Αποτελείωσέ την!

Δεν μου πέρασε ποτέ απ’ το μυαλό πως θα φτάναμε εδώ. Ότι εγώ, η Άννα, ένα απλό κορίτσι που ονειρευόταν αγάπη, θα καθόμουν ένα απόγευμα Ιουλίου απέναντι από τον αδερφό μου, τον Πέτρο, και θα του έλεγα: «Σκότωσέ την!».
Δεν ήταν σχήμα λόγου. Δεν ήταν υπερβολή. Το εννοούσα. Και το χειρότερο; Εκείνος με κοίταξε και δεν απόρησε.

Γεννηθήκαμε με δέκα μήνες διαφορά. Πάντα λέγαμε πως ήμασταν σχεδόν δίδυμοι. Εκείνος πιο ήρεμος, πιο σκεπτικός, εγώ πιο αυθόρμητη, πιο συναισθηματική. Όταν ήμασταν μικροί, τον έπιανα να με κοιτάζει με απορία, σαν να μην καταλάβαινε γιατί κλαίω τόσο εύκολα ή γιατί γελάω τόσο δυνατά. Μου κρατούσε πάντα το χέρι, ειδικά όταν είχαμε καταιγίδες ή όταν οι γονείς μας τσακώνονταν. Ήταν το χέρι που μου έδινε ασφάλεια, το μόνο σταθερό μέσα σ’ έναν κόσμο που συχνά ήταν σκληρός.

Όταν μπήκε στη ζωή μας η Χριστίνα, εγώ ήμουν δεκαοχτώ και εκείνος δεκαεννιά. Ήταν όμορφη. Εκείνη η κλασική ομορφιά που δεν ξεχνάς εύκολα. Ψηλή, μελαχρινή, με μεγάλα μάτια και χέρια που δεν σταματούσαν να κινούνται. Την έφερε στο σπίτι ένα απόγευμα – «κοπέλα μου», είπε – και εγώ χαμογέλασα από ευγένεια. Κάτι μέσα μου όμως τσιμπήθηκε.
Δεν ήξερα τότε γιατί. Το κατάλαβα πολύ αργότερα.

Τα πρώτα χρόνια ήταν καλά. Ερωτευμένοι, δεμένοι, ανέμελοι. Έμεναν στο ισόγειο του σπιτιού μας. Ο Πέτρος έπιασε δουλειά σε μια αποθήκη logistics, η Χριστίνα στον Δήμο με σύμβαση. Ξυπνούσαν μαζί, έπιναν καφέ μαζί, γύριζαν το απόγευμα και έτρωγαν στην αυλή. Τους κοιτούσα απ’ το μπαλκόνι μου και χαιρόμουν. Μέχρι που άρχισα να βλέπω τις μικρές σκιές.

Δεν ήταν εύκολο να τις εντοπίσεις. Η Χριστίνα δεν φώναζε, δεν έβριζε. Όχι μπροστά μας τουλάχιστον. Αλλά ο τρόπος που τον κοίταζε όταν έλεγε κάτι που δεν της άρεσε. Ο τρόπος που τον διέκοπτε, που τον έκανε να νιώθει μικρός. Ένα βλέμμα. Μια παύση. Μια σιωπή. Και ο Πέτρος άλλαζε.

Στο τρίτο τους καλοκαίρι, σταμάτησε να γελάει. Δεν έκανε πια αστεία. Έλεγε συχνά πως κουράστηκε, πως πρέπει να μεγαλώσει. Αλλά εγώ ήξερα. Δεν ήταν η δουλειά. Ήταν εκείνη.

Κάποια μέρα, άκουσα τον πρώτο καβγά. Εγώ στην αυλή, εκείνοι μέσα. Δεν φώναζαν. Αλλά η φωνή της είχε εκείνο το χρώμα… το δηλητήριο που στάζει χωρίς κραυγή.
«Δεν είσαι τίποτα χωρίς εμένα!», του είπε. «Σε λυπάμαι που νομίζεις ότι αξίζεις!».
Και εκείνος, ο Πέτρος μου, δεν απάντησε. Μόνο βγήκε και κάθισε στο πεζούλι με το βλέμμα στο χώμα.
Με πλησίασε αργά.
«Όλα καλά;» τον ρώτησα.
«Ναι. Απλώς… μερικές φορές δεν ξέρω αν είμαι ο εαυτός μου».
Δεν είπα τίποτα. Τον άφησα. Και το μετάνιωσα.

Πέρασαν τα χρόνια. Παντρεύτηκαν. Ήρθε και ένα παιδί, η μικρή Μαρία. Η μόνη χαραμάδα φωτός στο σκοτάδι τους. Την αγαπούσαν και οι δύο, αλλά η Χριστίνα… άλλαζε. Γινόταν πιο σκληρή. Έκανε σχόλια για το σώμα του Πέτρου. Για τα λεφτά που δεν έφερνε. Για τους φίλους που δεν είχε πια. Τον απομόνωσε. Από όλους.
Και εκείνος; Υπέμενε. Έλεγε πως δεν ήθελε να χαλάσει την οικογένεια. Πως τα παιδιά χρειάζονται και τους δύο γονείς.
Μια μέρα όμως με κάλεσε στο σπίτι.
«Δεν αντέχω άλλο!», μου είπε. «Χάνω τον εαυτό μου, Άννα. Ξυπνάω και δεν με αναγνωρίζω!».
Τον κοίταξα στα μάτια. Ήταν κόκκινα. Πρησμένα. Δεν ήταν από κλάμα. Ήταν από παραίτηση.

Όταν μου είπε πως σκεφτόταν να φύγει, του είπα να το κάνει. Του έδωσα τη μισή μου αποταμίευση, του πρότεινα να μείνει στο σπίτι μου μέχρι να σταθεί στα πόδια του. Και εκείνος δίστασε.
«Και η Μαρία; Αν τη χάσω; Αν μου την πάρει;»
Δεν είχε άδικο. Η Χριστίνα ήταν χειριστική. Ήξερε να παίζει με τους ανθρώπους. Ήξερε να λέει το σωστό μπροστά στους άλλους, να φαίνεται θύμα. Και εκείνος, ένας άντρας που θα εγκατέλειπε την οικογένειά του; Ποιος θα τον πίστευε;

Πέρασαν μήνες. Η κατάσταση χειροτέρευε. Και τότε έγινε το αναπόφευκτο. Ένα βράδυ ήρθε χτυπημένος. Μελανιά στο μάτι. Σπασμένο κινητό.
«Έγινε τυχαία», μου είπε. «Έπεσα».
Όμως δεν με κοίταξε στα μάτια.
Εκείνο το βράδυ δεν του είπα τίποτα. Ούτε “φύγε”, ούτε “μείνε”. Κοίταξα τη ματωμένη του μπλούζα, το πρησμένο του βλέφαρο, και κράτησα σφιχτά τις γροθιές μου κάτω από το τραπέζι.

Η μέρα που όλα τελείωσαν δεν είχε τίποτα το ξεχωριστό. Δεν μπορούσε κανείς να υποπτευθεί ότι εκείνη θα ήταν και η καθοριστική μέρα όπου τέσσερις ζωές θα άλλαζαν μια για πάντα.
Ήταν ένα ζεστό απόγευμα Ιουλίου. Είχε έρθει να με πάρει με το αμάξι για να πάμε να ψωνίσουμε δώρο για τη Μαρία. Σε λίγες μέρες είχε την γιορτή της και έλεγε καιρό τώρα πως ήθελε ένα μεγάλο κουκλόσπιτο. Ο Πέτρος δεν έπαιρνε μεγάλο μισθό, όμως κάνοντας μήνες υπερωρίες στη δουλειά του, κατάφερε να μαζέψει χρήματα να της πάρει ένα κουκλόσπιτο σχεδόν ένα μέτρο! Ψηλό, όμορφο, όλο ροζ με μωβ λεπτομέρειες. Μάλιστα έπαιζε και μουσική και η Μαρία θα μπορούσε να βάζει τις κούκλες για μπάνιο με πραγματικό νερό και σαπούνι! Ήταν τόσο χαρούμενος ο Πέτρος που θα μπορούσε να δώσει έστω και λίγη ευτυχία στην κόρη του. Τρεφόταν από την χαρά της θα έλεγε κανείς.

Η Χριστίνα όμως δεν συμφωνούσε σε τέτοιου είδους δώρα. Θεωρούσε πως όχι μόνο ήταν πεταμένα λεφτά, αλλά μάλιστα μπορούσαν να κακομάθουν την Μαρία. Εκείνη της αγόραζε μόνο βιβλία και ενίοτε κάποια παιχνίδια μάθησης. Έτσι, ο Πέτρος είχε πει κρυφά στην Μαρία πως θα της πάρει το δώρο που ήθελε, αλλά θα το έβαζαν στο σπίτι μου, ώστε να μην νευριάσει η μαμά της. Θα μπορούσε να έρχεται να παίζει όποτε ήθελε, αρκεί να μην έλεγε τίποτα στην Χριστίνα. Η Μαρία συμφώνησε κατευθείαν, αφού ούτε εκείνη μπορούσε να διαχειριστεί την ψυχολογική καταπίεση της μαμάς της. Ο Πέτρος πήγε πήρε το δώρο και το φέραμε στο σπίτι μου. Το ανοίξαμε το συναρμολογήσαμε και όταν πλέον ήταν έτοιμο, πήγε και πήρε την Μαρία ώστε να την φέρει σε εμένα με την πρόφαση ότι θα την πήγαινα βόλτα. Θα την γυρνούσα στο σπίτι νωρίς το βραδάκι μόλις έπεφτε λίγο η ζέστη και αφού είχε παίξει με τις ώρες.

Λίγες ώρες μετά, πήραμε με την Μαρία το δρόμο του γυρισμού, δίνοντας την υπόσχεση ότι θα ερχόταν αύριο το απόγευμα πάλι. Όταν γυρίσαμε, το σπίτι τους ήταν ανοιχτό. Η πόρτα μισάνοιχτη. Φωνές.
«Δεν με σέβεσαι Χριστίνα!»
«Δεν αξίζεις τίποτα, το καταλαβαίνεις; Εγώ σε ταΐζω, εγώ σε κρατάω! Εσύ δεν έχεις τίποτα να δώσεις, Πέτρο!»
Η φωνή της Χριστίνας έσχιζε τον αέρα. Ανέβαινα τις σκάλες πριν καν το καταλάβω. Ο Πέτρος μπροστά μου. Κι ύστερα, την είδα.
Με το χέρι ψηλά. Με τα μάτια της αγριεμένα. Κι ένα ψαλίδι – αυτό της κουζίνας – στο άλλο της χέρι.
«Χριστίνα!» φώναξα.
Δεν γύρισε. Δεν άκουσε καν. Σαν να μην είχε τον έλεγχο. Σαν να την είχε κυριεύσει ένα δαιμονικό κακό.
Τον πλησίαζε.
Κι εκείνος δεν έκανε πίσω.
Ένα δευτερόλεπτο.
Ένα μόνο δευτερόλεπτο πριν γίνει το κακό.

Άρπαξα ένα βάζο από το τραπεζάκι και το πέταξα προς το μέρος της. Έσπασε στον τοίχο. Τινάχτηκε. Γύρισε προς εμένα με λύσσα.
«Εσύ! Εσύ τον ξεσηκώνεις!»
Έτρεξε πάνω μου. Δεν πρόλαβα να αντιδράσω. Με χτύπησε, με έριξε κάτω. Πάλεψα να την απωθήσω. Ένιωθα το βάρος της, τα νύχια της, τον θυμό της – έναν θυμό βαθύ, σκοτεινό, λες και ήταν εκεί χρόνια. Κλωτσιές και μπουνιές σε κάθε μέρος του κορμιού μου σαν να ήμουν η αιτία για ό,τι αισθανόταν.

Και τότε… είδα τον Πέτρο να πλησιάζει. Είχε πιάσει από τη γωνιά ένα σιδερένιο σκαμπό. Στάθηκε πάνω από το σώμα της. Γύρισε και τον κοίταξε. Πάγωσε. Δεν κινούταν.
Εκείνη στράφηκε πάλι σε μένα.
Και τότε φώναξα: «Σκότωσέ την!»
Δεν το σκέφτηκα. Δεν ήταν μεταφορά. Δεν ήταν παρομοίωση. Ήταν ένστικτο. «ΣΚΟΤΩΣΕ ΤΗΝ!»
Η φωνή μου αντήχησε στους τοίχους. Ένιωσα να τρέμω.
Εκείνη γύρισε και τον κοίταξε. Εκείνος κράτησε το σκαμπό ψηλά…
Και το άφησε να πέσει δίπλα της.
Όχι πάνω της. Όχι για να τη σκοτώσει. Αλλά αρκετά δυνατά για να σπάσει το πάτωμα.

Και ύστερα, με βοήθησε να σηκωθώ από το πάτωμα που πλέον είχα αρχίσει να πιστεύω πως θα είναι το τελευταίο μου κρεβάτι, άρπαξε τη Μαρία από το δωμάτιο, και φύγαμε. Τρέχοντας. Μακριά. Για πάντα.

Η Χριστίνα προσπάθησε να τον κατηγορήσει για επίθεση. Αλλά υπήρχαν φωτογραφίες. Υπήρχαν μαρτυρίες. Και κυρίως – υπήρχε πια εκείνος. Ένας άνθρωπος που αποφάσισε να μην σωπάσει άλλο.

Δεν μου κρατά κακία για εκείνη τη φράση. Αντίθετα – μου είπε πως εκείνη ήταν η στιγμή που κατάλαβε πως είχε δικαίωμα να επιλέξει τη ζωή. Αν δεν τη σκότωνε εκείνος, θα τον σκότωνε εκείνη. Με λόγια. Με ενοχές. Με σιωπές.

Και σήμερα, όταν κάθεται στην αυλή με τη Μαρία και μου γελάει, ξέρω πως δεν τη σκότωσε.
Αλλά της πήρε την εξουσία. Και αυτό, για εκείνη, ήταν θάνατος.

Αλεξάνδρα Καραφώτη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading