Εναρμόνιση – Μέρος 2ο

Προηγούμενο

Δεξιά του υπήρχε ένα στενοσόκακο που οδηγούσε έξω από το χωριό, και το φως του κινητού του χτύπησε σε κάτι που του φάνηκε για παπούτσι. Έντρομος, προχώρησε κατά εκεί με την καρδιά του να χτυπά σαν τρελή. Είναι το παπούτσι της, μα πού είναι η Λήδα; αναρωτήθηκε και τον έκοψε κρύος ιδρώτας. Κοίταζε γύρω του εξεταστικά όταν ένα φως τρεμόπαιξε στο βάθος του στενού, όπου βρισκόταν ένα μισογκρεμισμένο κτίσμα. Έτρεξε προς τα εκεί ξέπνοος από την αγωνία. Ανάμεσα στα χαλάσματα διέκρινε μια καθιστή σκυμμένη αντρική φιγούρα, η οποία προσπαθούσε να ανοίξει ένα γυάλινο βάζο, ενώ κρατούσε ένα μικρό φακό στο στόμα του για να φωτίζει. Κάτω από τον άντρα βρισκόταν ξαπλωμένη η Λήδα σε μία άβολη στάση.

Ο Μίλτος όρμησε στον άντρα και τον έριξε στο πλάι. Ακούστηκε ήχος γυαλιού που σπάει και βουητό από πολλές μέλισσες. Ο Μίλτος ένιωσε να τον τσιμπούν στα χέρια και στα μπράτσα, καθώς κυλιόταν, παλεύοντας με τον άγνωστο άντρα ανάμεσα στα χαλάσματα. Κάποια στιγμή κατάφερε να πετάξει πέρα τον άντρα, ο οποίος ανασηκώθηκε και το έβαλε στα πόδια.

Η Λήδα δεν φαινόταν να έχει κουνηθεί τόση ώρα από τη θέση όπου κειτόταν, ανάμεσα στα ξερά χόρτα και τα σκουπίδια. Έσκυψε από πάνω της και άρχισε να την ταρακουνά, φωνάζοντας το όνομά της.
«Λήδα; Λήδα είσαι καλά;», μα η Λήδα δε φαινόταν να αποκρίνεται. “Δεν μπορεί, Θεέ μου, να ‘ναι νεκρή!” πέρασε η σκέψη από το μυαλό του και τον έλουσε κρύος ιδρώτας.
«Λήδα!», ούρλιαξε και προσπάθησε να καταλάβει αν αναπνέει. Η ζεστή ανάσα, που βγήκε από τα ρουθούνια της, δεν ήταν αρκετή για να καταλαγιάσει τον τρόμο που τον είχε κυριεύσει, καθώς η καρδιά του φτερούγιζε σαν πουλί εγκλωβισμένο σε δωμάτιο.
«Λήδα, έλα μωρό μου, σύνελθε!», την παρακάλεσε κι ακούμπησε το κεφάλι του στο στήθος της. Ο χτύπος της καρδιάς της ακούστηκε σταθερός και δυνατός, προς ανακούφισή του, όμως η Λήδα, παρόλο που της φώναζε και την ταρακουνούσε, δεν φαινόταν να ανταποκρίνεται. Ο Μίλτος τη σήκωσε στα χέρια του και κατευθύνθηκε κατά το πανηγύρι.

Από εκεί και πέρα ήταν σαν να μπήκε σε μια δίνη, όπου τα πρόσωπα, ο χρόνος, τα γεγονότα, όλα μπλέχτηκαν σ’ ένα απίστευτο κουβάρι, το οποίο δεν είχε καμία διάθεση να ξετυλίξει. Μια μόνο σκέψη είχε στο μυαλό, αν είναι καλά η Λήδα και οι διαβεβαιώσεις του γιατρού και των αστυνομικών, δεν κατάφεραν να τον ηρεμήσουν.
«Αυτό που δεν μπορώ να καταλάβω ήταν για ποιο λόγο, αφού τη νάρκωσε, είχε αυτό το βάζο με τις μέλισσες… και τι ετοιμαζόταν να κάνει», αναρωτήθηκε δυνατά ο υπαστυνόμος, κοιτώντας τον Μίλτο στα μάτια. Εκείνος πέρασε το χέρι του ασυναίσθητα πάνω από τα τσιμπήματα όταν μια φωνή ακούστηκε πίσω τους.
«Να με σκοτώσει… »
Οι δύο άντρες γύρισαν κατά την πόρτα, όπου στεκόταν η Λήδα, φανερά καταβεβλημένη με το κόκκινο φόρεμά της λεκιασμένο και σκισμένο σε σημεία σημεία. Ο Μίλτος ανασηκώθηκε κι έτρεξε προς το μέρος της, αλλά εκείνη προέταξε την παλάμη της προειδοποιητικά, να μην την ακουμπήσει. Ταυτόχρονα, ο υπαστυνόμος τον γράπωσε από τον ώμο και τον τράβηξε πίσω.

«Μίλτο, κάτσε κάτω! Ώσπου να δώσει κατάθεση και η Λήδα για το τι έγινε, μην ξεχνάς ότι θεωρείσαι ύποπτος!» του είπε αυστηρά.
Η Λήδα γούρλωσε τα μάτια της.
«Ύποπτος; Όχι Λεωνίδα, ο Μίλτος με έσωσε. Αν δεν ήταν αυτός, το κάθαρμα θα με είχε σκοτώσει. Θα με είχε σκοτώσει, και όλοι θα θεωρούσαν ότι ήταν “ατύχημα”, γιατί είμαι αλλεργική στις μέλισσες».
«Τον ξέρεις;», τη ρώτησε χωρίς περιστροφές ο υπαστυνόμος.
Εκείνη του έγνεψε καταφατικά.
«Του έχω κάνει ασφαλιστικά… αλλά…» η ανάσα της έγινε κοφτή και τα μάτια της βούρκωσαν, καθώς προσπαθούσε να συγκρατηθεί να μην κλάψει.
«Μίλτο, βγες έξω σε παρακαλώ και περίμενε» είπε πιο μαλακά ο υπαστυνόμος, καθώς έβαζε τη Λήδα να καθίσει.

*****

«Καλημέρα…»
«Καλημέρα, Μίλτο, παιδί μου. Πώς και από εδώ;»
«Εγώ του είπα να έρθει, μαμά!» ακούστηκε η φωνή του Νίκου από πίσω της και γυρνώντας κατά τον Μίλτο τον παρότρυνε να μπει στο σπίτι. Ο Μίλτος προχώρησε διστακτικά προς το σαλόνι του πατρικού της Λήδας και του Νίκου, στην Αθήνα, κι έκατσε αμήχανα στη θέση που του υπέδειξαν.
«Πάω να σου φέρω τα Αστερίξ…», είπε δυνατά ο Νίκος ρίχνοντάς του ένα συνωμοτικό βλέμμα και πρόσθεσε δυνατότερα «Λήδα, έλα να δεις ποιος ήρθε!».

Η μητέρα της Λήδας πήρε να ευχαριστεί τον Μίλτο, ακόμη μια φορά, πράγμα που επέτεινε την αμηχανία του, με αποτέλεσμα να σκουπίζει συνεχώς τις ιδρωμένες παλάμες του πάνω στα πόδια του. Είχε περάσει σχεδόν ένας μήνας από τότε που την είχε δει, και πραγματικά ένιωθε άρρωστος. Δεν μπορούσε να κοιμηθεί∙ δούλευε ασταμάτητα σε μία προσπάθεια ν’ απασχολεί το μυαλό του, ή δεν δούλευε καθόλου και αφηνόταν να τη σκέφτεται ώρες ολόκληρες… Ήταν η πρώτη φορά που ένιωθε έτσι στη ζωή του.

«Γεια…», ακούστηκε μαλακή και νευρική η φωνή της Λήδας καθώς έμπαινε στο σαλόνι.
«Γεια», αντιχαιρέτησε εκείνος, προσπαθώντας να διατηρήσει το ουδέτερο ύφος που είχε προβάρει τόσες ώρες στον καθρέφτη, αλλά η καρδιά του χτυπούσε τόσο δυνατά που φοβήθηκε ότι θα την ακούσει ή Λήδα.
«Πώς κι από εδώ;», τον ρώτησε για να σπάσει την αμήχανη σιωπή η Λήδα.
«Ο αδερφός σου… δηλαδή, είπαμε να πάμε για καφέ και ήθελε να μου επιστρέψει…» τραύλισε ο Μίλτος, αποφεύγοντας το βλέμμα της.
«Κάτι Αστερίξ…που είχα δανειστεί…», συμπλήρωσε ο αδερφός της που εμφανίστηκε πίσω της. Η Λήδα γύρισε και τον κοίταξε ερωτηματικά, έπειτα κοίταξε τα Αστερίξ.
«Αυτά είναι καινούργια…», του είπε κοιτώντας τον με υποψία.
«Ναι, αφού εσύ τα είχες κάνει φύλλο και φτερό…» σκλήρισε ο αδερφός της επιπληκτικά. Η Λήδα έριξε ένα λοξό βλέμμα στον Μίλτο ανασηκώνοντας το φρύδι της, και το στόμα της έγινε μία λεπτή γραμμή, καθώς θυμήθηκε το ξέσπασμά της στα Αστεριξ όταν ήταν μικρή. Ήταν τη μέρα που άκουσε τον Μίλτο να ζητά να τα φτιάξουν από τη Δώρα… «Αναγκάστηκα να πάρω καινούργια…», πρόσθεσε ο Νίκος πιο ήπια, και προσπερνώντας την πήγε και τα απίθωσε μπροστά από τον Μίλτο.
«Και θυμήθηκες να του τα επιστρέψεις έπειτα από τόσα χρόνια;» τον ρώτησε κοιτώντας τον φανερά εκνευρισμένη.
«Ποτέ δεν είναι αργά!», απάντησε εκείνος σε ανάλαφρο τόνο, κοιτώντας συνωμοτικά τον Μίλτο. «Και ξέρεις αδερφούλα, είσαι κλεισμένη εδώ τόσον καιρό, δεν μπάφιασες; Εγώ με τον Μίλτο κανονίσαμε να πάμε για καφέ. Δεν έρχεσαι μαζί μας;»

Η Λήδα κοίταξε αυστηρά πότε τον έναν και πότε τον άλλον. Κάτι ετοιμάστηκε να πει, αλλά η μάνα της, πετάχτηκε σαν ελατήριο «Εννοείται πως θα έρθει! Άντε, πάμε να ντυθείς να μην καθυστερούμε τα παιδιά!», είπε σχεδόν λαχανιασμένα καθώς την τράβηξε από το χέρι και την έσυρε, προτού προλάβει να αρθρώσει κουβέντα, στο δωμάτιό της.

«Σ’ ευχαριστώ πολύ που ήρθες, φίλε μου!», του ψιθύρισε ο Νίκος.
«Σου είπα να μην το ξαναναφέρεις…», έκανε εκείνος με ένταση.
«Να… όπως σου είπα… Η ψυχολόγος μας είπε ότι ίσως χρειάζεται να νιώσει ασφαλής για να μπορέσει να βγει… Κι εσύ την έσωσες, οπότε…», είπε κάνοντας μεγάλες παύσεις ο Νίκος.
«Μην το ξαναπείς, σου είπα… Άλλωστε το είχα σκοπό να περάσω μία μέρα, να δω τι κάνει…», πρόσθεσε ο Μίλτος, παραλείποντας να πει ότι όλο αυτό το διάστημα ερχόταν συχνά και καθόταν στο αμάξι λίγο πιο πέρα από το σπίτι τους, με την ελπίδα να τη δει.

Φωνές ακούστηκαν από το δωμάτιο της Λήδας «Είσαι με τα καλά σου; Ο τύπος είναι έξω! Τον άφησαν το καταλαβαίνεις; Μπορεί…»
«Τίποτα δεν μπορεί! Τον βρήκαν ο πατέρας σου και ο αδερφός σου και του έτριξαν τα δόντια! Ένα θρασίμι είναι! Κι εσύ πρέπει να συνεχίσεις τη ζωή σου, δε γίνεται να είσαι μόνιμα κλεισμένη εδώ μέσα! Τέλος! Θα βγεις, μπρος!»

*****

Η Λήδα ρούφηξε τον αλμυρό αέρα με λαχτάρα, καθώς κοιτούσε τη φθινοπωρινή θάλασσα στο χρώμα του λιωμένου μολυβιού και τα βαριά λουλακιά σύννεφα που κρέμονταν απειλητικά από πάνω της. Η εικόνα αυτή ταιριάζει με τη διάθεσή μου, σκέφτηκε μελαγχολικά. Μόνο που η εκνευριστική μουσική από το καφέ διέλυε την ηρεμία που της πρόσφερε το τοπίο. Σηκώθηκε απότομα, ξαφνιάζοντας τον Μίλτο και τον Νίκο.
«Πού πας;» τη ρώτησε ο Νίκος.
«Πάω να περπατήσω λίγο στην παραλία…» τους πέταξε καθώς απομακρυνόταν
«Έ ε έρχομαι κι εγώ μαζί σου» τραύλισε ο Μίλτος και ξεχύθηκε πίσω της. Εκείνη ανασήκωσε αδιάφορη τους ώμους της. Πήραν να περπατάνε δίπλα δίπλα σιωπηλοί, προσπερνώντας τους τελευταίους λουόμενους της Αττικής που δεν ήθελαν να παραδεχτούν ότι πλησιάζει ο χειμώνας.
«Κοίτα, Μίλτο…», είπε ξαφνικά η Λήδα και κοντοστάθηκε. Τα μάτια του καρφώθηκαν στα δικά της κι εκείνη απέμεινε με το στόμα μισάνοιχτο καθώς η ανάσα της κόπηκε μην μπορώντας να ολοκληρώσει αυτό που ξεκίνησε να πει.
«Λήδα, ήθελα από καιρό να σου μιλήσω…» πήρε τον λόγο εκείνος, όμως η Λήδα τον έκοψε με μία απότομη χειρονομία και τράβηξε το βλέμμα της τσουρουφλισμένη.

«Λοιπόν, άκου!», είπε αποφασιστικά η Λήδα, κοιτώντας αλλού «Θα τα πω μία φορά κι ελπίζω να τα καταλάβεις!» του είπε σε αυστηρό τόνο και τον κάρφωσε με το βλέμμα της. «Σ’ ευχαριστώ πάρα πολύ για εκείνη την νύχτα. Με έσωσες. Είμαι καλά. Δε χρειάζεται να μου στέλνεις μηνύματα, να μου τηλεφωνείς ή να έρχεσαι κάτω από το σπίτι μου μέσα στη νύχτα. Ούτε να προσποιείσαι πως είσαι ξαφνικά φίλος με τον αδερφό μου…», του είπε με μία ανάσα.
Το σαγόνι του Μίλτου κρέμασε, μολύβι ήταν τα λόγια της και τον καταπόντισαν μέσα στην άβυσσο.

«Εγώ… εγώ δεν το κάνω… Δεν το κάνω όπως…», κατάφερε να τραυλίσει ο Μίλτος.
«Το τελευταίο πράγμα που χρειάζομαι αυτήν τη στιγμή είναι άλλος ένας “κρίπουλας” στη ζωή μου, ‘ντάξ’;» τον έκοψε απότομα εκείνη.
«Λήδα, ξέρεις… συγγνώμη… Συγγνώμη αν φάνηκε ότι… Εγώ είμαι ερωτευμένος και…». Οι τρίχες της Λήδας σηκώθηκαν όρθιες και μόνο στο άκουσμα των λέξεων. Το κορμί της τσίτωσε και ρουφώντας κοφτές ανάσες, ασυναίσθητα έκανε ένα βήμα πίσω. Τα μάτια της κοίταξαν έντρομα γύρω της ψάχνοντας για τον Ζήση, τον κρίπουλα πρώην της. Ο Μίλτος ένιωσε την καρδιά του να βουλιάζει βλέποντας την αντίδρασή της. Με φοβάται… η σκέψη καρφώθηκε σαν σαΐτα στην καρδιά του προκαλώντας του απίστευτο πόνο.
«Δε θα σε ξαναενοχλήσω…», ψέλλισε φανερά πληγωμένος, έκανε αναστροφή κι έκανε να φύγει. Μα ξαφνικά στάθηκε γύρισε και την κοίταξε κατάματα. «Ξέρεις γιατί σε έλεγα “τσούχτρα”;» τη ρώτησε θλιμμένα χωρίς ίχνος θυμού. «Γιατί έχεις ένα τρόπο… ένα μαγικό τρόπο να μαγεύεις τους ανθρώπους. Είσαι ένα αιθέριο αλλόκοσμο πλάσμα φτιαγμένο από φως. Και όσο είμαστε κάτω από τα μάγια σου, εσύ βρίσκεις χρόνο να βρεις τις αδυναμίες μας, να ψάχνεις τις ρωγμές μας… Μα δεν αφήνεις κανέναν να σε πλησιάσει πραγματικά, γιατί οι λέξεις σου και οι πράξεις σου είναι αλάτι στις πληγές. Ήμουν τόσο ανόητος, που πίστεψα, πως αν άντεχα το δηλητήριό σου, ίσως κάποτε θα με άφηνες να σε πλησιάσω στ’ αλήθεια… » η φωνή του έσπασε. «Αν αυτό με κάνει κρίπουλα…» είπε και της γύρισε ξαφνικά την πλάτη και εξαφανίστηκε.

*****

«Μα καλά, τι του είπες; Μπορείς να μου πεις;», τη ρώτησε για χιλιοστή φορά ο Νίκος, καθώς επέστρεφαν στο σπίτι τους. Μα η Λήδα δεν απαντούσε, μόνο κοιτούσε σιωπηλή έξω από το παράθυρο. Οι σταγόνες της βροχής που έσκαγαν με δύναμη στο τζάμι, διαλύονταν σε μικρότερες και κυλούσαν μακριά. Έτσι έπρεπε να γίνει, έλεγε ξανά και ξανά στον εαυτό της, προσπαθώντας να συγκρατήσει τα δάκρυά της, που θόλωναν τα μάτια της. Πώς θα μπορούσε να γίνει αλλιώς; Ο Ζήσης ήταν ελεύθερος μέχρι τη δίκη. Δεν κατάφεραν να βρουν αποδείξεις πως εκείνος είχε χτυπήσει τον Γιώργο, και ο δικηγόρος ήταν πολύ συγκρατημένος στο να τους δώσει ελπίδες ότι όντως θα τιμωρηθεί ή ότι θα καταφέρουν να την προστατέψουν. Κανείς δεν ήταν ασφαλής γύρω της. Ούτε καν η οικογένειά της. Τι κι αν της είπε ο πατέρας της και ο Νίκος ότι τον βρήκαν και τους είπε πως δε θα την ξαναενοχλήσει; Πώς μπορεί να είναι ποτέ σίγουρη μ’ έναν άνθρωπο που σκέφτηκε ένα τόσο ύπουλο σχέδιο; Όχι, δεν μπορούσε να είναι σίγουρη. Γι’ αυτό έδιωξε τον Μιχάλη, γι’ αυτό έκανε όλους τους φίλους της πέρα. Πώς θα μπορούσε να κάνει διαφορετικά μ’ αυτόν που αγαπούσε πιο πολύ απ’ όλους; Αν πάθαινε κάτι ο Μίλτος εξαιτίας της, απλά… δεν θα μπορούσε να συνεχίσει να ζει. Δεν υπήρχε άλλη επιλογή, έπρεπε να μείνει μακριά της… Ασφαλής.
Άλλωστε, σύντομα θα του περνούσε και θα συνέχιζε τη ζωή του, μακριά της, σαν αυτές τις μικρές σταγόνες της βροχής που φεύγαν, κυλούσαν και χάνονταν… Μακριά από την τσούχτρα, σκεφτόταν η Λήδα κι ένιωθε ότι ήθελε να ουρλιάξει από τον πόνο. Δεν ήθελε πια να διώχνει τους ανθρώπους μακριά της. Είχε δίκιο ο Μίλτος, αυτό έκανε. Αυτό έκανε μια ζωή. Μόλις ένιωθε κάποιον να την πλησιάζει και να την νοιάζεται τον ξαπόστελνε. Γιατί; Γιατί πίστευε ότι έτσι προστατεύονταν από το να την πληγώσουν. Τη μία φορά που προσπάθησε να ρίξει τις άμυνες της, κατέληξε να την κυνηγά ένας τρελός…

Ήταν ένας χρόνος, μαρτυρικός.
Οι προβλέψεις των φίλων του, ότι θα του περάσει και σε λίγους μήνες θα ήταν πιο εύκολο, διαψεύστηκαν. Το μόνο που είχε ο Μίλτος από τη Λήδα ήταν μερικές φωτογραφίες στο κινητό του από τις ημέρες στο χωριό. Η ίδια η Λήδα είχε εξαφανιστεί και το μόνο που έμαθε ήταν πως ήταν διορισμένη κάπου σ’ ένα χωριό της Μακεδονίας. Κράτησε, λοιπόν, την υπόσχεσή του, θέλοντας και μη, κι έμεινε μακριά της, όπως του ζήτησε. Μόνο που πλησίαζε η ώρα να κατέβει στο χωριό, καθώς παντρευόταν ο καλός του φίλος, ο Βαγγέλης, με τη Δώρα, και δεν ήξερε τι να κάνει. Από τη μία χαιρόταν, που υπήρχε μια μικρή πιθανότητα να τη δει. Από την άλλη, έτρεμε το πώς θα αντιδρούσε αν αυτό συνέβαινε. Και η αλήθεια ήταν ότι ένιωθε και θιγμένος. Αυτό το “κρίπουλας” πέτρα στην καρδιά του είχε κάτσει και την πλάκωνε, όσο και αν τη δικαιολογούσε με όλα αυτά που είχε τραβήξει.

«Εγώ, ξέρεις τι πιστεύω;» είπε με στόμφο η Δώρα.
«Τι πιστεύεις, ρε Δώρα;» είπε ο Μίλτος, χωρίς να την κοιτάξει, τσιμπώντας μία νόστιμη τηγανητή πατάτα από το πιάτο μπροστά τους, που μόνο ο κυρ Σίμος ο ταβερνιάρης στο χωρίο μπορούσε να κάνει τόσο νόστιμη.
«Πιστεύω πως… δεν συντονιστήκατε!», είπε με έμφαση εκείνη.
«Τι δεν κάναμε;» τη ρώτησε απορημένος μασουλώντας.
«Δεν συντονιστήκατε! Ήταν λάθος, ρε παιδί μου, ο χρόνος, ο τόπος… Όλα! Αυτή ήταν ερωτευμένη μαζί σου όταν ήταν μικρή…»
«Τι ήταν;» την έκοψε ξαφνιασμένος ο Μίλτος
«Καλά το αφήνω ασχολίαστο το πόσο χαϊβάνια είστε οι άντρες, και συνεχίζω… Αυτή ήταν ερωτευμένη μαζί όταν ήταν μικρή. Εσύ την ερωτεύτηκες πέρσι στο χωριό, ενώ πέρναγε όλο αυτόν τον γολγοθά… Τι περίμενες; Δεν συντονιστήκατε! Όμως…» είπε την τελευταία λέξη σε θριαμβευτικό τόνο η Δώρα.
«Όμως…» έκανε κοροϊδευτικά ο Βαγγέλης, προσπαθώντας να ελαφρύνει το κλίμα, κι έριξε ένα λοξό συνωμοτικό βλέμμα στον Μίλτο. Η Δώρα, όμως, δεν φάνηκε να πτοείται.
«Όμως, αν είναι το γραφτό σας, θα δεις που θα βρεθεί ο τόπος και ο χρόνος!», ολοκλήρωσε θριαμβευτικά κι ευχαριστημένη ρούφηξε μια γουλιά κρασί.

«Μην την παρεξηγείς. Αυτές οι χαζορομαντικές κορεάτικες ταινίες φταίνε που βλέπει ολημερίς», είπε χαχανίζοντας ο Βαγγέλης και χτύπησε τον Μίλτο στην πλάτη, ο οποίος προσπαθούσε να πνίξει το γέλιο του. Η Δώρα τους κοίταξε και τους δύο απαξιωτικά και άφησε ένα ενοχλημένο ρουθούνισμα, όταν είδε τον Μίλτο να γουρλώνει τα μάτια και να συρρικνώνεται στην καρέκλα του, προσπαθώντας να γίνει αόρατος.
«Τι έπαθες;» τον ρώτησε ξαφνιασμένη;
Εκείνος δεν απάντησε, μόνο κοίταζε το πιάτο του και μπούκωνε μηχανικά το στόμα του. Ο Βαγγέλης της έκανε νόημα με το βλέμμα του, δείχνοντας πίσω της κι εκείνη, εντελώς αδιάκριτα, γύρισε να δει.
«Α, η Λήδα!», αναφώνησε η Δώρα και ανασηκώθηκε να τη χαιρετήσει.

«Τη φέρνει εδώ», είπε προειδοποιητικά ο Βαγγέλης μέσα από τα δόντια του, χαμογελώντας ψεύτικα. Ο Μίλτος απέμεινε σκυμμένος πάνω από το πιάτο του.
«Ρε φίλε, πώς την αντέχεις… εγώ…», ψιθύρισε, μα το έκοψε, μη θέλοντας να θυμίσει στον φίλο του ότι για τρεις βδομάδες, στα δώδεκά του ήταν ζευγάρι με τη Δώρα.
«Τι ωραία που έχουμε όλα τα ξενιτεμένα μας εδώ!», αναφώνησε η Δώρα πάνω από τον Μίλτο και τον γράπωσε δυνατά από τον ώμο. «Κάτσε, κάτσε μαζί μας, Λήδα, να μας πεις τα νέα σου! Πώς ήταν η ζωή… Σε ποιο χωριό είπαμε ήσουνα;»
«Γεια σας, παιδιά», χαιρέτησε ανάλαφρα η Λήδα, αν και κάπως αμήχανα. «Τι κάνετε;»
«Να εδώ!» παρενέβη η Δώρα «Μας έλεγε ο Μίλτος πότε θα κάνει τους αρραβώνες!» και οι τρεις γύρισαν και την κοίταξαν έκπληκτοι, με το στόμα ορθάνοιχτο.
«Α, αυτά τα λένε πρώτα, Μίλτο!» τον μάλωσε ο κυρ Σίμος, ο ταβερνιάρης, που περνούσε εκείνη την ώρα «Το κρασί, κερασμένο από μένα!»
«Ένα ποτηράκι ακόμη, κυρ Σίμο!» πρόσταξε η Δώρα. «Έλα, Λήδα, να τσουγκρίσεις μαζί μας!» ειπε και σχεδόν την κάθισε με το ζόρι δίπλα στον Μίλτο. Μια αμήχανη σιωπή απλώθηκε στο τραπέζι. Ο Βαγγέλης και ο Μίλτος έριχναν δολοφονικά βλέμματα στη Δώρα, η δε Λήδα κατάχλωμη έμοιαζε να έχει παγώσει και κοιτούσε κάπου στο υπερπέραν.

«Να, που λες, Λήδα μου, τώρα μας τα έλεγε ο Μίλτος τα ευχάριστα. Τι σου είναι το πεπρωμένο! Να εγώ, παντρεύομαι τον Βαγγέλη μου… Το περίμενες ότι θα ήμασταν ποτέ εμείς οι δυο, μαζί;» ρώτησε χωρίς να περιμένει απάντηση «Ααα!» αναφώνησε ξαφνικά κάνοντάς τους να τιναχτούν ξαφνιασμένοι.«Παιδιά, ξέρετε τι θα κάνουμε; Τώρα το σκέφτηκα! Το καλύτερο προbachelor! Αφού έχουμε μαζευτεί όλη η παλιοπαρέα, δε θα ήταν τέλεια να πάμε όλοι μαζί όπως παλιά για κάμπινγκ στο νησάκι του Αη Γιώργη;» είπε και χτύπησε παλαμάκια ευχαριστημένη με την ιδέα της.
«Εγώ δεν ερχόμουν μαζί σας» είπε στριφνά η Λήδα, «Ήμουνα μικρή και δε με θέλατε!»
«Δε σε θέλαμε, γιατί ήσουν διάολος και δεν μας άφηνες σε ησυχία», είπε γελώντας καλόκαρδα ο αδερφός της Λήδας, ο Νίκος, που έφτασε εκείνη τη στιγμή και κάθισε δίπλα της.
Η Λήδα άνοιξε το στόμα της να τον βρίσει, όπως παλιά.

«Ακόμη τσακώνεστε σαν το σκύλο με τη γάτα εσείς;» χαχάνισε η Δώρα κι έπειτα γυρνώντας κατά τη Λήδα είπε, «Ε, τώρα μεγάλωσες! Λοιπόν τι λες; Θα έρθεις μαζί μας; Α, δε δέχομαι αντιρρήσεις! Θα έρθεις! Κάτσε να το στείλω μήνυμα και στην υπόλοιπη παρέα!» αναφώνησε χαρούμενη η Δώρα και πήρε να πληκτρολογεί σαν δαιμονισμένη. Σιωπή έπεσε πάλι στον τραπέζι, όταν ο Βαγγέλης τινάχτηκε σαν να τον χτύπησε ρεύμα. Η Δώρα του ‘χε χώσει κλωτσιά κάτω από το τραπέζι την ώρα που του έστελνε μήνυμα. “Πες κάτι, όλα εγώ πια!” εκείνος την κοίταξε απελπισμένος.

Η κουβέντα γύρισε στον επικείμενο γάμο του Βαγγέλη και της Δώρας, όπου στην ουσία μιλούσαν οι δυο τους με τον Νίκο. Την ίδια ώρα, όμως, εξελισσόταν μια δεύτερη κουβέντα μέσω μηνυμάτων, ανάμεσα στον Μίλτο, τον Βαγγέλη και τη Λήδα, που πλακώνονταν με τη Δώρα, τη Λήδα με τον Νίκο, και τον Μίλτο με τον Βαγγέλη.
«Αμάν πια, η νέα γενιά! Τσουκου τσούκου στα κινητά!» αναφώνησε ο κυρ Σίμος από τη γωνία του, κάποια στιγμή.

*****

«Άιντε, παιδιά αργήσατε!» τους φώναζε ο καπετάν Παντελής, κάνοντάς τους νόημα από το καΐκι του να βιαστούν. Ο Μίλτος και η Λήδα έφτασαν στο λιμάνι από διαφορετικούς δρόμους, καθώς ο Μίλτος απέφευγε αυτόν που περνούσε μπροστά από το σπίτι της Λήδας.
«Τι αργήσαμε;», απόρησε η Λήδα «Στις εφτάμισι δεν είχαμε πει;», ρώτησε τον Μίλτο κοιτώντας γύρω της την άδεια προβλήτα και το καΐκι. Αλλά εκείνος απέφυγε να την κοιτάξει.
«Άιντε, μπείτε μέσα, κι έχω κι άλλη δουλειά!», είπε δύστροπα ο καπετάν Παντελής.
«Μα καλά, στις επτάμισι δεν είχαμε πει;», ξαναρώτησε η Λήδα αμήχανη και ο Μίλτος κοιτώντας πάντα αλλού της έγνεψε θετικά.
«Τους άλλους τους πήγα ήδη εκεί και μ’ έστειλαν για σας. Θα πάτε ή δε θα πάτε, γιατί έχουμε και δουλειές;», έγρουξε ο καπετάν Παντελής και τα μεγάλα του μουστάκια φτερούγισαν εκνευρισμένα. Ο Μίλτος, αμήχανος, πέταξε το σακίδιό του στον καπετάνιο και πέρασε ακροβατώντας την πασαρέλα. Τον ακολούθησε η Λήδα, κοιτώντας ακόμη ανήσυχη γύρω της.

«Οι άλλοι είναι ήδη στο νησί;» ρώτησε μ’ έντονο τόνο αμφιβολίας τον καπετάνιο, που έλυνε με νευρικές κινήσεις τα σχοινιά.
«Τα ίδια θα λέμε;» αναφώνησε θυμωμένα εκείνος.
Όση ώρα κράτησε το πέρασμα ως στο νησί, οι δύο τους κάθισαν όσο πιο μακριά μπορούσαν ο ένας από τον άλλο, αμίλητοι, βυθισμένοι στις σκέψεις τους. Ο Μίλτος προσποιούνταν ότι κοιτούσε κατά το πέλαγος, μα στην πραγματικότητα είχε στυλώσει το βλέμμα του στη Λήδα, κρυμμένος κάτω από το χαμηλωμένο ως τα μάτια σκιάδιό του. Πώς μπορεί κάποιος να του προκαλεί τόσα ανάμικτα συναισθήματα, πόνο και ευτυχία μαζί, αναρωτιόταν και παρακαλούσε να μην έφταναν ποτέ στο νησί. Να έμεναν για πάντα εκεί, με τη Λήδα να στέκεται στην πλώρη, όμοια με το άγαλμα της θεάς Νίκης, έτσι όπως το μακρύ γαλάζιο ημιδιάφανο φόρεμά της ανέμιζε σαν παντιέρα διαγράφοντας το ψηλόλιγνο κορμί της και χιλιάδες αλμυρές σταγόνες την πιτσιλούσαν καθώς το καΐκι έσκιζε με ηδονή τα βαθυγάλανα νερά. Αχ, να μπορούσα να ‘μουν μία από αυτές τις σταγόνες, που πέφτουν πάνω στο καυτό κορμί της, συλλογιζόταν ο Μίλτος κι ένιωθε την απελπισία να τον πλημμυρίζει. Κακώς δέχτηκε να πάει για κάμπινγκ, πώς θα άντεχε να τη βλέπει τόσες ώρες, να είναι τόσο κοντά της και να πρέπει να κρατηθεί μακριά της;

Η Λήδα ένιωθε το βλέμμα του Μίλτου καρφωμένο πάνω της και μια κρυφή χαρά την πλημμύριζε. Η αλήθεια είναι ότι προσπάθησε να είναι όσο πιο όμορφη γινόταν, επίτηδες, για να τον προκαλέσει από την μια, και να του δείξει τι έχασε από την άλλη. Γιατί από τότε που η Δώρα ανέφερε την αρραβωνιαστικιά του Μίλτου, αυτή τα είχε πάρει κρανίο. Να παντρεύεται όταν μόλις πριν ένα χρόνο δήλωνε ερωτευμένος μαζί της; Ευτυχώς που τον είχε σουτάρει τότε. Πόσο ηλίθια είμαι, Θεέ μου, αναρωτήθηκε ακόμη μια φορά. Επί ένα χρόνο να είμαι διαλυμένη, να τον σκέφτομαι τον μαλaka και να νομίζω ότι σοβάρεψε. Κι αυτός… παντρεύεται άλλη! Πότε τη γνώρισε, πότε την ερωτεύτηκε, πότε κατάλαβε ότι είναι ο έρωτας της ζωής του; Αλλά έτσι ήταν από μικρός, άστατος και γυναικάς. Κι αυτή η ανόητη είχε έρθει με τόσες ελπίδες στο χωριό, όταν της είπε ο Νίκος για τον γάμο…

Το καΐκι πλησίασε τον μικρό ανεμοδαρμένο βράχο. Στην κορυφή του φώλιαζε το ξωκλήσι του Άη Γιώργη και στην πίσω πλευρά του μια μικρή αμμώδης παραλία κρυβόταν μισοσκεπασμένη από τη γη, σαν να την αγκάλιαζε. Κατέβηκαν στη μικρή προβλήτα και κοίταξαν τα έρημα βράχια. Ο καπετάνιος έδωσε στον Μίλτο ένα ψυγειάκι με τρόφιμα και ποτά και του είπε κακόκεφα ότι οι άλλοι τους περιμένουν στην παραλία. Πριν προλάβουν να του πουν κουβέντα, μάζεψε την πασαρέλα και τον κάβο κι έφυγε. Ο Μίλτος απέμεινε να τον κοίτα να απομακρύνεται απορημένος ακόμη με τη συμπεριφορά του. Σαν έφτασε κι αυτός στην παραλία, βρήκε τη Λήδα να στέκεται μόνη της, κοιτώντας απορημένη γύρω της.
«Μα πού είναι όλοι;», μουρμούρισε μπερδεμένη, σαν αισθάνθηκε τον Μίλτο δίπλα της.
«Θα κρύβονται να μας κάνουν πλάκα…», είπε με αμφιβολία εκείνος.

Μα όσο κι αν κοίταξαν τριγύρω, δεν εμφανίστηκε κανείς. Το μόνο που βρήκαν ήταν μερικά στρωσίδια και μαξιλάρες, καθώς και ξύλα έτοιμα για φωτιά στην άκρη της παραλίας, κάτω από μια μικρή τριγωνική τέντα.
«Να πάρει! Θα τη σκοτώσω!», αναφώνησε ο Μίλτος και πέρασε εκνευρισμένος τα δάχτυλά του μέσα από τα μαλλιά του. Η Λήδα τον κοίταξε απορημένη.
«Τι έγινε;»
«Είμαστε μόνοι, αυτό έγινε! Θα τη σκοτώσω τη Δώρα!»
«Τι μόνοι;»
«Μόνοι! Μας την έστησαν!»
«Γιατί;»
«Η Δώρα, με τις ιδέες της, για να τα βρούμε!»
«Τι να βρούμε; Δεν είμαστε τσακωμένοι…»
«Δεν είμαστε;» την κατακεραύνωσε ξαφνικά εκείνος.
«Ναι, εντάξει, ήμουν λίγο απότομη την τελευταία φορά που…»
«Απότομη; Με είπες κρίπουλα! Ότι είμαι στόκερ, σαν εκείνον τον μαλaka, γιατί τσέκαρα να δω αν είσαι καλά!», ξέσπασε ο Μίλτος.
«Ε, εντάξει, δεν ήμουν στην καλύτερη φάση και, εδώ που τα λέμε…» ξεκίνησε να απολογείται η Λήδα.

«Μην το πεις!», την έκοψε ο Μίλτος θεωρώντας ότι θα του την πει πάλι για την συμπεριφορά του. Έπειτα της γύρισε ξαφνικά την πλάτη και άρχισε να τηλεφωνεί.
«Σε ποιον τηλεφωνείς;», τον ρώτησε η Λήδα για να προσθέσει ειρωνικά. «Στην αρραβωνιάρα;» προσπαθώντας μάταια να κρύψει τη ζήλια της, καθώς ένιωσε το αίμα της να βράζει και το στόμα της να θέλει να χύσει δηλητήριο. Δαγκώθηκε και, σε μια προσπάθεια να σβήσει τη φωτιά που φούντωνε μέσα της, έβγαλε το φόρεμά της, κατευθύνθηκε προς τη θάλασσα και βούτηξε στα παγωμένα νερά.
«Δεν έχει σήμα!», την πληροφόρησε ο Μίλτος από την παραλία, μόλις την είδε να πλησιάζει στην ακτή.«Το δικό σου έχει;»
«Μπα… Ποτέ δεν πιάνει εδώ…» απάντησε αδιάφορα εκείνη.
«Πήγα ως το ξωκλήσι, αλλά τίποτα»! είπε ο Μίλτος αποκρύπτοντας το μήνυμα που ήρθε στο κινητό του από τη Δώρα: “Είσαι στο σωστό μέρος, τη σωστή στιγμή, άδραξε την ευκαιρία! ”
«Δεν είσαι με τα καλά σου! Να πέσεις από ‘κει πάνω, να σπάσεις κάνα κεφάλι και να μην έχουμε τρόπο να τους ειδοποιήσουμε! Εντάξει, μας έκαναν μια πλάκα. Θα περάσει η νύχτα και θα έρθουν να μας πάρουν! Πώς κάνεις έτσι!»
«Πρέπει να φύγω από εδώ!» αναφώνησε ο Μίλτος και πέρασε εκνευρισμένος το χέρι του μέσα από τα μαλλιά του.

Η Λήδα βγήκε από τη θάλασσα και στάθηκε απέναντί του, κοιτώντας τον προκλητικά στα μάτια.
«Τι φοβάσαι… κατρουλή;» είπε κοροϊδευτικά, αφού δεν κατάφερε να κρατηθεί άλλο.
«Εσύ θα έπρεπε να φοβάσαι… τον κρίπουλα… », σύρισε μέσα από τα δόντια του εκνευρισμένος ο Μίλτος. «Και κόψε αυτό το “κατρουλή”, γιατί θα τις ξαναφάς και δε θα φταίω!»
«Τα νταηλίκια σου, στην αρραβωνιάρα σου!», ξεσπάθωσε η Λήδα «Ορίστε μας!» έκανε εκνευρισμένη και τον έσπρωξε.
«Ποια αρραβωνιάρα μου, μωρέ; Ακούς τις βλακείες της Δώρας! Πώς θα μπορούσα να…» έκοψε την κουβέντα του, μετανιώνοντας ότι είχε πει πολλά, όταν την άρπαξε ξαφνικά από τους ώμους.

«Μην κουνηθείς! Μέλισσα!» της είπε χαμηλόφωνα.
«Έφυγε;» τον ρώτησε ψάχνοντας με τα μάτια της προς τα εκεί που άκουγε το βουητό.
«Τι σου ήρθε να βάλεις λουλουδάτο άρωμα; Μου λες;», την επέπληξε εκείνος έχοντας τα μάτια του καρφωμένα στην μέλισσα που την περιτριγύριζε.
«Δεν σ’ αρέσει;», τον ρώτησε με προκλητικό τόνο η Λήδα.
«Τι κάνεις;», τη ρώτησε μπερδεμένος χαλαρώνοντας τα χέρια του.
«Είχες δίκιο… Φέρθηκα σαν “τσούχτρα”, το ξέρω» είπε απολογητικά η Λήδα κατεβάζοντας το βλέμμα της. «Αλλά το έκανα, γιατί πίστευα πως έτσι σε προστατεύω, να μην σου κάνει κακό…»

«Το ξέρεις ότι δεν είμαι κατρουλής, ε;» τη ρώτησε μισοσοβαρά μισοαστεία εκείνος. Η Λήδα χαμογέλασε θλιμμένα.
«Το ξέρεις ότι αν πάθαινες κάτι εξαιτίας μου, δε θα μπορούσα να ζήσω…» του αντέτεινε με σοβαρό ύφος η Λήδα, κάνοντας γραμμές με το ακροδάχτυλο του ποδιού της στην άμμο.

Η ανάσα του κόπηκε, το στόμα του στέγνωσε και τα χέρια του κρέμασαν, ενώ η καρδιά του χτυπούσε σαν καμπάνα σε γιορτή. Είναι δυνατόν να του λέει αυτό που νομίζει; Η Λήδα σήκωσε το βλέμμα της και ξαφνικά χασκογέλασε βλέποντας το ύφος του. Του φάνηκε ότι άκουσε την καρδιά του να ραγίζει. Με δουλεύει, όπως πάντα με δουλεύει, πέρασε η σκέψη, όμοια σπαθιά, όταν Λήδα ξαφνικά ανασηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της και τον φίλησε απαλά στο στόμα. Έπειτα έγειρε πίσω και τον κοίταξε κατάματα περιμένοντας.
«Τώρα γιατί το έκανες αυτό;» ψέλλισε ο Μίλτος φανερά μπερδεμένος.
Η Λήδα ανέστρεψε το βλέμμα της και ξεφύσηξε απογοητευμένη.

Τώρα εγώ φταίω αν σε πω μπουταλά! σκέφτηκε φανερά εκνευρισμένη. Δεν ήξερε πια τι να κάνει! Έκανε όχι ένα αλλά τρία βήματα! Ζήτησε συγγνώμη, υπονόησε ότι είναι σημαντικός για αυτήν και τον φίλησε, και τώρα ήταν σειρά του να φανεί αν ενδιαφέρεται ακόμη ή όχι, κι αυτός απλά καθόταν εκεί και την κοίταγε με τα μάτια διάπλατα ανοιχτά, το στόμα μισάνοιχτο από απορία, χωρίς να λέει κουβέντα! Να έχει όντως αρραβωνιαστικιά; Μα πριν είπε ότι το είπε η Δώρα… Να κατάλαβε λάθος; Η αμφιβολία την τύλιξε και ξαφνικά ένιωσε το κορμί της να τρέμει, σαν να της είχαν ρίξει έναν κουβά παγωμένο νερό. Έκανε να φύγει, όταν ο Μίλτος την άρπαξε από το χέρι, την έσφιξε πάνω στο κορμί του και τη φίλησε βαθιά.

«Συντονιστήκαμε…» μουρμούρησε ο Μίλτος ανακουφισμένος κι έσφιξε πάνω του τη Λήδα, καθώς κείτονταν αγκαλιασμένοι στα στρωσίδια και κοιτούσαν το χρυσό φεγγάρι που ανέτειλε μέσα από τη θάλασσα απλώνοντας το στραφταλιστό φως του ως αυτούς…
«Τι μουρμουράς;», τον ρώτησε η Λήδα που δεν κατάλαβε.
«Σ’ αγαπάω…» της είπε και τη φίλησε με πάθος.
Ο τόπος, ο χρόνος, οι ψυχές τους, οι ανάσες τους όλα είχαν επιτέλους εναρμονιστεί μεταξύ τους…

Αναστασία Χ.

Τέλος

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading