Τελειόφοιτη φοιτήτρια φιλολογίας η Αλεξάνδρα, βιαζόταν και αγωνιούσε να πάρει το πτυχίο της επιτέλους. Γνώριζε πολύ καλά τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε η οικογένειά της. Αυτός ήταν και ο λόγος που φρόντιζε να είναι πάντα επιμελής και να διαβάζει πολύ, ώστε να μη μένει ποτέ μεταξεταστέα. Μπορεί να διέμενε σε φοιτητική εστία, όμως και πάλι υπήρχαν έξοδα και οι γονείς της είχαν άλλα τέσσερα παιδιά να μεγαλώσουν.
Σε αυτή την τελευταία εξεταστική του Ιουνίου, ήταν πλήρως προετοιμασμένη σε όλα τα μαθήματα, σε όλα εκτός από ένα. Αυτό το ένα μάθημα είχε επιλέξει η ίδια να το δώσει τον Σεπτέμβρη. Το είχε συζητήσει το θέμα με τους γονείς της, για να της δώσουν μια πίστωση χρόνου. Ο λόγος ήταν ότι ο συγκεκριμένος καθηγητής ήταν ζόρικος, έκοβε τους εννιά στους δέκα εξεταζόμενους. Ήθελε να είναι απόλυτα προετοιμασμένη, ώστε να μη χρειαστεί να βάλει σε επιπλέον έξοδα τους δικούς της μετέπειτα. Παρακολουθούσε ανελλιπώς όλες τις παραδόσεις του και παρέδιδε πάντα εγκαίρως τις εργασίες που τους ανέθετε, που παρεμπιπτόντως δεν ήταν και λίγες.
Ξαφνιάστηκε όταν στο τελευταίο μάθημα της έκανε νόημα να μείνει λίγο παραπάνω μετά το τέλος της παράδοσης.
-Αλεξάνδρα; Σωστά θυμάμαι;
-Ναι, ναι κύριε καθηγητά.
-Λοιπόν Αλεξάνδρα, διαβάζοντας τις εργασίες σου μου ήρθε μια ιδέα. Ίσως το γνωρίζεις ήδη πως έχω δημιουργήσει μια μικρή λέσχη δημιουργικής γραφής για φοιτητές. Πιστεύω ότι θα ήσουν κατάλληλη υποψήφια για να στελεχώσεις την ομάδα μας, αν θα σε ενδιέφερε κι εσένα φυσικά.
Ήξερε, πώς δεν ήξερε! Ο καθηγητής της, εκτός από την ακαδημαϊκή του καριέρα, είχε γίνει γνωστός και καταξιωμένος συγγραφέας μέσα από μια σειρά διηγημάτων. Μεσουρανούσε στο χώρο της λογοτεχνίας λόγω της πρωτοτυπίας και της ποικιλομορφίας των έργων του, ήταν τεράστια τιμή μια τέτοια πρόσκληση. Δίστασε για λίγα δευτερόλεπτα πριν απαντήσει, όμως αφ’ ενός την κολάκευε η πρότασή του και αφετέρου ίσως τον προσέβαλε εάν αρνιόταν. Την είχε επιλέξει από όλους τους υπόλοιπους συμφοιτητές της, θα μάθαινε τόσα καινούρια πράγματα για τη συγγραφή και ίσως δε θα χρειαζόταν να αγχώνεται πλέον τόσο πολύ για το πτυχίο της. Κάπως έτσι είπε τελικά αβίαστα το ναι, αυτό το ναι που θα το μετάνιωνε λίγο αργότερα πολύ πικρά.
Την ενημέρωσε πως η ομάδα πραγματοποιούσε συναντήσεις κάθε απόγευμα Τετάρτης σε μια από τις αίθουσες της σχολής. Συζητούσαν τη θεματολογία των επόμενων διηγημάτων και ανέθετε ο ίδιος στον καθένα από ένα συγκεκριμένο θέμα. Τις Παρασκευές που ακολουθούσαν, είχε προσωπική συνάντηση στο γραφείο του με τον κάθε φοιτητή για να μελετήσουν την πρόοδο του εκάστοτε έργου.
Το απόγευμα της επόμενης Τετάρτης, προσερχόμενη στην αίθουσα που της είχε υποδείξει ο καθηγητής της, παρατήρησε αρκετά γνώριμα πρόσωπα από τη σχολή της. Ήταν σοβαροί και κανένας δεν αποκρίθηκε όταν τους χαιρέτησε, λίγα λεπτά αργότερα μπήκε μέσα ο καθηγητής.
-Η Αλεξάνδρα είναι το νέο μέλος της ομάδας μας, μπορείτε να τη χαιρετήσετε.
« Καλώς ήρθες Αλεξάνδρα» είπαν όλοι μαζί μηχανικά χωρίς καν να τη κοιτάξουν.
-Αλεξάνδρα, πριν ξεκινήσουμε, πες μου σε παρακαλώ τι θεωρείς πιο σημαντικό σε ένα διήγημα; Την υπόθεση ή την απόδοση αυτής;
Την βρήκε απροετοίμαστη η ερώτηση, τι ήταν σωστό να απαντήσει;
-Υποθέτω και τα δυο είναι εξίσου σημαντικά;
-Πρέπει όμως να διαλέξεις…
-Ε, να η υπόθεση μάλλον…
-Λάθος Αλεξάνδρα, λάθος! Όσο καλή και να είναι μια ιστορία, σημασία έχει να χορεύουν οι λέξεις και να χορεύουν σωστά! Για αυτόν τον λόγο διδάσκουμε δημιουργική γραφή εδώ!
«Να χορεύουν οι λέξεις» πόσο τη μίσησε αυτή τη φράση τον μήνα που ακολούθησε, την αγαπημένη του καθηγητή της! Την επαναλάμβανε συνέχεια και αν οι λέξεις σε ένα διήγημα δεν χόρευαν όπως του άρεσε, έπρεπε να αλλάξεις όλο το χορευτικό! Οι προθεσμίες όμως έπρεπε να τηρούνται αυστηρά, ήταν υποχρεωμένη να του παραδώσει κάθε διήγημα που θα της ανέθετε στην ώρα του. Διόλου δεν τον ενδιέφερε αν οι αλλαγές που ζητούσε θα τις έκανε ξημερώματα, αν αναγκαζόταν να χάσει μια έξοδο με φίλους ή αν απλά είχε ανάγκη από ύπνο. Το περίμενε ότι θα ήταν απαιτητικός, ωστόσο η όλη κατάσταση ξεπερνούσε τα όρια της λογικής. Την έπαιρνε τηλέφωνο μέσα στη νύχτα με τη γνωστή φράση να στοιχειώνει ακόμα και τα όνειρά της πλέον. Οι φίλοι της είχαν παρατηρήσει πόσο κουρασμένη έδειχνε τελευταία και της το είχαν επισημάνει, αλλά πώς να τους εξηγήσει; Ήταν το τελευταίο μάθημα και έπρεπε πάση θυσία να το περάσει!
Αρχές Αυγούστου η Μαρία, συγκάτοικός της στην εστία, της ανακοίνωσε πως εφ’ όσον παρουσίασε την πτυχιακή, θα έφευγε για το νησί της. Την προσκάλεσε να πάει μαζί της για λίγες μέρες, θα τη φιλοξενούσε στο πατρικό της. «Άντε βρε Αλεξάνδρα να ξεσκάσεις κι εσύ λίγο! Όλη μέρα ή θα διαβάζεις ή θα γράφεις! Όλο τον Αύγουστο έτσι θα τον βγάλεις; Θα περάσουμε τέλεια, θα δεις!».
Την ενθουσίασε η ιδέα, τόσα χρόνια κάθε καλοκαίρι δούλευε, πού χρόνος και λεφτά για διακοπές; Το μόνο που έμενε, αφού ενημέρωσε τους γονείς της πως θα αργούσε να κατέβει για μια βδομάδα στο χωριό, ήταν να ενημερώσει τον καθηγητή της. Μια τελευταία συνάντηση είχε μείνει εξάλλου, αφού και όλοι οι υπόλοιποι της ομάδας θα έφευγαν τον Αύγουστο. Δευτέρα απόγευμα έφτασε στο γραφείο του, η σχολή ήσυχη και άδεια, όλοι είχαν αναχωρήσει για τις καλοκαιρινές τους αποδράσεις. Ήξερε πως εκείνον όμως θα τον έβρισκε στο γραφείο του, είχε να διορθώσει τα γραπτά παύλα εργασίες τους και ήταν πάντα τυπικός σε αυτό.
Το πρώτο χαστούκι την βρήκε εντελώς απροετοίμαστη, τα δυο επόμενα την εκσφενδόνισαν στο πάτωμα δίπλα στη πόρτα. Δεν καταλάβαινε τι συμβαίνει, απλά έβλεπε τον καθηγητή να ωρύεται κατακόκκινος από θυμό! «Παλιοκόριτσο! Πώς τολμάς; Διακοπές, ακούς εκεί! Με βλέπεις εμένα να διακοπάρω; Ένα τίποτα είσαι που του έδωσα αξία! Και όλα αυτά πώς νομίζεις ότι γράφονται; Αχάριστο παλιοθήλυκο!». Ούρλιαζε δείχνοντας τα ράφια του γραφείου που φιλοξενούσαν τα διηγήματά του. Μέσα στο σοκ της κατάφερε να ανοίξει τη πόρτα και να τρέξει στον διάδρομο πανικόβλητη. Σαν χαμένη έφτασε στο δωμάτιο των εστιών, ευτυχώς η Μαρία έλειπε σε μια έξοδο για καφέ, κουλουριάστηκε στο κρεβάτι και άρχισε να κλαίει.
Δυο ώρες μετά και αφού είχε μουσκέψει με δάκρυα το μαξιλάρι, σηκώθηκε και πήγε μέχρι το γραφείο της να καθίσει. Έπρεπε να σκεφτεί τι θα κάνει. Πρώτη σκέψη να μιλήσει, σε ποιόν όμως; Η πρυτανεία είχε κλείσει για καλοκαιρινές διακοπές και όλοι οι καθηγητές απουσίαζαν. Στην αστυνομία τότε, άλλα τι αποδείξεις είχε πραγματικά και τι ακριβώς θα τους έλεγε; «Ξέρετε, ο ψυχάκιας και σαδιστής καθηγητής μου, που με δική μου θέληση δέχτηκα να συμμετέχω στην ομάδα του, με χτύπησε»; Ωραία κατάθεση και ο λόγος της ενάντια στον δικό του. Αυτός ένας αναγνωρισμένος ακαδημαϊκός και συγγραφέας και αυτή μια φτωχή φοιτητριούλα που όλως τυχαίως πρέπει να περάσει το δικό του μάθημα για να αποφοιτήσει. Στους γονείς της ίσως, άλλα τι θα έκαναν κι αυτοί, μόνο θα τους στεναχωρούσε. Τόσες θυσίες είχαν κάνει οι άνθρωποι όλα αυτά τα χρόνια για να σπουδάσει, τώρα ήταν η δική της σειρά να θυσιάσει κάτι. Σεπτέμβρη θα έδινε το τελευταίο αυτό μάθημα και τέλος, ένας μήνας ήταν θα έκανε υπομονή. Σκούπισε τα μάτια της, που είχαν πάλι αρχίσει να δακρύζουν, έπρεπε να φαίνεται ήρεμη τώρα που θα επέστρεφε και η Μαρία σε λίγο. Είπε ψέματα στη φίλη της και στους γονείς της. Προφασίστηκε στη μια περίπτωση οικογενειακούς λόγους και στην άλλη τον φόρτο διαβάσματος μετά τις διακοπές με φίλους. Στην πραγματικότητα θα έμενε για όλο το υπόλοιπο καλοκαίρι στο δωμάτιο των εστιών, που θύμιζε πύρινη κόλαση, να γράφει διηγήματα και να διαβάζει για το τελευταίο της μάθημα.
Την Τετάρτη που ακολούθησε, δεν πήγε στην καθιερωμένη συνάντηση, αν και στη πραγματικότητα αυτό δεν θα άλλαζε κάτι, το ήξερε. Το βράδυ έλαβε μήνυμα από τον καθηγητή. “Το θέμα σου για την ερχόμενη εβδομάδα θα είναι η θάλασσα”. Ήθελε να ουρλιάξει: «Ποια θάλασσα βρε τρελάκια; Αυτή που ούτε με κιάλια δεν θα δω εξαιτίας σου;;;». Αντί για αυτό, τον ρώτησε απλά πώς θα τη προτιμούσε σαν σκηνικό για το διήγημα. “Όπως τη φαντάζεσαι Αλεξάνδρα, όπως ακριβώς τη φαντάζεσαι”. Εντάξει, προφανώς την κορόιδευε ο τύπος! Φανταζόταν μια φουρτουνιασμένη θάλασσα να πνίγει αυτό το μικρόψυχο ανθρωπάκι που εκμεταλλευόταν τους κόπους των φοιτητών του και τους εξανάγκαζε να γράφουν γι’ αυτόν με την απειλή να μην αποφοιτήσουν. Δεν θα του έκανε όμως το χατίρι, γι’ αυτό ξεκίνησε το διήγημά της με μια ηλιόλουστη παραλία.
Ο Σεπτέμβρης είχε φτάσει στα μέσα του και η Αλεξάνδρα χαρούμενη είχε στηθεί μαζί με άλλους συμφοιτητές της μπροστά στον πίνακα των βαθμολογιών. Ήταν τυχερή, γιατί το μάθημα το είχαν δώσει μία του μηνός και ο καθηγητής έβγαζε πάντα εγκαίρως τα αποτελέσματα. Τυχερή ή μάλλον έτσι νόμιζε, πάνιασε όταν είδε δίπλα στο όνομά της ένα ωραιότατο τέσσερα! Δεν ήταν δυνατόν, είχε μελετήσει τόσο πολύ το μάθημά του, που πλέον άνετα θα μπορούσε να το διδάξει η ίδια! Έτρεξε απευθείας στο γραφείο του για να ζητήσει εξηγήσεις, αν και τον λόγο τον ήξερε ήδη προφανώς. Όρμησε στο γραφείο χωρίς να χτυπήσει την πόρτα, δεν την ενδιέφεραν πλέον οι τυπικότητες.
Αυτός εκεί με ένα ειρωνικό χαμόγελο την υποδέχτηκε.
-Σε περίμενα Αλεξάνδρα, έχουμε δουλίτσα εδώ…
-Γιατί; Γιατί με έκοψες;
-Γιατί μπορείς και καλύτερα, όχι; Εξάλλου όπως σου είπα και πριν, έχουμε ακόμα δουλίτσα εδώ. Ο εκδοτικός οίκος περιμένει τα διηγήματα για την επόμενη έκδοση, συγκεντρώσου σε παρακαλώ.
Πετάχτηκε έξω από το γραφείο και σχεδόν τρέχοντας πήγε στην πρυτανεία, σειρά θα έπαιρνε το αστυνομικό τμήμα, δεν την ένοιαζε πλέον να είναι καλή και να συμβιβάζεται. Είχε κάθε δικαίωμα να ζητήσει επανεξέταση του γραπτού της και μάλιστα από άλλον καθηγητή, εφόσον θα υπήρχε η μήνυση. Δυο μήνες μετά, στην ορκωμοσία της, ποζάρει στη κάμερα του πατέρα της. Επέλεξε η ίδια αντί για το πτυχίο να κρατάει το πρωτοσέλιδο γνωστής εφημερίδας. Ο τίτλος έγραφε «Αποπομπή και προφυλάκιση γνωστού συγγραφέα και καθηγητή πανεπιστημίου μετά από καταγγελίες φοιτητών. Καπηλευόταν τα έργα τους με την απειλή ότι δε θα περνούσαν το μάθημά του».
-Κυρία Μανδουλίδου, σας παρακαλώ…
-Αλεξάνδρα παρακαλώ, σας είπα πως μπορείτε να μου μιλάτε στον ενικό, τόσες μέρες γνωριζόμαστε άλλωστε.
– Εντάξει Αλεξάνδρα όπως προτιμάς, ξέρουμε όμως και οι δυο πως τα πράγματα δεν έγιναν ακριβώς έτσι ή μάλλον δεν τελείωσαν έτσι όπως τα περιγράφεις. Μαχαιρώσατε τον καθηγητή σας με τον χαρτοκόπτη που είχε στο γραφείο του μέχρι θανάτου. Όπως η ίδια αναφέρατε, του καταφέρατε δέκα χτυπήματα, όση σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενά σας έπρεπε να είναι και η βαθμολογία στο τελευταίο σας γραπτό. Και επιτέλους σταματήστε να μιλάτε για τον εαυτό σας σε τρίτο πρόσωπο, κατάθεση δίνετε, δεν γράφετε διήγημα!
-Ναι, αλλά οι λέξεις πρέπει να χορεύουν σωστά και αν δε χορεύουν πολλά μπορεί να συμβούν…
Kolokufoula
