«Πουλύ μεγάλ’ χαρά μου ‘δώκες αστρί μου, που ‘ρθες! Αχ να ‘ξεύρες τι χαρά μ’ δώκες! Έλεγ’ ότι θα φύγω και δε θα σε ιδώ!»
«Τι λες, βρε γιαγιά, που θα φύγεις! Τις γλάστρες σου δεν τις σκέφτηκες; Ποιος θα τις ποτίζει; Η μαμά;»
Η ηλικιωμένη γυναίκα έριξε ένα λοξό υποτιμητικό βλέμμα κατά την κόρη της και άπλωσε τα χέρια της κατά τον εγγονό της.
«Αχ φως μου! Έλα μωρέ να σ’ αγκαλιάσω πάλ’ να ιδω ότι είσαι αληθνός… Γιατί τελευταία του μυαλό μου μ’ κάν’ πουλλά παιχνίδια!». Ο Μίλτος έσφιξε πάνω του το λιανό κορμί της ηλικιωμένης γυναίκας κι έκλεισε τα μάτια του. Η χαρακτηριστική γλυκερή μυρωδιά που λάτρευε από παιδί τον πλημμύρισε, ανακατεμένη με μια οσμή οινοπνεύματος και φαρμακίλας. Χάιδεψε τα απαλά μπαμπακένια μαλλιά και ξαφνικά ένιωσε να του φεύγει όλη αυτή η συσσωρευμένη ένταση των τελευταίων χρόνων. Γύρισε σπίτι. Εκεί που τον νοιάζονται και τον αγαπάνε δίχως όρια, ό,τι και αν έκανε, όποιος και αν ήταν. Εκεί που δεν του χάλασαν ποτέ χατήρι κι ένιωθε ασφαλής και ελεύθερος να είναι ο εαυτός του, μετά από τόσο καιρό…
Αχ, πόσο του έλειψε το χωριό του. Ώσπου να πάει στη δευτέρα Λυκείου, κάθε καλοκαίρι, τη μέρα που έκλειναν τα σχολεία, η μάνα του τον έβαζε στο λεωφορείο και τον έστελνε να ξεκαλοκαιριάσει με τη γιαγιά του στο χωριό. Μα έπειτα τα φροντιστήρια, οι παρέες, οι δουλειές,… Πόσα χρόνια είχε να έρθει; αναρωτήθηκε σαν κατάφερε να ξεκολλήσει από τη σφιχτή αγκαλιά της βάβας του. Πλησίασε το παράθυρο με τις πλεκτές με βελονάκι κουρτίνες, από τα χέρια της γιαγιάς του, που έδειχναν δύο στρουμπουλούς ερωτιδείς, τις παραμέρισε μαλακά και άνοιξε το παράθυρο. Έπειτα πήρε να ρουφά με αγαλλίαση την αψιά μυρωδιά του βασιλικού, την ανακατεμένη με αγιόκλημα και τη μυρωδιά από ζώα καθώς άφηνε το βλέμμα του να πλανηθεί στις παλιωμένες στέγες, τις φανταχτερές βουκαμβίλιες, τις χρυσωμένες πλαγιές και τη λουλακί θάλασσα με τις λευκές γιρλάντες της, που απλώνονταν στα ριζά του λόφου που πάνω του ήταν αραδιασμένα τα πέτρινα σπιτάκια. Δε φαινόταν να έχει αλλάξει τίποτα, παρόλα τα χρόνια που πέρασαν, σκέφτηκε ευχαριστημένος.
«Μίλτο, παιδί μου, δεν πετάγεσαι μέχρι το φαρμακείο, να πάρεις το φάρμακο, προτού κλείσει;» εκόψε τις σκέψεις η μητέρα του.
«Άστον, κόρη μ’, να ξεκουραστεί, ακόμη δεν ήρθ’ ο λεβέντης μ’. Κι απέ, του καλύτερο φάρμακο πήρα ιγώ σήμερα!» είπε η γιαγιά του. Ο Μίλτος χάιδεψε με το βλέμμα τη μικρή αδύναμη φιγούρα και χύθηκε στην αγκαλιά της ακόμη μία φορά.
Με δυσκολία κατάφερε να την αφήσει για να πάει ως το φαρμακείο. Πήρε να κατηφορίζει να στενωπά στριφογυριστά καλντερίμια ως το λιμάνι, με ζωηρό βήμα και βλέμμα ονειροπόλο. Να εδώ είναι που σαβουριάστηκα με το ποδήλατό μου και κόντεψε να τρελαθεί η γιαγιά μου σαν με είδε καταγρατσουνισμένο και γεμάτο αίματα, σκεφτόταν ο Μίλτος. Κι αυτό είναι το σπίτι του Ανδρέα, που στο κατώφλι του παίζαμε με τα χαρτάκια. Να και το σπίτι του Νίκου, με την ενοχλητική αδερφή, που ποτέ δεν μου επέστρεψε τα Αστερίξ που του ‘χα δανείσει. Και εδώ το σπίτι του Βαγγέλη, του κολλητού του, με τη μεγάλη κληματαριά, που πρώτος από όλους τον υποδέχτηκε μόλις ήρθε…
Σαν αγόρασε το φάρμακο, πήρε τον πιο μακρινό δρόμο για να επιστρέψει και ανέβηκε ως το σημείο με τις πεζούλες, απ’ όπου μπορούσες να δεις όλο το χωριό και τον γύρω τόπο. Εδώ, σε αυτές τις πεζούλες, φιλήθηκε για πρώτη φορά στα δεκατέσσερά του. Η Ντιάνα, μια ζουμερή ελληνοαμερικάνα, κάνα δυο χρόνια μεγαλύτερή του είχε έρθει για διακοπές και να δει τους παππούδες της, εκείνη τη χρονιά. Θυμήθηκε το καρδιοχτύπι του, καθώς τα ακροδάκτυλά του ψηλάφιζαν απαλά κάτω από τη λεπτή μπλούζα το μαλακό της δέρμα… και ανέβαιναν, κι όλο ανέβαιναν, ώσπου έφτασαν στο στήθος της. Κι είχε ένα στήθος η Ντιάνα… σαν σφιχτό μήλο!
«Κοίτα που πέσαμε σε γνωστές φυσιογνωμίες! Τι έγινε, κατρουλή, πού χάθηκες τόσο καιρό;» ακούστηκε ξαφνικά μια φωνή από το πλάι του. Ο Μίλτος ανέστρεψε το βλέμμα του και ξεφύσηξε ενοχλημένος, κάνοντας το τσουλούφι στο μέτωπό του να κλυδωνιστεί χαριτωμένα, χωρίς να γυρίσει κατά τη μεριά που ακούστηκε η φωνή.
«Κι εσύ εδώ, τσούχτρα;» είπε, φανερά ενοχλημένος, κι ανοίγοντας το στόμα του να συνεχίσει το “στόλισμα”, έριξε ένα λοξό εκνευρισμένο βλέμμα προς τη φωνή. Μόνο που κανένας ήχος δε βγήκε ποτέ από το στόμα του, το σαγόνι του χαλάρωσε από το ξάφνιασμα και το στόμα του άνοιξε διάπλατα αντικρίζοντας κατάματα τη Λήδα.
«Χμ, Δεν έχεις αλλάξει καθόλου… Έχεις ακόμη αυτό το ηλίθιο… βοϊδίσιο, θα έλεγα, βλέμμα…», είπε εκείνη χαμογελώντας κοροϊδευτικά. «Κλείσ’ το, θα μπει καμιά μύγα!» τον παρότρυνε και πίεσε με το ακροδάκτυλό της το σαγόνι του, στέλνοντας ηλεκτρισμό στο κορμί του. Εκείνος ασυναίσθητα έσφιξε το στόμα του κι έκανε μια χαριτωμένη γκριμάτσα, σουφρώνοντας τα χείλη του.
«Τα έμαθα για τη γιαγιά σου… Είναι καλύτερα τώρα;» τον ρώτησε με έγνοια η Λήδα, σαν να μην είχε περάσει ούτε μια μέρα από τότε που είχαν να βρεθούν, καθώς στάθηκε απέναντί του.
«Ναι, καλύτερα…» κατάφερε να ψελλίσει έπειτα από λίγο ο Μίλτος, που δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του πάνω από αυτό το χαριτωμένο αναψοκοκκινισμενο πρόσωπο, με τα μεγάλα κανελιά μάτια, τα ζουμερά χείλη και τα ατίθασα σπαστά καστανά μαλλιά που χόρευαν μαλακά στο ελαφρύ αεράκι. Εκείνη τον κάρφωσε με το βλέμμα της, όπως έκανε όταν ήταν μικρή και χαμογέλασε. Μια λαχανιασμένη φωνή ακούστηκε πίσω της να την καλεί.
«Μιχάλη, έλα να σου συστήσω τον…» έμοιασε να κόλλησε για λίγο στα χείλη της το ν και τα μάτια της ανοιγόκλεισαν χαριτωμένα κοιτώντας ακόμη τον Μίλτο.
«Μίλτος, χάρηκα…», είπε εκείνος νευρικά κατορθώνοντας να τραβήξει το βλέμμα του από τα μάτια της και να προτάξει το χέρι του στον νεαρό μελαχρινό άντρα με τα μεγάλα πράσινα μάτια ρίχνοντάς της μία προειδοποιητική ματιά.
«Α, ναι! Μίλτο! Σε φωνάζω τόσα χρόνια με το παρατσούκλι σου που ξέχασα τ’ όνομά σου!» χασκογέλασε κοροϊδευτικά η Λήδα.
«Αχ, σ’ ευχαριστώ καρδερίνι μ’, αλλά τόσες ώρες είσ’ κλεισμένος ιδώ μέσα. Δε χρειάζ’τ’! Τόσο κιρό έχς να ‘ρθεις στου χωριό, γιάντα δεν πας καμιά βόλτα; Να ιδείς τους φίλους σου; Ποιοι έχουν έρθουν;» έστρεψε το ερωτηματικό βλέμμα της η ηλικιωμένη γυναίκα κατά την κόρη της.
«Έχουν έρθει αρκετοί», έκανε εκείνη χαμογελώντας «Πλησιάζει και το πανηγύρι. Α, και χθες ήρθε και η αδερφή του Νίκου που είχε χρόνια να έρθει. Τη θυμάσαι, εκείνη την τσιλιβίθρα, την… πώς τη φώναζες;»
«Τσούχτρα», έκανε κακόκεφα ο Μίλτος και απέφυγε το βλέμμα της.
«Ναι, τσούχτρα! Όλο τσακωνόσασταν με δαύτη…»
«Αμ δεν ήταν τσούπα αυτή, σουστός αντάρτης ήταν!» έκανε η γιαγιά του, για να τον σιγοντάρει. «Να παίζει μι τα πιδιά ολημερίς σαν αγορ’. Θ’μάστει τα δίδυμα τσι Φώτως, που την ακλουθούσαν σαν μαγεμένα όπου κι αν πήγαινε;» Ο Μίλτος και η μάνα του έγνεψαν θετικά.
«Φέτος ήρθε με τον γαμπρό, έμαθα». πρόσθεσε η γιαγιά.
«Ήθελα να ήξερα, πού τα ξέρεις όλα, ενώ είσαι ολημερίς κλεισμένη εδώ μέσα!» την πείραξε ο Μίλτος.
«Μου τα λέν’ κάτι πουλάκια!» είπε εκείνη ναζιάρικα.
«Και τι πουλιά! Καλοθρεμμένες καρακάξες, η κυρά Μέλπω και η Ασήμω!» είπε η μάνα του κι έσκασαν στα γέλια.
Ο Μίλτος κοίταξε έξω από το παράθυρο κακόκεφα. Από τη συνάντηση με την τσούχτρα δεν μπορούσε να ηρεμήσει. Πώς τα κατάφερνε αυτό το σαμιαμίδι και του χάλαγε ακόμη το κέφι; σκεφτόταν και πρόσθεσε ασυναίσθητα φωναχτά: «Έπρεπε να την κάνω μαύρη από το ξύλο, τότε!». Ο Μίλτος δαγκώθηκε, καθώς κοίταξε ξαφνιασμένος από τη φωνή του γύρω του στο άδειο δωμάτιο. Εξαιτίας της, για χρόνια του ‘χε κολλήσει το παρατσούκλι ‘κατρουλής’ στο χωριό. Και τώρα πάλι, έτσι τον φώναξε. Δαγκώθηκε με λύσσα. Και του είπε και ότι κοιτά με βοϊδίσιο βλέμμα! Ποιος; Αυτός!
Ο Μίλτος πήγε και στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη. Τα αμυγδαλωτά καστανά μάτια του έβγαζαν φωτιές. Είχε θυμώσει για τα καλά τώρα με την τσούχτρα. Πού το είδε το βοϊδίσιο βλέμμα; Μου λές; Αυτός, ένας αριστούχος της Παντείου, που ήδη είχε γίνει τμηματάρχης στην εταιρεία του; Που διαφεντεύει τόσους ανθρώπους, να του πει, αυτή, ότι έχει βοϊδίσιο βλέμμα! Δεν κοιτά το βόδι καλύτερα που έσερνε μαζί της! Ακούς εκεί! Κι όταν φύγανε, τους άκουσε να γελούν. Σίγουρα εις βάρος του γελούσαν. Θα του ‘πε ότι τον έλεγε κατρουλή! Τέλος, έπρεπε να την έχω δείρει περισσότερο! σκέφτηκε και κοίταξε την παλάμη του. Ήταν τη μέρα που τον έπιασε να χαμουρεύεται με την Ντιάνα. Δε φτάνει που του το χάλασε, άρχισε μ’ εκείνη την τσιριχτή φωνή να τον κοροϊδεύει και να τους απειλεί ότι θα τους κάνει βούκινο σε όλο το χωριό. Έ δεν άντεξε κι αυτός! Άρπαξε τη μισοριξιά και τις έδωσε δύο τρεις στον πισινό! Και τι πισινό, ωραίο καλογραμμένο… ξεστράτισε η σκέψη του. Κοίτα, ρε, πισινό που απέκτησε η τσιλιβίθρω! Και εδώ που τα λέμε, και πισινό και στήθος πλούσιο και κάτι καλοσχηματισμένα μακριά ποδαράκια, και ζουμερά χειλάκια… φρίμαξε στη σκέψη ο Μίλτος.
«Αντί να ξεφυσάς, δεν πας καμιά βόλτα;», ακούστηκε η μάνα του από το διπλανό δωμάτιο. «Καλύτερα είναι η γιαγιά…» πρόσθεσε.
Εκείνος χωρίς να το πολυσκεφτεί, άνοιξε την πόρτα κι έφυγε. Πήρε να περπατά στα γνώριμα δρομάκια, χαιρετώντας τους συγχωριανούς, πιάνοντας κουβέντα και ρουφώντας τη μυρωδιά του νυχτολούλουδου, που πήρε να ανοίγει τα σφιχτοκλεισμένα μπουμπούκια του καθώς έπεφτε το σκοτάδι. Ώσπου κατέληξε να πίνει μπύρες στο καφενείο του λιμανιού. Παρόλο που περνούσε καλά, συχνά πυκνά έπιανε τον εαυτό του να είναι ανήσυχος κι όλο να κοιτά γύρω του, σαν κάτι να περίμενε.
«Τελικά, τι θα κάνουμε;»
«Θα πάμε στο λιμάνι για αρχή και βλέπουμε…» έκανε ψυχρά η Λήδα.
«Μπορείς να μου πεις τι έπαθες;»
«Τι έπαθα;» σκλήρισε εκείνη, κι εκνευρισμένη πέταξε το κοκαλάκι, που τόση ώρα προσπαθούσε να βάλει στα μαλλιά της στην άλλη άκρη του δωματίου. Από την ώρα που έπεσε πάνω στον Μίλτο, είχε τρομερό εκνευρισμό και δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί σε τίποτα.
«Τίποτα δεν έπαθες, το βλέπω!» είπε ο Μιχάλης και το σήκωσε κοιτώντας τη ειρωνικά. «Κάτσε κάτω να σου φτιάξω τα μαλλιά! Που η σφουγγαρίστρα, καλύτερη είναι!» την πρόσταξε. Η Λήδα ξεφύσηξε εκνευρισμένη και τράβηξε μια καρέκλα, την έστριψε ανάποδα και κάθισε. «Πώς κάθεσαι έτσι μάνα μ’! Δεν είπαμε λίγο πιο… θηλυκά;»
«Άσε με, ρε Μάικ! Γιατί α!» έκοψε την κουβέντα εκείνη.
«Καλά, δε μιλώ άλλο, αλλά το καινούργιο λευκό φόρεμα θα βάλεις, και δε δέχομαι κουβέντα!». Η Λήδα τον κοίταξε αμφίσημα. «Δεν είπαμε να μην ανησυχείς; Αφού θα είμαι εγώ δίπλα σου!» της είπε τρυφερά και τη φίλησε στο κεφάλι. «Άλλωστε, ο τόπος είναι μικρός. Αν έρθει, που δεν το πιστεύω, θα το μάθουμε. Και αυτήν τη φορά, δε θα τη γλιτώσει το κάθαρμα!»
«Πώς έμπλεξα έτσι, ρε γαμώτο!» ξεφύσηξε εκνευρισμένη η Λήδα.
«Να σου πω… πολύ δεν ασχολιόμαστε με τον μαλaka τον πρώην σου; Είμαστε χιλιόμετρα μακριά, κοντά στους φίλους σου, και ήρθαμε να περάσουμε καλά! Κι αυτό θα κάνουμε!» Η Λήδα του έγνεψε θετικά και, αποφασιστικά έβγαλε το κοντό λευκό φόρεμα από τη βαλίτσα της και το φόρεσε.
«Θεά!» αναφώνησε ο Μιχάλης σπάζοντας τη φωνή.
«Μάικ, κανόνισε να προδοθούμε!» τον επέπληξε εκείνη.
«Ναι, με συγχωρείς ξεχάστηκα, φιλενάδα!» έκανε εκείνος ναζιάρικα και η Λήδα ανέστρεψε το βλέμμα της.
«Άντρας, άντρας, μην ανησυχείς τόσα χρόνια προσποιούμαι τον άντρα! Για λίγες μέρες δε θα τα καταφέρω;» έκανε εκείνος καθυσηχαστικά και η Λήδα έσκασε στα γέλια με το ύφος του.
«Αχ μωρέ Μιχάλη, δεν έπρεπε να σε μπλέξω, αλλά βλέπεις μ’ έπρηξαν οι παππούδες μου. Πότε θα μας γνωρίσεις τον γαμπρό; Που σαν ηλίθια τον θεωρούσα και κελεπούρι! Και η μάνα μου είχε αυτήν την “φαεινή ιδέα”, για να τους ηρεμήσουμε. Γιατί, τι να τους πω; Ότι εκεί που επιτέλους χάρηκαν όταν τους ανακοίνωσα ότι βγαίνω με κάποιον, τελικα αυτός ήταν ένας ψευταράς, παντρεμένος με τρία παιδιά, που με είχε φλομώσει στο ψέμα; Ή ότι, από τότε που τα έμαθα και του έδωσα τον πούλο, δε με αφήνει σε ησυχία ο κρύπουλας;»
«Έλα, έλα! Δεν τα σκεφτόμαστε αυτά είπαμε! Πάμε να διασκεδάσουμε, αγάπη μου!» της είπε κάνοντας τη φωνή του βαθιά και αισθησιακή, καθώς της άνοιγε την πόρτα και η Λήδα χαχάνισε.
Ο Μίλτος έπιασε το στήθος του, καθώς ένιωσε έναν ξαφνικό “πόνο”. Η Λήδα ερχόταν κατά το μέρος τους. Φορούσε ένα κοντό τιραντέ λευκό φόρεμα που ερχόταν σε αντίθεση με το μελαχρινό δέρμα της και χρυσά σανδάλια, ενώ τα μαλλιά της ήταν πιασμένα ψηλά σε κότσο. Μα αυτό που τον πόνεσε ήταν το χέρι της που φώλιαζε σε χέρι αλλουνού. Ένα σούσουρο ακούστηκε από τα κορίτσια της παρέας καθώς τους πλησίαζαν.
«Καλά, αυτός είναι κούκλος!» ψιθύρισε δίπλα του Αθηνά, για να συμπληρώσει η Φρόσω «Σαν σταρ του σινεμά!». Τα λόγια τους τον τρύπησαν σαν βελόνες και η καρδιά του πετάρισε. Τι συμβαίνει; αναρωτήθηκε, πρώτη φορά νιώθω την καρδιά μου να χτυπά τόσο έντονα χωρίς λόγο…
«Γεια σας παιδιά!» τους χαιρέτησε εγκάρδια η Λήδα. Και τότε, άντρες και γυναίκες σηκώθηκαν να ξανοίξουν χώρο, να φέρουν καρέκλες καθώς όλοι ήθελαν να κάτσουν κοντά στο νεοφερμένο ζευγάρι. Η Λήδα πέρασε ξυστά δίπλα από τον Μίλτο. Ξαφνικά ένιωσε αδιάθετος, τα χέρια του άρχισαν να στάζουν ιδρώτα και να έχει ταχυπαλμία καθώς τον τύλιξε το άρωμά της. Εκείνη έστριψε τη γυμνή πλάτη της κατά αυτόν, και την ακούμπησε για μερικά δεύτερα πάνω στον κορμό του, για να περάσει ανάμεσα σε αυτόν και το τραπέζι, ως τις θέσεις που τους πρόσφεραν. Το κορμί του τεντώθηκε και κράτησε την ανάσα του δίχως να το καταλάβει. Η Λήδα έστριψε το κεφάλι της και του χαμογέλασε απολογητικά. Ο Μίλτος ήθελε να φύγει, μα δεν μπορούσε. Τα πόδια του έμοιαζαν να έχουν κολλήσει εκεί. Το μυαλό του του φώναζε “φύγε”, μα το αναστατωμένο κορμί του ήθελε να μείνει εκεί, δίπλα της. Τι μου συμβαίνει; αναρωτήθηκε έκπληκτος με τον εαυτό του.
«Ψυχή μ’, δε χρειάζετ’ να χαλάς την άδεια σ’ για μένα τη γριά! Αφού είμαι καλύτερα πια!»
«Δεν το κάνω μόνο για σένα, γιαγιά. Μου έλειψε το χωριό μας…» βιάστηκε να συμπληρώσει ο Μίλτος. «Κι έπειτα, έχω χρόνια να έρθω στο πανηγύρι. Άλλωστε είχα άδεια από τα πέρσι, θα την έχανα!» και θα έχανα και τη Λήδα… σκέφτηκε και αναστέναξε. Δεν μπορούσε να αναγνωρίσει τον εαυτό του. Δεν μπορούσε να είναι κοντά της, γιατί ένιωθε σαν να του έμπηγαν καρφιά, κάθε φορά που έβλεπε τον άλλον να την αγκαλιάζει, να τη φιλά αν και ποτέ στο στόμα, πράγμα που του φαινόταν περίεργο. Γιατί αν εκείνα τα χείλη ήταν δικά του, θα ήθελε να τα φιλά όλη μέρα… Σύνελθε! Πρόσταξε τον εαυτό του. Πού πήγε ο πάντα μετρημένος, σοβαρός και ορθολογικός Μίλτος; Χάθηκε. Μόλις τα μάτια της συναντούσαν τα δικά του… Δεν μπορούσε. Απλά δεν μπορούσε να φύγει μακριά της. Από την ώρα που χώριζαν δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα άλλο, παρά μόνο αυτή. Η Λήδα να γελάει, η Λήδα να ονειροπολεί, η Λήδα να βγαίνει από τη θάλασσα, η Λήδα να του κάνει πλάκες όπως όταν ήταν παιδιά… Μόνο που δε θύμωνε πια στ’ αλήθεια. Ίσα ίσα, έβρισκε την ευκαιρία να την κυνηγά, να την αγκαλιάζει, τάχα μου για να την τιμωρήσει.
«Αυτός ο Μίλτος, πώς σου φαίνεται;» ρώτησε τη Λήδα μαλακά ο Μάικ, καθώς την έβλεπε να φορά το κόκκινο φόρεμά της και να ετοιμάζεται για το πανηγύρι.
«Ο κατρουλής;» αντιρώτησε εκείνη προσπαθώντας να ακουστεί αδιάφορη και του έκανε νόημα να κλείσει το φερμουάρ.
«Γιατί τον λες έτσι τον άνθρωπο;» ρώτησε με μια ελαφρά μομφή ο Μιχάλης.
«Όταν ήμασταν παιδιά, μια μέρα άνοιξε η μύτη του. Έπρεπε να τον δεις, σχεδόν κατουρήθηκε από τον φόβο του… Και κάπως έτσι του το κόλλησα…»
«Εμένα πάντως, μ’ αρέσει. Είναι όμορφος και μου φαίνεται και καλό παιδί…»
«Έτσι μοιάζει, αν και…» είπε η Λήδα προσπαθώντας να ακουστεί αδιάφορη.
«Τι αν και, ρε Λήδα; Εντάξει σου έτυχε ένας μαλakas, αλλά πρέπει να προχωρήσεις. Δεν μπορείς να βάλεις Χ σε όλους!» αντέδρασε στα λόγια της ο Μιχάλης.
«Τι να προχωρήσω ρε Μιχάλη; Εδώ τρέμω ακόμη και για σένα! Μη θελήσει αυτός ο ανεγκέφαλος και σου κάνει κακό…» αντέτεινε η Λήδα και ξεφυσώντας κάθισε στο κρεβάτι. Τα μάτια της βούρκωσαν. Ο Μιχάλης την έπιασε από τους ώμους.
«Σταμάτα…» την πρόσταξε.
«Δεν μπορώ, δεν μπορώ να το βγάλω από το μυαλό μου. Αυτός ήταν, είμαι σίγουρη ότι αυτός παρέσυρε τον Γιώργο την ώρα που έφευγε από το ραντεβού μας κι ο άνθρωπος είναι ακόμη στο νοσοκομείο! Κι η αστυνομία; Άχρηστη! Να σου λέει “δεν έχουμε αποδείξεις, θα το ψάξουμε…” Σου λέω αυτός…»
«Σταμάτα!», την πρόσταξε ξανά εκνευρισμένος ο Μιχάλης. «Είπαμε, μπορεί να είναι σύμπτωση! Αλλά τέλος μ’ αυτόν. Δε θα μπορέσει να σε ξαναβρεί και θα το πάρει απόφαση. Ο Νίκος πούλησε τα έπιπλά σου και ξενοίκιασε το διαμέρισμά σου. Θα μείνεις να ξεκαλοκαιριάσεις στο χωριό, όπως είπαμε και από Σεπτέμβρη θα βρεις σπίτι εκεί που θα σε στείλουν ως αναπληρώτρια. Δεν πρόκειται να σε ξαναβρεί. Ποτέ! Τέλος καλό, όλα καλά! Κι άστα αυτά τώρα και πες μου, πώς σου φαίνεται αυτός ο Μίλτος; Γιατί, αν έχω καταλάβει καλά, δεν καρδιοχτυπά μόνο αυτός…»
«Καρδιοχτυπά;» τον ρώτησε με ενδιαφέρον η Λήδα.
«Αχά, καλά κατάλαβα ότι και κάποια άλλη καρδιοχτυπά!» χαμογέλασε ο Μιχάλης.
Η Λήδα σούφρωσε τα χείλη της σε μια γκριμάτσα.
«Για πες!», την παρότρυνε ο Μιχάλης.
«Τι να πω… Μαλakas είναι κι αυτός! Ήταν ο πρώτος μου έρωτας! Και δεν μου έδινε καμία σημασία! Και όχι μόνο αυτό, αλλά δεν άφηνε θηλυκό να μην του τα ρίξει! Όσο θυμάμαι που του χάλασα το χαμούρεμα με ‘κείνη την αγγούρω τη χαζοαμερικανίδα κι έμεινε με το πουλί στο χέρι, και το ξύλο που έφαγα μετά!»
«Σε έδειρε;» τη ρώτησε ο Μιχάλης, γουρλώνοντας τα μάτια
«Καλά, μην φανταστείς δυο τρεις στον πισινό! Θα ‘μουν δέκα χρονών τότε!» είπε γελώντας η Λήδα «Αλλά κι εγώ δεν το άφησα έτσι!»
«Τι του έκανες;»
«Η γιαγιά φύτευε τότε κόκκινες πιπερίτσες, κι εγώ έκοψα δύο τρεις και άλειψα το εσωτερικό των απλωμένων βρακιών του! Όλο το χωριό τον άκουσε τον μπουνταλά!»
«Ήσουν όμως διάολος! Πω πω τον λυπήθηκα τον άνθρωπο!», είπε ο Μιχάλης βάζοντας ασυναίσθητα τα χέρια του να προστατέψει την “ευαίσθητη περιοχή” του.
«Μετά από τέτοιο χουνέρι δε νομίζω ότι είχε τη δύναμη να ξανασχοληθεί με την ελληνοαμερικανίδα του!» είπε με νεύρα η Λήδα που ακόμη την τσιμπούσε η “απιστία” του Μίλτου. «Και τώρα που το σκέφτομαι, καλύτερη ήμουν όταν ήμουν μικρή. Αντί να περιμένω πότε θα κάνει την μαλakia ο Ζήσης, θα τον είχα κάνει να τρέχει μακριά μου με χίλια! Πώς κατάντησα έτσι, να φοβάμαι και τη σκιά μου;»
«Έχει πάρα πολύ κόσμο στο πανηγύρι! Δεν το περίμενα!» γκρίνιαξε ο Μιχάλης, που δεν του άρεσε το όλο στυλ, κλαρίνο, γρουνοπούλα και μπασκλασαριά, καθώς έλεγε.
«Η παρέα κάνει τη διαφορά! Θα δεις!» του ψιθύρισε γελώντας η Λήδα. Μόνο που ως γνωστόν ο Μιχάλης ήταν “τραβάτε με και ας κλαίω” και σύντομα “έκανε την καρδιά του πέτρα” και πήγε να χορέψει. Η Λήδα τον κοιτούσε από το τραπέζι και γελούσε καθώς τον έβλεπε να διασκεδάζει με την ψυχή του, παίζοντας τον ρόλο του, και παρακαλούσε να μην βάλει κάνα τσιφτετέλι και ξεχαστεί ο Μιχάλης και τιναχτεί όλο το σχέδιο στον αέρα.
Μέχρι το τέλος της βραδιάς, όλη σχεδόν η παρέα είχε ανέβει και χόρευε, εκτός από δυο τρεις, ανάμεσά τους και ο Μίλτος. Όσο και να προσπαθούσε να ξεχαστεί, και το βασικότερο, να μη δίνει στόχο με το να κοιτά μόνιμα τη Λήδα, δεν τα κατάφερνε. Αλλά αυτό που τον ενοχλούσε περισσότερο ήταν ένα έντονο αίσθημα ανησυχίας που τον πλημμύριζε. Κοίταξε πάλι κατά το μέρος του περίεργου άντρα. Κανείς δεν του είχε μιλήσει τόσες ώρες. Κανείς δεν τον είχε πλησιάσει. Δεν έμοιαζε να τον ξέρει κανείς. Αυτός όμως καθόταν εκεί, μισοκρυμμένος πίσω από τον μεγάλο πλάτανο στην άκρη της πλατείας, καπνίζοντας, και φαινόταν να μην έχει πάρει τα μάτια του από τη Λήδα όλη αυτήν ώρα.
Η Λήδα στάθηκε πάνω από τον Μίλτο, ξαφνιάζοντάς τον και βγάζοντάς τον απότομα από τις σκέψεις του. Ούρλιαξε για να ακουστεί πάνω από τη δυνατή μουσική «Η Φούλα παραήπιε και θα την πάω ως στο σπίτι, πείτε στον Μιχάλη αν ρωτήσει!». Εκείνοι τη διαβεβαίωσαν ότι θα το κάνουν. Οπότε η Λήδα, κρατώντας αγκαζέ τη Φούλα, κατευθύνθηκε προς την άλλη άκρη της πλατείας. Ο Μίλτος απέμεινε να τις κοιτά καθώς απομακρύνονταν και χώθηκαν μέσα σε ένα από τα καλντερίμια που κατέληγαν στην πλατεία. Μην έχοντας τι να κάνει, έψαξε με το βλέμμα του για τον περίεργο άντρα. Μα εκείνος δεν βρισκόταν πια πίσω από τον πλάτανο. “Πού πήγε;” αναρρωτήθηκε ο Μίλτος και διέτρεξε την κατάμεστη από κόσμο πλατεία. Η καρδιά του αναπήδησε σαν του φάνηκε πως τον είδε να χώνεται στο ίδιο καλντερίμι που είχαν πάει η Λήδα και η Φούλα.
Ο Μίλτος χωρίς να το πολυσκεφτεί, σηκώθηκε και νωχελικά πήρε ν’ ανηφορίζει το σκοτεινό καλντερίμι προς το σπίτι της Φούλας. Οι ήχοι από το πανηγύρι ξεθώριαζαν καθώς ανέβαινε, όταν κοκκάλωσε, τέντωσε τ’ αυτιά του και απέμεινε έτσι για μερικά δεύτερα, αλλά ο περίεργος ήχος που τον έκανε να σταθεί δεν ξανακούστηκε. Περίεργο, έμοιαζε με πνιχτό σκούξιμο, σκέφτηκε μπερδεμένος και τάχυνε το βήμα του, όταν κλώτσησε κάτι.
Άναψε τον φακό του κινητού του και φώτισε το πλακόστρωτο. Ένα μαύρο γυναικείο πέδιλο με στρας στραφτάλισε στο φως. Ο Μίλτος έσκυψε, το σήκωσε και το περιεργάστηκε προτού κοιτάξει γύρω του έντρομος. Αυτό το παπούτσι φορούσε η Λήδα, ήταν σίγουρος.
Αναστασία Χ.
Συνεχίζεται…

One response to “Εναρμόνιση – Μέρος 1ο”
[…] Προηγούμενο […]