Οι 23 φαμίλιες

«Γειά, παπά! Τι γίνεται; Τι κάνουν τα κοπελάκια;»
«Καλά είναι τα μικρά, σε πέντε μέρες γυρνούν από την κατασκήνωση».
«Ηρέμησε μια ολιά το κεφάλι σου;»
«Δεν με ενοχλούν τα παιδιά, κυρ Δημήτρη. Άλλωστε έχω 23 από δαύτα», γέλασε.

23 κατοίκους είχε το μικρό ορεινό χωριουδάκι που ανέλαβε ο παπάς με την οικογένειά του. Είχε πολλά χρόνια να κάτσει εκεί ιερέας και οι χωριανοί είχαν ξεχάσει τι θα πει εκκλησία. Οι μισοί ήταν μαλωμένοι με τους γειτόνους και οι υπόλοιποι μισοί με τους συγγενείς τους. Οι παππούδες δεν μιλούσαν με τα εγγόνια τους και οι κόρες με τις μανάδες τους. Φαΐ ξέχασαν να μοιράζονται και καλό λόγο να χαρίζουν. Παραδόξως τον παπά τον συμπάθησαν όλοι και τον καλοδέχτηκαν, γιατί η καταγωγή της γυναίκας του ήταν από το διπλανό χωριό που κάποτε ήταν ένα με το δικό τους. Ήταν 31 ετών, γερός και δραστήριος, έπιαναν τα χέρια του και είχε όρεξη για δουλειά. Έστρωσε τον κήπο στο παλιό σπίτι που εγκαταστάθηκαν και σε ένα χρόνο αναστήθηκαν οι ξεραμένες τριανταφυλλιές. Διόρθωσε όσες ζημιές είχε το σπίτι και πλέον έστεκε λευκό και φωτεινό σαν κόσμημα στο χωριό. Ομόρφυνε ο τόπος! Αφού τελείωσε με το σπίτι και μπορούσε να μείνει η οικογένειά του, έκανε ό,τι μπορούσε και στις δύο μικρές εκκλησίες του χωριού, τον Αφέντη Χριστό και την Αγία Αναστασία, με την συμβολή των χωριανών. Γύρισε μετά και τα 23 σπίτια να τους γνωρίσει, να τους μιλήσει, να τους συνδράμει.

«Τι θα γίνει με τον δρόμο; Τι θα γίνει με το νερό; Τι θα γίνει με τον σύλλογο;» πολλά θέματα που ήθελαν να τους απαντήσει.

Όταν τα έλυσε όλα, γύρισε και εκείνος και ρώτησε. «Τι θα γίνει με την μάνα σου; Τι θα γίνει με τον μπάρμπα σου; Τι θα γίνει με τον ξάδερφό σου;», αλλά αυτά τα ερωτήματα ήθελαν να τα αφήσουν αναπάντητα. Δεν θα το έβαζε κάτω όμως. 23 όλα και όλα ήταν τα παιδιά του.

Την επόμενη Κυριακή βγαίνοντας από την Λειτουργία, οι χωριανοί βλέπουν έναν ζητιάνο να κάθεται στα σκαλιά και να τείνει το χέρι του με κατεβασμένο κεφάλι. Στάθηκαν όλοι από πάνω του και έκατσαν να τον κοιτάνε. Δεν μιλούσαν ούτε αυτοί, ούτε αυτός. Βγαίνει ο παπάς και του βάνει 5 ευρώ στο χέρι. Να τους πει να του δώσουν λεφτά δεν μπορούσε, γι’ αυτό έδωσε το παράδειγμα. Κάποιες γιαγιάδες έβγαλαν και έδωκαν μερικά νομίσματα, αλλά από ντροπή όχι από συμπόνια. Μετά μαζεύτηκαν πιο πέρα και έκαναν πηγαδάκια και κουτσομπολεύαν.

«Ποιος είσαι του λόγου σου;» ρώτησε ο πιο θαρραλέος μα ο ζητιάνος δεν σήκωσε τα μάτια του.
«Παπά, τι ξέτελα είναι αυτά; Τι ρεζιλίκια έξω από την εκκλησία μας;» τον πήραν πιο πέρα να διαμαρτυρηθούν.
«Να τον διώξω δεν μπορώ», ήταν κάθετος. «Σιμώστε κοντά του για να τον βοηθήσετε, να δώσετε μια αβάντα, όχι να τον κρίνετε. Δεν ξέρουμε τι έχει περάσει».

Εκείνο το απόγευμα, το καφενείο του χωριού μετατράπηκε σε κέντρο επιχειρήσεων. Μαζεύτηκαν και οι 23.

«Σωπάτε! Είπε ο παπάς να μην τον διώξουμε».
«Πώς ήρθε επαέ;»
«Το θέμα είναι, Θανάση, πώς θα φύγει;»
«Και τι θα κάνουμε ως τότε, σύντεκνε; Εμείς θα τον ταΐζουμε;»
«Ε, ας του πάω ένα κομμάτι πίτα, τότε. Ας είναι».
«Έλα στα συγκαλά σου! Είπαμε να τον διώξουμε, Κατίνα. Όχι, να τον ξεκάνουμε».
«Μια χαρά έχω τα λογικά μου! Αχρείε!», του γύρισε την πλάτη.
«Όταν σε τάιζε η μάνα της ξαδέρφης σου, καλά ήταν. Και δα την προσβάλεις!».
«Μπρε, για το φαΐ, θαρρείς της τα ‘χω μαζεμένα; Ή γιατί πήγε και έγραψε και το δικό μου το χωράφι στο όνομά της;»
«Λαλείς και εσύ, μωρέ, που δεν μου έχεις αφήσει πορτοκάλι για πορτοκάλι. Κλέφτη!»
«Άσε μας και εσύ, που τα κατσίκια σου έχουν μαγαρίσει όλο μου το μποστάνι!».
«Και εσένα ο αμπούρμπαδος ο κάτης σου μου έχει μαγαρίσει όλες τις γλάστρες!».
«Να τις αφήσεις ήσυχες τις γάτες μου, παράουρε!»
«Και αυτός ο παπάς μικρό κοπέλι. Ό,τι μας λέει θα το κάνουμε; Δεν τρως κουλούκι φλέμωνα, γαυγίζεις δε γαυγίζεις!»

Στεκόταν από έξω τόση ώρα και τους άκουγε. Δεν έκανε τον κόπο να μπει μέσα στο καφενείο. Άκουγε και αναστέναζε. Όταν τον παρατήρησαν, τότε έσπασαν την συνέλευση. Δεν έχανε όμως τις ελπίδες του.

Εκείνο το βράδυ, η κυρά Κατίνα όντως πήγε ένα κομμάτι τυρόπιτα στον ζητιάνο. Και έκαμε την αρχή. Του χάους. Από κόντρα και μόνο οι υπόλοιποι ζητούσαν να βοηθήσουν. Για να μπουν στο μάτι των συγγενών τους. Ρούχα, παπούτσια, δουλειά, βρέθηκαν σε μια ώρα μέσα. Ο παπάς τον πήρε σπίτι να μπανιαριστεί και να ξυριστεί. Ο διαγωνισμός μετέτρεψε τον ζητιάνο σε μια αξιοπρεπή παρουσία στο χωριό. Μέσα σε πέντε κιόλας μέρες τον είχαν βάλει στην καρδιά τους! Και ήταν περήφανοι για το κατόρθωμά τους! Όσο τον γνώριζαν και τον άκουγαν να λέει τις ιστορίες του από τα καράβια, τόσο τον συμπαθούσαν. Τους ταξίδευαν ως τα πέρατα του κόσμου, σε μέρη που ποτέ δεν θα πήγαιναν και σε μέρη που δεν ήξεραν ότι υπήρχαν. Όπως αυτό το μέρος μέσα στην καρδιά που φωλιάζει η ειρήνη και η συμφιλίωση. Ή εκείνο το μέρος μέσα στην ψυχή που κοιμάται η αγάπη.

«Θείε! Θείε!» φώναξαν τα μικρά του παπά που γύρισαν από την κατασκήνωση και έπεσαν στην αγκαλιά του.
«Μα, κουνιάδος σου είναι;» έμειναν εμβρόντητοι οι χωριανοί και η παπαδιά που ήταν και αυτή στο κόλπο, αγκάλιασε επιτέλους τον αδερφό της μπροστά τους.
«Ναι. Και τώρα όπως τα καταφέρατε και τα βρήκατε με τον ξένο, θα τα βρείτε και με τις οικογένειές σας».
«Μας την έφερες!»

Κοίταξαν ο ένας τον άλλον με καθαρά μάτια πια και είδαν τι είχαν κάνει. Ξεπάτωσαν το αγκάθι του εγωισμού που μάτωνε την καρδιά τους τόσα χρόνια. Χωρίς αυτόν, η ψυχή έχει τον χώρο που χρειάζεται για να ζει μέσα η αληθινή αγάπη. Και έτσι, σε εκείνο το μικρό χωριό των 23 κατοίκων, αγκάλιασαν ξανά οι παππούδες τα εγγόνια τους και οι κόρες τις μανάδες τους.

CC

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading