– Είχα τα παραθύρια κουφωτά, κείνη την ώρα, να μη μπαίνει ο ήλιος στα μάτια μου. Το απόγεμα βάραγε πολύ το κατώι• ούτε μια γουλίτσα ύπνο δεν μπορούσες να πάρεις. Είχα εκεί δα την καρέκλα μου και μπάλωνα, έραβα κάνα κουμπί, μαντάριζα… Ε, και καμιά φορά μου κατέβαινε κι ο ύπνος στα βλέφαρα.
Την έβλεπα να περνάει σύριζα στο πεζούλι μας, κούτσα-κούτσα, ίδια ώρα κάθε σούρουπο! Μεγάλη δεν ήτανε, μα βλέπεις… σώμα βαρύ, κουρασμένο. Και καμωνόταν, παιδί μου, να κάμει ησυχία απόλυτη• ούτε σύρσιμο από τα πασούμια να μην ακουστεί, μην τύχει και τήνε δω κι αναγκαστεί να μου πει «καλησπέρα»… μουρμούριζε πικραμένα η κυρά-Μαρίνα — και σφούγγιζε τα μάτια της.
Σε μένα, την αδερφή της! Ακούς παιδί μου; Ακούω να λες… Και να πεις πως είχε τίποτα να μου ζηλέψει; Εγώ ήμουν η μικρή• το μαυροτσούκαλο. Εκείνη, η πρώτη της φαμίλιας. Ψηλή, θεωρητική, ξανθιά, με μπλε μάτια. Ξανθιά στα μέρη μας ήτανε μεγάλη υπόθεση! Έλαμπε σαν ήλιος η Βασιλική μας!
Δεν της ήρθαν εύκολα τα πράματα. Σε κανέναν μας δεν ήρθαν. Φτώχεια, Πόλεμος, δύσκολα χρόνια… Κουτσά, στραβά, τα περάσαμε. Όπως μπορούσαμε κι όπως δεν μπορούσαμε. Κάμε κι αλλιώς!
– Κυρά-Μαρίνα, τώρα γιατί τα σκέφτεστε και στεναχωριέστε; είπε γλύκα η νοσοκόμα και της έφερε το πιάτο κοντά. Πάει, πέρασαν αυτά… Να φάμε; Να πάρουμε τα χαπάκια μας;
Έπαψε λίγο. Έφαγε μια κουταλιά πουρέ. Μα πάλι, την έπιασε το παράπονο… Τα κλωθογύριζε συνέχεια στο νου της, φαινόταν — πληγή που την έξυνε να ματώσει.
– Ε, πώς, πώς, μ’ αγάπαγε. Αδερφή της ήμουνα. Αίμα της… Μα, να, σαν ήθελα να με ορμηνέψει, να μου δώσει μια συμβουλή — ποιον άλλον είχα κι εγώ; — όλο τα δικά της είχε! Φουριόζα! Θεριό ανήμερο! Πού να της μιλήσεις; Μια τον άντρα της να κοιτάξει, μια το νοικοκυριό της, μια τα αγόρια της να βολευτούν… Είχε τα δίκια της, ολόκληρη οικογένεια τιμόνευε, αλίμονο. Μα, βρε παιδί μου… καμιά φορά, άμα ο άλλος είναι συνέχεια μέσα στα νεύρα και στη φωνή, πού να βρεις κουράγιο να μουντάρεις να μιλήσεις;
Σταμάτησε να πάρει ανάσα.
– Άμα… κι εγώ… έτσι δα, ένα «έννοια σου» γύρευα. Δυο-τρία πράματα να μου «φωτίσει» ήθελα. Γιατί πρόκοψε εκείνη — Δόξα ο Μεγαλοδύναμος! Μπαινόβγαινε κόσμος στο σπιτικό της…
Η νοσοκόμα χαμήλωσε το βλέμμα. Μέλι έσταζαν τα μάτια της για εκείνη τη γιαγιούλα, μα η πληγή της δεν έπαιρνε γιατρειά. Ήτανε βαθιά και κακοφορμισμένη.
– Από μικρή… μ’ αυτή την ορμήνια μεγαλώσαμε: να ’στε ενωμένες, να προσέχετε η μια την άλλη. Αν δεν θέλει η αδερφή σου το καλό σου, τότε ποιος;
Σώπασε λίγο ξανά.
– Μα… ίσως να φταίω κι εγώ. Ίσως να μην μπορούσα να της δείξω πόσο την αγαπούσα. Όλα στραβά τα ’κανα!
Θυμήθηκα τότε… όταν είχα παντρευτεί. Την κάλεσα στο σπιτάκι που ’χαμε με τον Ηλία. Έλειπε ο δικός της ο άντρας τότε. Ταξίδευε… Ε, ρε, και βάλε με τον νου σου, τι κάναμε να την ευχαριστήσουμε! Τι να την πηγαίνει βόλτες με το βαρκάκι ο Ηλίας. Να την ανεβάζει στο χωριουδάκι ψηλά για καρυδόπιτα και καφέ στα πλατάνια. Μπάνια στη θάλασσα! Ό,τι ξέραμε! Ό,τι κάναμε κι εμείς δηλαδή! Τι θαρρείς; Νεαρούδια ήμασταν… Είχαμε μια χαρά! Ειδικά εγώ, μια περηφάνια! Που με καταδέχτηκε η αδερφή μου να με κάνει παρέγια. Γιατί ήτανε μεγαλύτερη και της είχα αδυναμία! Κι ο Ηλίας — η αλήθεια να λέγεται — είχε έννοια να περάσει καλά. Σωρό κουβάρι γίναμε στο τέλος… Ξύπνησε ένα πρωί, αμίλητη, αλάλητη, μούτρα ως το πάτωμα.
“Βρε καλή μου, βρε χρυσή μου… τι έχεις;”
“Τίποτα. Λιγάκι η κεφαλή μου…”
Το βλέπαμε όμως: άλλο την έτρωγε. Τίποτα δεν της άρεσε. Πέρασε μια ολάκερη μέρα έτσι — σιωπή και θλίψη και σφιγμένα χείλη. Άρχιζα να βράζω. Ήτανε κι ο άντρας μου που μου ’παιρνε το νου: “Τι έχει; Τι έχει η Βασιλική;”. Έσπασαν τα νεύρα μου! Και ξέσπασα! Κι κακώς έκαμα!
“Θα μας πεις τι είναι κι είσαι σαν μετανοούσα Μαγδαληνή με τη μουτσούνα κατεβασμένη;” την ειρωνεύτηκα.
Άγρια θάλασσα εγίνηκε! Με τα πολλά, το ομολόγησε τι την είχε πειράξει… Που πιάνεστε χέρι-χέρι και με «πισωκολλιάζετε» εμένα.. που μ’ αφήνετε πίσω σαν περπατάτε κι είστε όλο σορόπια!
Είπε, είπε, είπε… Φωνές, κακό… Έκλεινε ο Ηλίας τα παράθυρα μην μας πάρει χαμπάρι η γειτονιά! Άνοιξα το στόμα μου κι εγώ, βέβαια! — μα πιο πολύ για την αδικία! Πόσο πια δεν είδε τη χαρά και τη λαχτάρα που ’χα κι ο Ηλίας κι εγώ να την ευχαριστήσουμε; Να παραθερίσει; Να ξεκουραστεί;
Κι αν ήτανε — που δεν ήτανε — παρά μια φορά που πιαστήκαμε χέρι-χέρι μπροστά της, ήτανε το σούρουπο, την μέρα που ’χε κατεβάσει τα μούτρα και δεν ξέραμε γιατί. Την μέρα που την πιλάτευα από το πρωί να μου πει… Με το καλό, με το μαλακό…
Μα, ήτανε να της μείνει μόνο τούτο στο μυαλό; Το χέρι-χέρι; Άλλο καλό δεν κάναμε κανένα; μουρμούριζε με παράπονο.
Έκλαιγε-έκλαιγε η κυρά-Μαρίνα. Σταματημό δεν είχε… Κοτόπουλο, πουρές, πιάτα, κουτάλια τα έσπρωχνε. Τρόμαξε η νοσοκόμα.
– Ε, τώρα θα σας μαλώσω εγώ! Θα ανεβάσετε πίεση για κάτι που έγινε πριν πενήντα χρόνια; Ο Χριστός κι η Παναγία, κυρά-Μαρίνα μου! Αφήστε τα παλιά στο παρελθόν. Αφού τα βρήκατε με την αδερφή σας… δεν τα βρήκατε; είπε αγανακτισμένη — και λιγάκι αγχωμένη• Ώρα ήτανε να της μείνει η γριά στα χέρια.
– Ναι, κοπέλα μου… τα βρήκαμε. είπε πιο ήρεμα η γριά. Άμα, εκείνο το περιστατικό όποτε και να το ’φερα στην κουβέντα, τίποτα καλό δεν θυμότανε από τότε. Δεν ένιωσε τη χαρά που είχαμε, την αγάπη, ούτε το καμάρι μας για κείνη. Μόνο το χέρι-χέρι της δεύτερης μέρας της έμεινε στο νου… Μόνο αυτό κράτησε…
Ασπασία Κουρέπη
