Το σώμα που δεν ήταν δικό μου

Η 30η Ιουλίου, έχει θεσπιστεί ως Παγκόσμια Ημέρα Κατά της Εμπορίας Ανθρώπων, με στόχο την αφύπνιση όλων μας αναφορικά με την κατάσταση των θυμάτων της εμπορίας ανθρώπων και την προώθηση και προστασία των δικαιωμάτων τους.
Η ιστορία αυτή, είναι αφιερωμένη ακριβώς σ’ αυτούς τους ανθρώπους… και περιέχει περιγραφές που μπορεί να ενοχλήσουν.

Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς άρχισα να τη φοβάμαι. Ίσως να ήταν όταν με κοίταξε με εκείνο το βλέμμα. Το βλέμμα που δεν είναι ούτε θυμός ούτε στενοχώρια. Είναι κάτι πιο βαρύ. Το βλέμμα του “σε βλέπω αλλά δεν είσαι πια άνθρωπος για μένα”. Και ήταν η μητέρα μου.
Η μητέρα μου. Η γυναίκα που κάποτε με έπαιρνε αγκαλιά τις νύχτες που είχα πυρετό. Που μου τραγουδούσε με σπασμένη φωνή γιατί ήταν κουρασμένη από τη δουλειά, αλλά δεν της καιγόταν καρφί. Ήταν εκεί. Ή έτσι νόμιζα.

Ήμουν έξι χρονών όταν τη θυμάμαι πρώτη φορά να σπάει πράγματα στον τοίχο. Ο παππούς μόλις είχε πεθάνει και είχε επιστρέψει από την κηδεία με τα μάτια κατακόκκινα. Εγώ της είπα πως πεινούσα. Και τότε, για πρώτη φορά, μου φώναξε. Ήταν η πρώτη φορά που κάτι ράγισε μέσα μου.
Από τότε άρχισαν όλα να θολώνουν. Ο πατέρας είχε φύγει από καιρό, κι εμείς παλεύαμε να κρατηθούμε. Εκείνη έπλενε σκάλες, δούλευε περιστασιακά σε σπίτια, κάποιες φορές έλειπε μέρες. Δεν ρωτούσα πού πήγαινε. Επέστρεφε με πληγωμένα χέρια και ένα πρόσωπο ρυτιδιασμένο και θαμπό. Σαν να της ρουφούσαν τη ζωή μέρα με τη μέρα.
Μέχρι που στα δώδεκά μου, μου είπε πως θα πάμε “μια εκδρομή”. Είχα ενθουσιαστεί. Πρώτη φορά θα φεύγαμε από τη γειτονιά μας. Μπήκαμε σε ένα βαν μαζί με άλλες γυναίκες και κορίτσια. Μερικές είχαν κλάψει τόσο που τα πρόσωπά τους έμοιαζαν αλλοιωμένα. Άλλες, σαν εμένα, απλώς κοιτούσαν έξω από το παράθυρο χωρίς να ξέρουν τι ακριβώς να νιώσουν. Η μητέρα καθόταν μπροστά, δίπλα στον οδηγό. Δεν γύρισε ούτε μια φορά να με κοιτάξει.

Φτάσαμε σ’ ένα παλιό εργοστάσιο έξω από την πόλη. Ήταν νύχτα. Μια γυναίκα με τατουάζ στα χέρια μάς έβαλε στη σειρά και μας έδωσε ρούχα. Μου είπε να μη μιλάω. “Εδώ δεν είσαι παιδί”, είπε. “Εδώ είσαι κάτι που μας κοστίζει και πρέπει να μας ξεπληρώσεις”.

Οι μέρες μετά την άφιξη ήταν όλες ίδιες. Δεν είχε πια πρωί ή βράδυ, ήλιος ή φεγγάρι. Μόνο ένα υπόγειο δωμάτιο, χωρίς παράθυρα, με έναν γυμνό σωλήνα που έσταζε στον τοίχο.
Μας ξυπνούσαν με θόρυβο. Με παλαμάκια, με κλωτσιές στην πόρτα, με φωνές. Μας πήγαιναν σε ένα άλλο δωμάτιο, με έναν μεγάλο καθρέφτη στον τοίχο. Πίσω του, ήξερα, μας παρακολουθούσαν.
– Σήκω, μίλησε, περπάτα, χαμογέλα, έλεγε η Μίρα, η γυναίκα με τα τατουάζ.
Ήταν σκληρή. Φορούσε πάντα γάντια, παλιά στρατιωτικά μποτάκια και δεν κοίταζε ποτέ κανέναν στα μάτια. Μας έλεγε πως είμαστε “προϊόν”. Πως το σώμα μας δεν μας ανήκει.
– Δεν έχεις σώμα. Έχεις τιμή. Όσο πιο υπάκουη, τόσο πιο ακριβή.

Μια φορά την ρώτησε η Ρόζα, μια δεκατριάχρονη από τη Βουλγαρία:
– Και το σώμα μας;
Η Μίρα τη χτύπησε στο πρόσωπο. Όχι με λύσσα, μα με ηρεμία. Ήξερε πού να χτυπάει.
– Το σώμα σου το ξεπούλησε η μάνα σου. Τώρα είναι αργά για ερωτήσεις.

Μας μάθαιναν να στεκόμαστε με συγκεκριμένο τρόπο. Με τα πόδια λίγο ανοιχτά, τα χέρια κάτω, το κεφάλι ελαφρώς σκυμμένο, σαν να ντρεπόμαστε — αλλά όχι πολύ. Ποτέ πολύ. Να φαίνεται… “προκλητικό”, μας έλεγαν.
Μας δίδασκαν τι να λέμε και τι όχι. Όταν κάποιος σε ρωτάει την ηλικία σου, λες “είμαι μικρή αλλά μαθαίνω”. Όταν σου λέει ότι είσαι όμορφη, δεν απαντάς “ευχαριστώ” αλλά “θες να σου δείξω κι άλλα;”.
Δεν το καταλάβαινα στην αρχή. Μετά, άρχισα να το κάνω μηχανικά. Όχι γιατί ήθελα. Αλλά γιατί δεν άντεχα άλλο το ξύλο και την πείνα.

Μας έβαζαν να δούμε βίντεο. Όχι ταινίες. Ήταν κορίτσια σαν κι εμάς. Που έκαναν αυτά που θα κάναμε κι εμείς. Και στο τέλος χαμογελούσαν. Όχι με το στόμα. Με τα μάτια. Αλλά ήταν ψεύτικο. Το ένιωθες. Ήταν βλέμματα που είχαν σβήσει.
Η Μίρα έλεγε:
– Αν δεν μπορείτε να το κάνετε, δεν θα πληρωθείτε. Ο μισθός σας είναι το φαΐ σας. Απλό.

Η πείνα… ήταν εφιάλτης. Δεν φαντάζεσαι τι κάνεις για μια μπουκιά ψωμί. Θυμάμαι τη Λέιλα, που έγλυφε τα πιάτα των άλλων. Ήταν τιμωρία και ήταν η τρίτη μέρα χωρίς φαγητό για εκείνη. Εκείνη την μέρα την είδα να σκύβει να γλείψει ένα κομμάτι πατάτα που έπεσε στο πάτωμα από τη Μίρα. Η Μίρα κατάλαβε έγκαιρα τι ήθελε να κάνει η Λέιλα και πάτησε την πατάτα με την μπότα της λιώνοντάς την και κάνοντας την ένα με το πάτωμα. Η Λέιλα όμως πεινούσε και με όση δύναμη της είχε μείνει μέσα της έσκυψε και έγλειψε από το πάτωμα το λασπωμένο κομμάτι πατάτας. Εκείνη τη στιγμή ένιωσα ότι κάτι σάπισε μέσα μου. Όχι στο σώμα. Στην ψυχή.

Πέρασαν μέρες, μετά εβδομάδες. Δεν είχα όνομα πια. Ήμουν “το μικρό”, “η σιωπηλή”, “η καινούρια”. Ένας άντρας με ουλές στο πρόσωπο μου έμαθε πώς να χαμογελάω, πώς να γέρνω το κεφάλι όταν με ρωτάνε κάτι. Πώς να μην απαντάω. Πώς να αντέχω. Ήταν το σχολείο μου πια. Τον έλεγαν «Νονό» χαϊδευτικά.

Κάποιες από τις άλλες κοπέλες δεν τα κατάφερναν. Μια μέρα βρήκα την Αμίρα στο πάτωμα. Ήταν δεκατριών. Δεν ανέπνεε. Κανείς δεν είπε τίποτα. Την έσυραν έξω και απλώς… την ξεχάσαμε.
Κι εγώ; Εγώ έμαθα. Να μην κοιτάζω. Να υπακούω. Να μετράω τις μέρες με σημάδια στον τοίχο και να ελπίζω πως κάποιος, κάπου, θα με θυμηθεί.

Ο «Νονός» ερχόταν κάθε Πέμπτη, διάλεγε τρία ή τέσσερα κορίτσια και τα έπαιρνε μαζί του. Γυρνούσαν μετά από μέρες. Κάποιες δεν γύριζαν καθόλου. Εμένα άργησε να έρθει η σειρά μου.

Όταν με διάλεξε, η Μίρα μου είπε:
– Χαμογέλα και κάνε ό,τι σου λέει. Είναι καλός μαζί σου όταν είσαι ήσυχη. Μη μιλάς. Σκύψε το κεφάλι.
Δεν ήξερα τι ακριβώς με περίμενε. Αλλά κατάλαβα από το βλέμμα των άλλων. Κάποιες με κοίταξαν λες και με αποχαιρετούσαν για πάντα. Η Σόφι μου έδωσε ένα μικρό φυλαχτό. Ένα κομμάτι χαρτί διπλωμένο, που έγραφε «Κράτα γερά. Δεν θα κρατήσει για πάντα».

Στο αυτοκίνητο ο Νονός δεν μίλησε πολύ. Μου είπε μόνο:
– Πρέπει να δείξεις καλή συμπεριφορά και να μας φέρεις κέρδος. Αλλιώς… πίσω σε στέλνουμε με άλλα μέσα.

Το μέρος ήταν καθαρό. Σαν ξενοδοχείο. Με καθρέφτες, λευκά σεντόνια, σαπούνια με άρωμα. Ήταν παγίδα. Τίποτα δεν ήταν αληθινό. Όλα εκεί μέσα είχαν τιμή. Ακόμα και το χαμόγελο. Ακόμα και το βλέμμα.

Όταν τελείωσε, με άφησε μόνη. Κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη. Ήμουν γυμνή, γεμάτη μελανιές. Δεν έκλαψα. Ένιωθα σαν να είχα φύγει από μέσα μου. Σαν να με κοίταζα απ’ έξω. Σαν να ήμουν κάποια άλλη.
Όταν γύρισα πίσω, η Μίρα μού έδωσε ένα κομμάτι ψωμί και μια ντομάτα.
– Έκανες καλή δουλειά και αυτό είναι η αμοιβή σου. Φάε και φύγε γρήγορα!
Δεν της απάντησα. Αλλά ήξερα: δεν ήμουν πια η ίδια.

Μου πήρε καιρό να το αποδεχτώ. Ήμουν απλώς ένα κορίτσι που η μητέρα της την πούλησε. Και μέσα σε λίγες εβδομάδες, έπαψα να φοβάμαι το θάνατο. Φοβόμουν μόνο τη ζωή εκεί μέσα. Το να ξαναζείς το ίδιο βάσανο ξανά και ξανά. Το να συνεχίζεις να αναπνέεις και κάθε ανάσα να είναι ένα βάρος.

Η εκπαίδευση κράτησε έξι μήνες. Δεν ήταν τάξη. Ήταν σιωπή, βία, απειλές, πείνα, σεxουαλikh βία, διαταγές, ντροπή. Ήταν οι ήχοι των άλλων το βράδυ. Τα κλάματα πίσω από τις κουβέρτες. Οι κομμένες φωνές, που σταματούσαν απότομα. Ήταν η απουσία ελπίδας. Δύο φορές ξύπνησα το πρωί και ήμασταν μια λιγότερη από ότι το βράδυ. Είχε γίνει συνήθεια πια να πεθαίνουν τα κορίτσια δίπλα μας δεξιά και αριστερά.
Κι όμως, κάπου βαθιά μέσα μου, υπήρχε μια φωνή που έλεγε: «Θα σωθείς. Μείνε ζωντανή».
Δεν ξέρω από πού ερχόταν εκείνη η φωνή. Ίσως από το κομμάτι μου που η Μίρα δεν κατάφερε να σκοτώσει.
Ίσως από το γράμμα της Σόφι, που κρυφά έκρυβα κάτω απ’ το στρώμα μου:
“Δεν θα κρατήσει για πάντα. Κράτα γερά.”

Ένα βράδυ άκουσα την πόρτα να ανοίγει απότομα. Φωνές. Άντρες με στολές. Η γυναίκα με τα τατουάζ προσπάθησε να το σκάσει. Τη σταμάτησαν. Μας έβαλαν σε κουβέρτες, μας έδωσαν νερό. Ρώτησαν ονόματα. Δεν θυμόμουν το δικό μου. Το είχα ξεχάσει. Τους κοίταξα και είπα: «Εκείνη με έφερε». Και έδειξα τη μητέρα μου, που καθόταν σε μια γωνία, με τα χέρια πίσω από την πλάτη, δεμένα.

Είμαι δεκαπέντε χρονών τώρα.
Και θέλω να μιλήσω. Να πω τι μου συνέβη. Να προλάβω άλλες σαν εμένα.
Να πω πως το εμπόριο ανθρώπων δεν έχει μόνο ξένους με όπλα. Έχει και μητέρες. Και πατεράδες. Και γείτονες. Κι ανθρώπους που σε κοιτάνε με βλέμμα βαρύ.
Αλλά εγώ είμαι εδώ.
Και μιλάω.

Αλεξάνδρα Καραφώτη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading