας μου, όχι μόνο γιατί είσαι η μοναδική συγγενής που έχω, αλλά γιατί είσαι η κόρη μου. Ναι, αυτός είναι ο λόγος, είσαι το παιδί μου, η μητέρα σου ήταν η μοναδική γυναίκα που αγάπησα και πόθησα και εσύ είσαι ο καρπός του έρωτά μας. Δυστυχώς υπήρξα ένας δειλός, δεν μπόρεσα να αναλάβω τις ευθύνες μου σαν πατέρας, αλλά δεν ήθελα να στεναχωρήσω και τον αδελφό μου, που αγαπούσα επίσης πολύ. Ίσως θυμάσαι την μοναδική φορά που βρεθήκαμε οι τρεις μας, η μητέρα σου, εσύ κι εγώ σε αυτό το σπίτι όταν ήσουν μικρή, ίσως θυμάσαι τα κλάματα της μονάκριβης Νικολέτας μου, έτσι την φώναζα εγώ, το βλέμμα της που εκλιπαρούσε από μένα να την τραβήξω κοντά μου, δίπλα μου για πάντα. Όταν σε πήρε και φύγατε, δεν μπόρεσα να σας κοιτάξω κατάματα και σας είχα γυρίσει την πλάτη. Πίστεψέ με, δεν το έκανα από απονιά, αλλά αντίθετα, αν και η αγάπη μου για σας ήταν τεράστια, ήταν εξίσου λίγη για να σας κρατήσω.
Θέλω να με συγχωρέσεις που σου στέρησα τόσα πράγματα, ευτυχώς ο Παναγιώτης ήταν κάτι περισσότερο από αδελφός για μένα, ήταν ένας τέλειος πατέρας για σένα. Όλα όσα έφτιαξα με κόπο σου ανήκουν τώρα και θα μου έκανε μεγάλη χαρά να ξέρω ότι συνεχίζεις το έργο μου στο μέρος που άρχισα την επαγγελματική μου άνοδο και στο σπίτι αυτό που έζησα τον έρωτα με την μάνα σου.
Σ’ αγαπώ Ισμήνη μου,
Ο πατέρας σου,
Σωτήρης.

Το αίμα της είχε παγώσει, ένιωσε σαν τον εσταυρωμένο στον σταυρό επάνω, προδομένη, πληγωμένη. Έβαλε το γράμμα στην τσέπη της, σήκωσε το ποτήρι με το κρασί και το κατέβασε μονορούφι. Έτσι εξηγούνται όλα, η κληρονομιά, τα χρήματα, η μάνα της με τα μάτια πάντα υγρά από δάκρυα, ο τρόπος που την κοίταγε ο πατέρας της σαν να φοβόταν μην την χάσει ξαφνικά και του την πάρει κανείς… όλα. Τι να αισθανθεί; Θυμό, πίκρα, αγανάκτηση, λύπη, οίκτο;

Εκείνη στην στιγμή σηκώθηκε απότομα σαν ένα χέρι να την σπρώχνει, πήρε το τηλεσκόπιο στα χέρια της και το έστρεψε στον γεμάτο αστέρια ουρανό. Η εξερεύνηση του ουράνιου θόλου ήταν το φάρμακό της, ένιωσε από το πουθενά να την κοιτάζουν με θαλπωρή, λούζοντάς την δύο μικρές χρυσές, λαμπερές κουκίδες. Τις ονόμασε Σωτήρη και Νικολέτα. Η Ισμήνη τους κοίταξε με συμπόνια και αγάπη ψελλίζοντας… ‘Σας ευχαριστώ που υπήρξα ο καρπός ενός μεγάλου έρωτα! Σας αγαπώ! Καληνύχτα!’. Από εκείνη την νύχτα, τα δύο αστέρια φωτίζουν το δωμάτιό της και την ζωή της.

Δήμητρα Καμπόλη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading