Ο Φώτης κι εγώ

Η Ευτυχία δεν είχε αδέρφια. Είχε όμως τον Φώτη.

Κανείς δεν ήξερε πολλά γι’ αυτόν. Δεν τον έβλεπες στις φωτογραφίες, ούτε στις οικογενειακές συγκεντρώσεις, ούτε στα πάρτι των συμμαθητών της. Μα όταν η μαμά ξεχνούσε να της πει “καλημέρα” επειδή έτρεχε για να μη χάσει τη δουλειά, ή όταν ο μπαμπάς είχε πάλι “πονοκέφαλο από τα νέα”, ο Φώτης καθόταν δίπλα της, ήσυχος, με το ίδιο πρόσωπο κάθε φορά: εκείνο που δεν σε ρωτάει τίποτα, αλλά σ’ έχει ήδη καταλάβει.

Ο Φώτης ήξερε πράγματα που οι μεγάλοι δεν προλάβαιναν να δουν. Πότε ένα παιδί ήθελε αγκαλιά, ακόμα κι αν γελούσε. Πότε ένα “δεν πειράζει” σήμαινε “πονάω πολύ”. Πότε το σιωπηλό παιχνίδι ήταν φωνή. Και το πιο παράξενο; Είχε την ικανότητα να εμφανίζεται κάθε φορά που κάτι έμοιαζε λάθος, χωρίς κανείς να έχει προλάβει να το πει. Κάθε φορά που ο κόσμος γινόταν λίγο πιο δύσκολος απ’ όσο χωράει στο κεφάλι ενός παιδιού.

Η Ευτυχία δεν μιλούσε συχνά για τον Φώτη. Όχι επειδή τον κρατούσε μυστικό. Απλώς ένιωθε πως κανείς δεν θα την πίστευε. Ή χειρότερα: θα γελούσαν. Όπως γελάνε όταν ένα παιδί λέει κάτι που είναι πιο αληθινό απ’ όσο αντέχουν οι μεγάλοι.

Αυτή είναι η ιστορία της Ευτυχίας και του Φώτη. Ή μάλλον, αυτή είναι η ιστορία της Ευτυχίας — και κάποιων πραγμάτων που, για να τα δεις, πρέπει πρώτα να ξεχάσεις για λίγο αυτά που σε έμαθαν να βλέπεις.

***

Η Ευτυχία ξύπνησε νωρίτερα απ’ όλους. Δεν της άρεσε να ακούει την καφετιέρα να βγάζει εκείνον τον εκνευριστικό ήχο ή την τηλεόραση να λέει “Καλημέρα Ελλάδα” ενώ έξω ακόμη μύριζε νύχτα. Της άρεσε εκείνο το λίγο πριν. Που όλα είναι ήσυχα και τίποτα δεν έχει ακόμη πάει στραβά.

Κατέβηκε στην κουζίνα με τις παντόφλες που έτριζαν λίγο — αρκετά για να την ακούσει ο Φώτης. Ήταν ήδη εκεί. Καθόταν στο τραπέζι, με τα χέρια του πλεγμένα κάτω από το πηγούνι του, κοιτώντας το ταβάνι λες και κάτι του ψιθύριζε. Όπως πάντα, δεν είπε «καλημέρα». Ο Φώτης δεν χρειαζόταν λέξεις. Η Ευτυχία κάθισε απέναντί του και ακούμπησε τους αγκώνες της στο τραπέζι.

– Σήμερα η μαμά θα θυμηθεί ότι είναι Παρασκευή; τον ρώτησε σιγανά.

Ο Φώτης σήκωσε το βλέμμα του.

– Αν της το θυμίσεις με χαμόγελο, ίσως ναι.

Η Ευτυχία δεν χαμογέλασε. Ήξερε ότι η μαμά είχε πολλά στο μυαλό της. Ήξερε ότι ξέχναγε μέρες, ραντεβού, ακόμη και ότι η Ευτυχία είχε κάνει προχτές πυρετό και πήγε σχολείο έτσι κι αλλιώς, γιατί δεν προλάβαιναν να πάνε στον γιατρό. Δεν κρατούσε κακία στη μαμά. Απλώς… κάποιες φορές ένιωθε σαν να έπρεπε να είναι εκείνη η μεγάλη.

Ο μπαμπάς κατέβηκε κατσουφιασμένος. Πήρε το κινητό στο χέρι πριν ακόμη μιλήσει σε κανέναν. Πρώτα scroll, μετά «καλημέρα». Ή και όχι. Ο Φώτης τον κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που μοιάζει με φως από φακό κάτω από κουβέρτα.

– Οι μεγάλοι, είπε ήρεμα, έχουν κουραστεί να βλέπουν. Γι’ αυτό κοιτάνε οθόνες. Είναι πιο απλό.

Η Ευτυχία σήκωσε τους ώμους.

– Εγώ θέλω να βλέπω. Ακόμα κι όταν πονάει.

– Γιατί είσαι παιδί.

– Αυτό είναι καλό;

Ο Φώτης δεν απάντησε. Μόνο της έδωσε ένα μικρό παλιό κουμπί. Κάτι σαν παιχνίδι, σαν φυλαχτό.

– Όταν δεις κάποιον που έχει ξεχάσει πώς να νιώθει, δώσ’ του αυτό.

Η Ευτυχία το έσφιξε στο χέρι της. Ήξερε ήδη σε ποιον θα το δώσει.

Στο σχολείο, όλα ήταν ίδια. Ο Νίκος έσπρωξε πάλι ένα παιδί στη σειρά για το πρωινό. Η Κατερίνα είπε στην Ανθή ότι είναι “παχουλή” και γέλασε. Η κυρία τους έκανε παρατήρηση γιατί δεν είχαν κάνει “καλά γράμματα” στην αντιγραφή. Η Ευτυχία σκέφτηκε να σηκώσει το χέρι και να πει “μήπως να ρωτήσουμε πρώτα αν είναι όλοι καλά σήμερα;”, αλλά δεν το έκανε. Ο Φώτης στεκόταν δίπλα στο παράθυρο. Κοιτούσε έξω. Όχι τους περαστικούς ή τα σύννεφα — κάτι πιο πέρα. Κάτι που μόνο εκείνος έβλεπε.

Στο διάλειμμα, η Ευτυχία πλησίασε την Ανθή. Την είδε να κάθεται μόνη, με τα μισά της μπισκότα πεταμένα. Είχε το βλέμμα που είχε κι η μαμά της όταν δεν ήξερε πώς να ζητήσει βοήθεια. Η Ευτυχία έβαλε διακριτικά το κουμπί δίπλα της.

– Το βρήκα το πρωί στο τραπέζι μου. Φέρνει τύχη.

Η Ανθή δεν είπε τίποτα. Μόνο το κράτησε. Ο Φώτης, από μακριά, έκανε ένα νεύμα. Σαν να της έλεγε μπράβο, χωρίς καν να χρειαστεί η λέξη.

Το απόγευμα, όταν επέστρεψαν σπίτι, η μαμά είχε πονοκέφαλο. Το κινητό της χτυπούσε ασταμάτητα. Τα νέα έλεγαν για ένα ακόμα καλοκαίρι με φωτιές, για νερό που τελειώνει, για θάλασσες που δεν είναι πια γαλάζιες.

Η Ευτυχία κάθισε δίπλα της.

– Μαμά, θες να σου πω ένα μυστικό;

– Τώρα, κοριτσάκι μου; Είμαι λιώμα…

– Είναι μικρό. Πολύ μικρό. Μόνο μία πρόταση.

Η μαμά την κοίταξε από πάνω απ’ την οθόνη, σαν να την έβλεπε για πρώτη φορά εκείνη τη μέρα.

– Πες μου.

– Ο κόσμος δεν τελειώνει όταν όλα πάνε στραβά. Τελειώνει όταν πάψουμε να ακούμε.

Η μαμά έμεινε σιωπηλή. Κάτι δάκρυσε στα μάτια της, αλλά δεν το άφησε να πέσει. Ο Φώτης, καθισμένος στο μπράτσο του καναπέ, την κοίταξε με το πιο ανθρώπινο βλέμμα που είχε δει ποτέ η Ευτυχία.

Το ίδιο βράδυ, η Ευτυχία έγραψε στο τετράδιό της: “Ο Φώτης δεν μου λέει πάντα τι να κάνω. Μερικές φορές δεν λέει τίποτα. Και αυτό είναι που με βοηθάει πιο πολύ.
Όταν οι άνθρωποι μιλάνε συνέχεια, χάνουν τη μουσική πίσω από τις λέξεις. Εγώ θέλω να ακούω και αυτή τη μουσική”.

Το Σάββατο ήταν βροχερό. Η Ευτυχία είχε ζητήσει από τη μαμά της να πάει σε μια συμμαθήτριά της, αλλά η μαμά δεν πρόλαβε ούτε να διαβάσει το μήνυμα της δασκάλας για τη γιορτή.

– Το ξέχασα, αγάπη μου. Είχα κάτι deadline και μετά έμεινα από μπαταρία…
– Κι εγώ έμεινα, αλλά δεν με φορτίζει κανείς, είπε σιγανά η Ευτυχία.
– Τι είπες;
– Τίποτα.

Ο Φώτης καθόταν σταυροπόδι πάνω στο κρεβάτι της, φορώντας το γκρι μπλουζάκι που έλεγε “Don’t panic. I’m imaginary.” .Εκείνη του το είχε γράψει με μαρκαδόρο.

– Θες να παίξουμε; της είπε.

– Θέλω. Αλλά όχι κάτι βαρετό. Να φτιάξουμε δικό μας.

Ο Φώτης έβγαλε κάτω ένα κουτί από παπούτσια. Το είχαν μετατρέψει σε “κέντρο αποστολών”. Μέσα υπήρχαν μικρά χαρτάκια, αποστολές για κάθε μέρα.

Η Ευτυχία τράβηξε ένα. “Βρες τρεις ανθρώπους που μοιάζουν λυπημένοι, χωρίς να το λένε.”

– Αυτό θέλει βόλτα. Δεν με πάνε πουθενά, είπε.
– Πάνε μέχρι το σούπερ μάρκετ. Αρκεί. Οι πιο λυπημένοι είναι συχνά κοντά.

Το μεσημέρι, στο σούπερ μάρκετ, η μαμά της έλεγε «ναι» στο τηλέφωνο σε κάτι που μάλλον δεν ήθελε. Η Ευτυχία περπατούσε δίπλα της με ένα μπλοκάκι. Έγραφε:
1. Η γιαγιά που κοίταζε τις σοκολάτες και δεν έπαιρνε καμία
2. Ο κύριος στο ταμείο που είχε τρία πράγματα και κοιτούσε το πάτωμα
3. Η μαμά μου (λίγο)

Ο Φώτης, που στεκόταν πίσω από το ράφι με τα δημητριακά, της χαμογέλασε.

– Το πέτυχες. Και δεν χρειάστηκε ούτε να μιλήσεις.

– Είναι παιχνίδι ή είναι πραγματικότητα;

– Αν είσαι παιδί, είναι και τα δύο.

Το βράδυ, όταν γύρισαν σπίτι, η μαμά της καθόταν στον καναπέ και κοιτούσε το ταβάνι. Ούτε κινητό. Ούτε τηλεόραση. Ούτε μουσική. Μόνο σιωπή. Η Ευτυχία πήρε το κουτί με τις αποστολές και το ακούμπησε δίπλα της.

– Θες να παίξουμε ένα παιχνίδι;

Η μαμά δεν απάντησε αμέσως. Μετά χαμογέλασε λίγο κουρασμένα.

– Δεν είμαι πολύ καλή στα παιχνίδια.
– Δεν χρειάζεται να είσαι καλή. Αρκεί να παίξεις.

Έβγαλαν ένα χαρτάκι. “Πες κάτι που φοβάσαι, χωρίς να ακουστεί σαν φόβος”. Η μαμά το διάβασε και δάκρυσε.

– Φοβάμαι ότι δεν κάνω αρκετά.

Η Ευτυχία δεν είπε τίποτα. Έπιασε το χέρι της. Ο Φώτης καθόταν δίπλα τους. Δεν μιλούσε. Δεν χρειαζόταν.

Την επόμενη μέρα, η Ευτυχία πήγε σχολείο με το κουτί των «αποστολών». Το είχε βάλει κρυφά στην τσάντα της, τυλιγμένο σε μια παλιά μπλούζα. Δεν ήξερε αν θα το δείξει σε κανέναν. Αλλά κάτι μέσα της της έλεγε ότι ίσως… ναι.

Στο δεύτερο διάλειμμα, η Αντιγόνη – εκείνο το κορίτσι που πάντα έπαιζε μόνη της και ζωγράφιζε σπίτια χωρίς πόρτες – στεκόταν δίπλα στο παγκάκι. Η Ευτυχία την πλησίασε.

– Θες να παίξουμε;

Η Αντιγόνη σήκωσε τους ώμους.

– Τι παιχνίδι;

– Δικό μας. Δεν έχει νικητές. Μόνο κάτι που καταλαβαίνεις, χωρίς να στο λένε.

Η Αντιγόνη χαμογέλασε. Από εκείνα τα χαμόγελα που δεν φαίνονται πολύ, αλλά μένουν.

– ΟΚ.

Η πρώτη αποστολή έλεγε: “Βρες κάποιον που δεν φαίνεται λυπημένος, αλλά είναι”.

Δεν μίλησαν καθόλου. Μόνο κοίταξαν γύρω. Μετά κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Και κάτι έγινε. Μια μικρή γλώσσα επικοινωνίας γεννήθηκε. Ένα βλέμμα. Ένα χαρτάκι. Ένα “σε βλέπω” — που κανείς μεγάλος εκεί γύρω δεν πρόσεξε.

Το ίδιο απόγευμα, η Ευτυχία γύρισε σπίτι, ανέβηκε στο δωμάτιό της και έψαξε τον Φώτη. Δεν ήταν εκεί. Κοίταξε κάτω από το γραφείο. Πίσω από την κουρτίνα. Στο ντουλάπι που του είχε παραχωρήσει «επίσημα» πριν δύο χρόνια. Τίποτα. Αλλά δεν τρόμαξε. Ούτε λυπήθηκε. Έκατσε στο πάτωμα, άνοιξε το κουτί, πήρε ένα λευκό χαρτάκι και έγραψε: “Αποστολή: Βρες ένα παιδί που ψάχνει ακόμα τον Φώτη”. Το δίπλωσε, το φύλαξε, και χαμογέλασε μόνη της.

Ίσως, σκέφτηκε, να μην ήταν ποτέ μόνο δικός της.

Ίσως, όταν χρειάζονται τα παιδιά έναν τέτοιον φίλο, ο Φώτης να βρίσκει τρόπο να χωράει παντού.

Ακόμα και σ’ έναν κόσμο που μοιάζει να μην έχει πια χώρο για φανταστικούς φίλους.

Αφροδίτη Αυγερινού

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading