Αλίκη

Κλώτσησε μαλακά τα χαλίκια σέρνοντας το παπούτσι της και παρατήρησε πως άσπριζε το ξεφλουδισμένο δέρμα εκεί που άγγιξε τις πέτρες. Το έφτυσε γρήγορα και το καθάρισε με το μαντήλι της. Μαύρο σαν πρώτα και καλύτερο. Βάλθηκε να σκουπίσει γύρω γύρω τα παπούτσια της, να μοιάζουν με καινούρια. Να την δουν όμορφη, να μην τη λυπηθούν. Θα έρχονταν είπαν στις πέντε, τι ώρα να ‘ναι τάχα τώρα; Φόρεσε και την καλή της μπλούζα σήμερα, τη γαλάζια. Αυτή που της έδωσε δώρο η νύφη του αδερφού της, του Θωμά. Σπάνια φορούσε άλλο χρώμα εκτός από μαύρο. Δεν της παίρνανε άλλο χρώμα. Ούτε σε ρούχα, ούτε σε παπούτσια. Σπάνια της ψωνίζανε δηλαδή, μόνο αν έλιωναν τα προηγούμενα κι ήταν μεγάλη ανάγκη. Συνήθως της δίναν τα παλιά τους.

Στη βαλίτσα της είχε μόνο μια αλλαξιά ρούχα, μαύρη φούστα και μαύρη μπλούζα και αυτή που φορούσε σήμερα, την καλή της. Πέντε κιλότες, δύο ζευγάρια κάλτσες, παλιά και μπαλωμένα απ’ τις νυφάδες της, μια νυχτικιά και δύο πετσέτες. Είχε και το παλτό της το γκρι για το χειμώνα. Στις τσέπες του είχε κρύψει τους θησαυρούς της. Μια χούφτα καραμέλες και τις φωτογραφίες.

Έφτιαξε τη μαντήλα της κι έσπρωξε τις άκρες των μαλλιών της μέσα, να μην την ενοχλούν στο πρόσωπο. Γιατί τους άφησε να της τα κόψουν; Κανόνες και βλακείες. Τώρα δεν πιάνονται εύκολα κι όλο ξεφεύγουν απ’ τη μαντήλα και τη γαργαλούν στα μάγουλα. Έσυρε ξανά το πόδι της στα χαλίκια. Ζέστη έκανε σήμερα. Μέχρι το μεσημέρι ήταν κάψα, τώρα δρόσισε λιγάκι. Γι’ αυτό βγήκε έξω στην αυλή. Ωραία ήταν εδώ. Ούτε λάσπες, ούτε σβουνιές* και καβαλίνες*. Μόνο χαλίκια κι άσφαλτο. Γύρω έβλεπες παντού δέντρα και θάμνους. Μάλλον τους έκοβαν, γιατί ήταν όλοι στρόγγυλοι και ίδιοι. Είχε δει ένα μπάρμπα τις προάλλες με μια μεγάλη ψαλίδα να τους πειράζει. Το χειμώνα θα ήταν ωραία . Να ‘πιανε άραγε χιόνι εδώ; Να τό ‘στρωνε και πάνω στους καλοκουρεμένους θάμνους! Ωραία θα είναι, σα σεντόνι λευκό. Μόνο να μην κάνει πολύ κρύο. Μέσα δεν έχει μπουχαρή* και θα κάνει πούντα*. Θυμήθηκε πώς κάθονταν στο μπουχαρή, στην κουζίνα του σπιτιού του αδερφού της του μεγάλου. Όλοι μαζί μπροστά στη φωτιά, κι έσπαζαν καρύδια με το γουδοχέρι*. Και τότε καλά ήταν. Την πήρε το παράπονο και βούρκωσε.

Δεν την ήθελαν. Την έδιωξαν για εδώ. Σκούπισε τα δάκρυα που έτρεξαν με το χέρι. Όλα θα τα ‘λεγε στο Θωμά και τη γυναίκα του. Αυτοί την αγαπούσαν. Της έφερναν και δώρα. Καινούρια. Αγοραστά. Μα γιατί αργούν; Δεν πήγε πέντε ακόμη; Με ξέχασαν κι αυτοί, δε θα ‘ρθουν, σκέφτηκε με απογοήτευση. Με ξέχασε κι ο Θωμάς κι ο μικρός, ο Νίκος κι έφυγαν. Μ’ άφησαν με τους μεγάλους να με ματσακώνουν*. Το ίδιο και η Βαγγελιώ με τη Γιούλα, αλλά αυτές τις έδιωξαν να παν στα σπίτια τους. Δεν τις ακούν ό,τι και να λένε, πώς να με πάρουν κι αυτές οι έρμες;

Θυμήθηκε την αδερφή της, τη Γιούλα, που μίλαγε με τ’ αδέρφια τους τα μεγάλα για το γάμο της και την ανάστροφη* που έφαγε. Δεν ματάκρινε* ντιπ*. Κάναν οι άντρες συμβούλιο κι αποφάσισαν τι θα γίνει. Ταχιά* θα της έδιναν την προίκα. Όπως και στη μεγάλη, τη Βαγγελιώ, που είχε δέκα χρόνια παντρεμένη και δεκάρα* τσακιστή δεν είδε ποτέ απ’ αυτούς. Απ’ την κληρονομιά των γονέων τους. Αδικημένοι όλοι τους οι μικροί, στην περιουσία την πατρική. Τα δύο αγόρια τα μεγάλα έκαναν το κουμάντο πάντα. Από τότε που χάθηκε ο πατέρας δηλαδή.

Τη μάνα δεν τη θυμόταν καλά. Τα ποδάρια της μόνο τα γυμνά που ήταν αδύνατα και κάτασπρα θυμόταν και τα μάτια της τα μεγάλα που ήταν θλιμμένα συνήθως. Μόνο όταν της γλυκομιλούσε γέλαγαν τα μάτια της. Τη φωνή της την είχε ξεχάσει, αλλά τη μυρωδιά της τη θυμόταν σαν τώρα. Ήταν κούτσινη* όταν την έχασε, πέντε ή έξι χρονών. Δέκα χρόνια μετά πέθανε κι ο πατέρας. Μόνο αυτός φώναζε στους μεγάλους και τον σέβονταν. Την αγαπούσε ο πατέρας της. Ποτέ δεν της είχε πει κακιά κουβέντα. Άμα χάθηκε κι αυτός, λες κι άλλαξαν όλα.
– Αλίκη, Αλίκη! ακούστηκε η φωνή μιας νοσοκόμας. Εδώ είναι! Ελάτε! Αλίκη μου, έχεις επισκέπτες!

Στράφηκε προς το μέρος τους και το σκέφτηκε λίγο. Ήρθαν τελικά. Μ’ αγαπούν στα αλήθεια, δε με γέλασαν. Έτρεξε προς τα εκεί. Την πρόλαβε η ανηψιά της, η Τζένη, που έτρεξε πιο γρήγορα και την πήρε αγκαλιά πρώτη, πριν απ’ τους άλλους. Την έσφιξε στην αγκαλιά της. Πόσο μεγάλωσε! Σωστή δεσποινίδα απ’ την πρωτεύουσα! Πόσο να ήταν τώρα; Πόσο καιρό είχε να τη δει; Το Πάσχα δεν είχαν έρθει φέτος. Της θύμιζε πολύ τον εαυτό της. Όχι πως είχε ποτέ αυτή τόσο ωραία ρούχα, αλλά να, στα μούτρα ήταν ίδιες! Στρόγγυλο πρόσωπο με μικρό μέτωπο και παχιά φρύδια! Γαϊτανοφρύδα, που έλεγε κι ο πατέρας. Μεγάλα αμυγδαλωτά μάτια, με μικρή πεταχτή μυτούλα και χείλη σαρκώδη. Τα μαλλιά της κατσαρά, σκούρα καστανά και μακριά. Θα ‘ταν δώδεκα – δεκατρία; ίσα που μπουμπούκιαζε το σώμα της και τι φοράει; ντρίλινο* πανταλόνι; Τη φίλησε και στα δύο τα μάγουλα κι η μικρή ανταπέδωσε. Να ‘χε κι αυτή μια κόρη… Μα κι αυτή κόρη της ήταν. Την κράτησε, αγκαλιάζοντάς την, με το χέρι στ’ αριστερά της και έδωσε το δεξί της χέρι στον αδερφό της που πλησίασε. Χαιρετήθηκαν με χειραψία. Ποτέ τους δεν αγκαλιαζόντουσαν τ’ αδέρφια. Πίσω του ήταν η νύφη της, η Ηλέκτρα, που την πήρε αγκαλιά και τη φίλησε. Αχ αυτές οι αγκαλιές! Ένιωθε λίγο άνθρωπος κι αυτή μέσα στην αγκαλιά τους. Ένιωθε πως την αγαπούν και τη νοιάζονται. Της έδωσε μια μεγάλη τσάντα πλαστική, γεμάτη και βαριά.
– Αυτά είναι για σένα! της είπε η νύφη της χαμογελώντας πλατιά. Ε, το χαμόγελο ήταν μεταδοτικό.
– Πάμε μέσα να τ’ ανοίξεις και να τα δεις με την ησυχία σου ή θες να πάμε στα παγκάκια να κάτσουμε και να μας πεις τα νέα σου; ρώτησε ο αδερφός της.
– Θεία, πάμε μέσα να δεις τι σου φέραμε!, είπε η ανηψιά της τραβώντας την απ’ το χέρι προς την είσοδο του κτιρίου, που στην κορυφή του έγραφε ακαταλαβίστικα Π.Ι.Κ.Π.Α. Θα ρωτούσε αργότερα τη μαμά της τι είναι αυτό, σκέφτηκε η Τζένη. Τώρα θα έδειχναν τα δώρα τους στη θεία Αλίκη και μετά θα έλεγαν τα δικά τους, όπως έκαναν στο χωριό. Ένας από τους λίγους ανθρώπους που την άκουγε χωρίς να τη μαλώνει. Πάντα την ενθάρρυνε και της χαμογελούσε, ακόμη κι όταν της εξιστορούσε τις αταξίες της ή κακές σκέψεις. Ακόμη και τότε της έδινε μία καραμελίτσα στο τέλος της κουβέντας για να τη θυμάται με γλύκα.

Προχώρησαν σε μία μεγάλη αίθουσα που κατέληγε σε δύο μαρμάρινες σκάλες δεξιά κι αριστερά για τον επάνω όροφο, ενώ στο κέντρο ήταν μία τζαμαρία με πόρτα και το ασανσέρ. Ανέβηκαν τη δεξιά σκάλα. Η Αλίκη μαζί με όλα τ’ άλλα είχε και κλειστοφοβία. Δεν έμπαινε σε ασανσέρ. Στον όροφο, ακολουθώντας το διάδρομο, είχε δεξιά κι αριστερά λευκές πόρτες με νούμερα απ’ έξω, καταλήγοντας σε μία μακρόστενη σάλα με σκούρους γκρι καναπέδες από δερματίνη και παρόμοιες καρέκλες με μεταλλικά πόδια. Τα παράθυρα μεγάλα, με κουρτίνες σκούρες, μέχρι το πάτωμα, που τώρα ήταν τραβηγμένες στις άκρες. Έξω φαίνονταν οι κορυφές των δέντρων μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι σου. Διάλεξαν να κάτσουν στον καναπέ. Η Αλίκη στη μέση, έχοντας δεξιά κι αριστερά της τη νύφη της και την ανηψιά της.
Ο Θωμάς έμεινε όρθιος απέναντί τους. Κοίταξε γύρω του κι έβαλε τα χέρια στις τσέπες του παντελονιού του. Αυτή την ώρα ήταν μόνοι τους στο σαλόνι. Πιθανώς οι υπόλοιποι τρόφιμοι να ξεκουράζονταν ή να έκαναν τις θεραπείες τους. Αυτά σκεφτόταν βλέποντας την αδερφή του χαρούμενη να ψάχνει στην τσάντα. Περίμενε να ακούσει από την ίδια την Αλίκη τα νέα της. Αν της άρεσε εδώ. Αν έκαναν καλά που την πήραν απ’ το χωριό μετά το… συμβάν. Δεν το χωρούσε το μυαλό του πως έγινε τέτοιο πράγμα! Για όλα τους είχε ικανούς τους αδερφούς του, αλλά νόμιζε πως την πρόσεχαν. Την προστάτευαν και την αγαπούσαν την Αλίκα τους. Πώς άφησαν να συμβεί κάτι τέτοιο;

Πέρασαν έξι μήνες απ’ το τηλεφώνημα της αδερφής του, της Βαγγελιώς, που έντρομη τους περιέγραψε το βιασμό της Αλίκης. Έφυγε για ν’ αρμέξει τη γελάδα το πρωί και δεν την έψαξαν παρά μόνο αργά το βράδυ, που δεν είχε επιστρέψει. Θα μπορούσε να την είχε σκοτώσει ο αλήτης και δεν θα παίρνανε χαμπάρι. Τη βρήκαν μέσα στα αίματα και στις βρωμιές στο στάβλο κι αντί να την περιποιηθούν, την έδειραν κι από πάνω! Τους ντρόπιασε είπαν, τόσο τους κόβει! Η Αλίκα μας τους ντρόπιασε, δεν μας ντροπιάζουν αυτοί τόσα χρόνια με τις παραξενιές τους! Ούτε ο βρωμιάρης που τη βίασε! Ευτυχώς που πέθανε ο αχρείος και γλίτωσαν τα χειρότερα. Καρδιά είπαν, έμφραγμα. Υπάρχει Θεός, γιατί καρδιά δεν έχουν τέτοιοι άνθρωποι. Μακρινός τους θείος ήταν και κουτσός. Πώς την ξεγέλασε όμως; Πώς την κατάφερε, κουτσός άνθρωπος και γύρω στα εξήντα; Τόση δύναμη είχε; Αθώα τελείως ήταν η δικιά τους, απονήρευτη. Πάντα να βοηθά, να μην κακοκαρδίζει κανένα, ό,τι κι αν της είχαν πει, ό,τι κι αν της είχαν κάνει. Κακία δεν κράταγε ποτές. Καλύτερα που την πήραν μακριά. Να ζήσει σαν άνθρωπος, να την προσέχουν. Εδώ έχει και γιατρούς και νοσοκόμες, να της δίνουν τα φάρμακά της. Θα κάνει μπάνιο κάθε μέρα και θα τρώει ένα φαΐ της προκοπής κι όχι ό,τι περισσεύει. Δεν το χώραγε ο νους του πώς είχε αφήσει να συμβούν όλα αυτά στην αδερφή του. Πώς είχαν αφήσει όλοι τους να της συμβούν.

– Ε βγάλε βρε θεία το μαντήλι να τα δοκιμάσουμε τώρα τα κοκαλάκια! είπε η Τζένη κρατώντας στα χέρια της μία βούρτσα μαλλιών από ταρταρούγα. Πλαστική ήταν, made in China, αλλά είχε τα χρώματα κι έμοιαζε κοκάλινη. Το ίδιο και τα χτενάκια που είχε στα πόδια της και σκόπευε να τα βάλει στα μαλλιά της λατρεμένης της θείας. Τη χτένισε και της τα φόρεσε, δεξιά κι αριστερά πίσω από τ’ αυτιά της. Απομακρύνθηκε λίγο και την κοίταξε με μισόκλειστα μάτια και χαμογέλασε ικανοποιημένη με το αποτέλεσμα. Κούκλα είσαι! Έτσι να τα φτιάχνεις από δω και πέρα! Μην ξαναφορέσεις το μαντήλι, σε παρακαλώ. Να, κοίτα κι εσύ στον καθρέφτη! της έδωσε ένα στρόγγυλο πλαστικό ροζ καθρέφτη με βάση, που απ’ τη μία πλευρά έβλεπες το είδωλό σου σε φυσικές διαστάσεις κι από την άλλη, αν το γύριζες, ήταν σε μεγέθυνση. Γέλασαν πολύ με την έκπληξη της Αλίκης που κοιτούσε τα ρουθούνια της μεγεθυμένα και τρόμαξε. Ναι, της άρεσαν τα μαλλιά της έτσι. Τι ωραία πράγματα της έφεραν! Ποτέ δεν είχε δικό της καθρέφτη! Πάνω απ’ τη βρύση της κουζίνας είχαν καθρέφτη, αλλά ήταν χαλασμένος στις άκριες και θαμπός. Έφτιανε τις πλεξούδες της μονάχη της και δεν κοιταζόταν στον καθρέφτη ποτές, γιατί την μάλωναν οι νυφάδες της πως χασομερά. Χαλάλι που της τα ‘κοψαν τα μαλλιά. Τώρα θα χτενίζεται και θα τα φτιάχνει μπροστά στον καθρέφτη της.

– Δικά μου είναι όλα αυτά; Για μένα τα φέρατε; ρώτησε συνεσταλμένα .
– Ναι, Αλίκη μου! Για ποιον άλλο; Όλα δικά σου! Να δοκιμάσεις και τα φουστάνια, να τα βγάλεις πια τα μαύρα. Δεν έβρασες με τόση ζέστη; Η μπλούζα που φοράς, δε λέω, όμορφη είναι, αλλά είναι για το φθινόπωρο, όταν πιάσουν οι ψύχρες. Δεν είναι καλοκαιρινή. Τώρα που κάνει ζέστη θα φοράς ανάλαφρα ρούχα, δροσερά!, της είπε η Ηλέκτρα. Της έβγαλε απ’ τη σακούλα να δει και τα εσώρουχα που της πήραν και στηθόδεσμο, που δεν είχε και μία νυχτικιά.

Το καημένο, σκέφτηκε η Ηλέκτρα με θυμό, πόσο στερημένο το έχουν! Απ’ όλα! Τι έζησε τριανταπέντε χρόνια ζωής; Μόνο αρρώστιες, στενοχώριες, ξύλο και ταπεινώσεις. Το άμοιρο το ορφανό που έπεσε στα χέρια και την ανάγκη των αδερφών του και των γυναικών τους, που δεν το αγάπησαν και δεν το πρόσεξαν ποτέ. Σαν χθες θυμάται που την πήγε ο αρραβωνιαστικός της, πριν δεκαπέντε χρόνια, να γνωρίσει τ’ αδέρφια του στο πατρικό του στο χωριό. Απ’ έξω ακουγόταν οι φωνές, τα κλάματα και τα ουρλιαχτά. Σαν μπήκαν μέσα, η εξώπορτα ήταν ανοιχτή, προχώρησαν στο κεντρικό δωμάτιο του σπιτιού, την κουζίνα. Μόνο η φωνή του Σταύρου, του μεγαλύτερου αδερφού ακούγονταν τώρα δυνατά, ενώ οι άλλοι γύρισαν και κοιτούσαν τους νεοφερμένους. Η Αλίκη στο πάτωμα, δεμένη με τριχιά γύρω απ’ όλο της το σώμα και στο στόμα της ένα πανί, σχεδόν λιπόθυμη, να τραντάζεται. Είχε σπασμούς και τα μάτια της είχαν ασπρίσει. Είχε φοβηθεί τόσο πολύ η Ηλέκτρα που τράβηξε το Θωμά να φύγουνε από ‘κει. Τι άνθρωποι ήταν αυτοί; Τι κάνανε στο κορίτσι; Την κράτησε στην αγκαλιά του και την καθησύχασε, ελευθερώνοντας ευθύς αμέσως απ’ τα δεσμά της την αδερφή του τη μικρή, όπως έμαθε αργότερα που της συστήθηκαν όλοι. Είχε επιληπτικές κρίσεις και τη δένανε για να μην κάνει κακό στον εαυτό της. Αυτή ήταν η εξήγηση που δόθηκε. Εξήγηση που δεν έπεισε κανένα. Όποιο απ’ τα αδέρφια και να ρώτησε, σαφή απάντηση για την αρρώστια της Αλίκης δεν πήρε. Άλλος έλεγε πως έπεσε μωρό απ’ την κούνια και χτύπησε, άλλη πως έπαθε ωτίτιδα και της έμειναν οι κρίσεις, άλλη πως έκανε πυρετό και δεν την πήγαν στο γιατρό… Τρέχα γύρευε. Όπου ο φτωχός κι η μοίρα του. Το παράτησαν το ορφανό να μεγαλώνει μόνο του μέσα στα πειράγματα των χωριανών που το θεωρούσαν δαιμονισμένο. Έτσι δεν πήγε ποτέ σχολείο κι έμεινε σπίτι να βοηθά στις δουλειές. Μόνος του μεγάλωσε κι ο άντρας της κι ο κουνιάδος της, που ήταν μαζί με την Αλίκη τα μικρότερα παιδιά της οικογένειας, αλλά αυτά ως αγόρια πήγαν σχολείο. Μορφώθηκαν και σαν μεγάλωσαν λιγάκι έφυγαν να βρουν την τύχη τους αλλού. Χωρίς καμία βοήθεια απ’ το σπίτι, ό,τι έκαναν μεταξύ τους, ο ένας για τον άλλο. Τα κατάφεραν και πρόκοψαν και οι δύο. Η Αλίκη όμως δε στάθηκε το ίδιο τυχερή. Έμεινε στο πατρικό, στην οικογένεια του μεγάλου αδερφού, να υπηρετεί τη γυναίκα του σε όλα. Είχε κι αυτή την αρρώστια. Κι αντί να την πάνε σε γιατρό, να κάνει εξετάσεις, να πάρει φάρμακα ή ό,τι χρειαζόταν, η απομόνωση και η τριχιά έγιναν η θεραπεία, μαζί με καθημερινές προσβολές και ξύλο. Την θεωρούσαν χαζή, μα η Ηλέκτρα είχε καταλάβει πως πέρα από μια αθωότητα, το μυαλό της ήταν ξουράφι. Τα πάντα καταλάβαινε κι ας μη μιλούσε. Στην ίδια έλεγε κρυφά ιστορίες απ’ το παρελθόν κι όσα έλεγαν πίσω απ’ την πλάτη της οι συννυφάδες της και οι κουνιάδες της. Όλα τα καταλάβαινε κι όλα τ’ άκουγε, αφού μιλούσαν μπροστά της σαν να μην υπήρχε. Έπρεπε να την είχαν πάρει νωρίτερα από κει μέσα, αλλά ποτέ δεν είναι αργά.

– Αυτά τι είναι; ρώτησε η Αλίκη κρατώντας ένα κουτί ζαχαροπλαστείου στα χέρια της.
– Άνοιξέ το να δεις!, της απάντησε η Ηλέκτρα, βοηθώντας τη να βγάλει το σελοτέιπ.
– Καραμέλες βουτύρου, φλοκάκια* και μέντες! Για μένα κι αυτά;
– Ναι αγάπη μου, όλα για σένα, δεν είπαμε;
Βούτησε μια χούφτα και τα έβαλε στο χέρι της ανηψιάς της.

– Να, πάρε κι εσύ! Εγώ έχω πολλά τώρα. πρότεινε το κουτί προς τη νύφη και μετά στον αδερφό της.
– Μην τα μοιράσεις στους άλλους, ικανή σ’ έχω να δώσεις όλα! Για σένα τα πήραμε. Δικά σου είναι και τα ρούχα και τα πράγματα. Θα πω και στην προϊσταμένη να έχει το νου της. είπε ο αδερφός της κοφτά, σπρώχνοντας το χέρι της συζύγου του που τον τραβούσε με νοήμα να σταματήσει.
– Ο Θωμάς εννοεί Αλίκη μου, πως μπορείς να δώσεις σε κάποια φίλη σου, αν έχεις, μία καραμέλα, έτσι δεν είναι Θωμά; Δεν μας είπες όμως τίποτα ακόμη για σένα. Πώς σου φαίνεται εδώ; Σ’ αρέσει; Σου φέρνονται καλά; Έκανες φίλους; είπε η Ηλέκτρα, διακόπτοντας τον άντρα της που άθελά του ίσως φερόταν στην αδερφή του όπως και οι άλλοι, επιθετικά, με αποτέλεσμα η Αλίκη να τραβηχτεί πίσω, να ζαρώσει το μέτωπο και να έχει στάση άμυνας. Αχ αυτοί οι άντρες!, σκέφτηκε. Μονοκόμματοι είναι! Καθόλου διπλωματία δεν έχουν! Να τώρα, την έκανε να βουρκώσει. Θα του τα πω απ’ την καλή, μόλις φύγουμε όμως. Ένα με τ’ αδέρφια του είναι κι αυτός!

– Γιατί κλαις θεία μου; ρώτησε η Τζένη. Δεν είναι καλά εδώ;
– Καλά και τρίκαλα είναι, απάντησε η Αλίκη σκουπίζοντας τα μάτια της, αλλά γιατί με έδιωξε ο Σταύρος κι ο Γιώργος; Τους βάραινα*; Οι γυναίκες τους δε με ήθελαν τώρα που μεγάλωσαν τα παιδιά; Έπιανα χώρο; Θα πήγαινα να κοιμηθώ στην αποθήκη με τα καλαμπόκια, δε με πείραζε.
– Μα τι είναι αυτά που λες; τη διέκοψε ο αδερφός της. Εγώ κι ο Νίκος αποφασίσαμε να φύγεις από ‘κει και σου κλείσαμε θέση εδώ. Για να είσαι καλύτερα, να σε προσέχουν. Δεν σε έδιωξε κανένας, πώς θα μπορούσε άλλωστε να σε διώξουν απ’ το σπίτι σου; Όσο είναι δικό τους το πατρικό, άλλο τόσο είναι και δικό σου.
Αλήθεια; ρώτησε όλο ελπίδα και η υποψία ενός χαμόγελου πήρε να σχηματίζεται στα χείλη της. Δε με έδιωξαν! Δε με έδιωξε κανείς τους! Μπορώ να γυρίσω στο χωριό λοιπόν! Πότε θα φύγουμε; Μπορούμε και τώρα; Θα με πάτε πίσω;

– Γιατί Αλίκη μου; Δε σ’ αρέσει εδώ; Δεν περνάς καλά; Δε σου φέρονται καλά;
– Καλοί άνθρωποι είναι, αλλά δεν τους ξέρω. Δεν έχω τι να κάνω εδώ, δεν έχει ζώα, χωράφια, μποστάνια. Όλη τη μέρα πλαλάω* στην αυλή και μέσα. Μέσα – όξω είμαι συνεχώς. Πάμε στην τραπεζαρία το πρωί, το μεσημέρι και το βράδυ και μετά ύπνο. Α, ναι, έρχεται κι ο γιατρουδάκος και με ρωτάει αν πονάω και πώς πονάω και κάθε πότε πονάω. Παίρνω και κάτι καψούλες για τον κεφαλόπονο λέει, να μη με πιάνει.
– Καλά κι οι άλλοι που μένουν εδώ, τι κάνουν όλοι μέρα; Κοιμούνται;
– Μαζεύουνται σε μια μεγάλη αίθουσα το πρωί, μετά το τσάι και διαβάζουν, παίζουν χαρτιά, κεντούν και τέτοια. Εγώ ούτε να διαβάζω ξέρω, ούτε θέλω να κεντώ.
– Γιατί δεν παίζεις χαρτιά τότε; Όπως όταν παίζουμε μαζί; ρώτησε η Τζένη.
– Δεν τους ξέρω αυτούς, με σένα είναι αλλιώς, είπε και της χάιδεψε το κεφάλι αγκαλιάζοντάς την. Θα με πάτε πίσω τώρα; Να πάω να μάσω* τα συμπράγκαλά μου;

– Αλίκη μου, είπε η Ηλέκτρα, προλαβαίνοντας τον άντρα της που είχε συνοφρυωθεί και ήταν έτοιμος να απαντήσει μάλλον απότομα κι αρνητικά. Είναι μόλις ένας μήνας που είσαι εδώ και μπορεί γι’ αυτό να σου φαίνεται παράξενα. Δεν νομίζεις πως θα πρέπει να προσπαθήσεις λίγο να βρεις φίλους, νέες ασχολίες, να ξεφύγεις απ’ το χωριό;
– Δε με θέλουν στο χωριό;
– Βρε Αλίκα, ποιος δε σε θέλει στο χωριό; Δεν τους πέφτει λόγος στο κάτω- κάτω! Εμείς σε πήραμε από ‘κει για καλύτερα. Για το καλό σου. Τώρα μας τα γυρνάς; Τι θα πει δεν ξέρεις κανένα; Εδώ θα είναι το σπίτι σου. Εγώ όταν πήγα στην Αθήνα μόνος μου, τους ήξερα; Τους γνώρισα με τον καιρό. Όλοι όταν φεύγουμε απ’ το πατρικό έτσι είμαστε στην αρχή, δεν ξέρουμε κανένα!, είπε εκνευρισμένος ο Θωμάς.
– Εσύ δούλευες. Εγώ εδώ τι δουλειά θα κάνω; Θα κάθομαι; είπε η Αλίκη και η νύφη της θαύμασε γι’ άλλη μια φορά την ευστροφία της. Να που όλοι τη θεωρούσαν καθυστερημένη, τι καλά που τον τάπωσε τον δικό της, που ήταν κι έξυπνος!

– Δεν μπορείς να το συζητήσεις με το γιατρό ή με την προϊσταμένη αυτό το θέμα της απασχόλησης; τη ρώτησε.
– Τι είναι η σχόληση; Εγώ για δουλειά είπα, απάντησε η Αλίκη σοβαρή.
– Ναι Αλίκη μου, το ίδιο είναι. Απασχόληση είναι η εργασία, η δουλειά δηλαδή. Γιατί δεν το συζητάς μαζί τους; Ίσως αυτοί έχουν να σου κάνουν κάποια πρόταση, να σου βρουν δηλαδή κάποια δουλειά που θα σου αρέσει. Ίσως κι ο Θωμάς να μπορούσε να τους μιλήσει γι’ αυτό. Να βρεθεί μια λύση. Απαραίτητη προϋπόθεση βέβαια είναι να δεχτείς εσύ να κάνεις μία προσπάθεια και να μείνεις εδώ. Με το ζόρι δε γίνεται τίποτα.
Η συζήτηση τελείωσε απότομα με την εμφάνιση της νοσηλεύτριας που τους ανακοίνωσε πως τέλειωσε η ώρα του επισκεπτηρίου. Σηκώθηκαν όρθιες κι αγκάλιασαν την Αλίκη που τους κοιτούσε σα χαμένη.

– Την άλλη βδομάδα θα έρθει ο μικρός να σε δει. Την από πάνω, θα ξανάρθουμε εμείς, της είπε στα γρήγορα ο Θωμάς, πιάνοντάς της το χέρι.
– Όταν ξανάρθουμε, θα σου φέρουμε και παντοφλάκια να φοράς και σανδάλια, να τις βγάλεις τις κάλτσες, της είπε η Ηλέκτρα.
Κατέβηκαν όλοι μαζί στο ισόγειο, κατευθυνόμενοι προς την κύρια είσοδο. Η Τζένη κράταγε το χέρι της θείας της που προχωρούσε ανέκφραστη μαζί τους. Μόλις βγήκαν στην αυλή, της το έσφιξε και της είπε χαμηλόφωνα:

– Αν μ’ αφήσουν, εγώ θα έρθω και την άλλη Κυριακή με το θείο το Νίκο. Θες να σου φέρω κάτι;
– Τι να τα κάνω τα λούσα κοτούλα μ’; της απάντησε με πίκρα και την αγκάλιασε σφιχτά. Άη στο καλό να πάτε! Θα σας περιμένω να ξανάρθετε. Θα βάλω και τα φουστάνια και τα χτενάκια. Όλα θα τα βάλω…, συνέχισε να τους μιλάει, ακόμη κι όταν είχαν απομακρυνθεί από την είσοδο πηγαίνοντας με τα πόδια στη στάση του ΚΤΕΛ. Έμεινε εκεί και κοίταζε το σημείο που έστριψαν, έχοντας στην αγκαλιά της την τσάντα με τα πράγματα που της έφεραν. Μπήκε μέσα όταν σκοτείνιασε κι άκουσε πίσω της θόρυβο από τους άλλους τροφίμους που πήγαιναν στην τραπεζαρία για το δείπνο.

Επίλογος: Τη θεία μου την Αλίκη την είδα τελικά άλλες έξι φορές, στο ίδιο μέρος, μαζί με τους γονείς μου. Κάποιες φορές δεν είχα πάει μαζί τους γιατί δεν ήταν ευχάριστο. Με τον καιρό είχε παραιτηθεί απ’ την ιδέα της επιστροφής της στο χωριό, της ανάγκης της για δουλειά και είχε παχύνει υπερβολικά. Χαρά έβρισκε μόνο στα γλυκά που της πηγαίναμε όσοι την επισκεπτόμαστε εβδομαδιαίως ή και ανά μήνα και είχε χάσει το ενδιαφέρον της για τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας ή τον “έξω κόσμο” γενικότερα. Οι κουβέντες της είχαν περιοριστεί, δεν άνοιγε ποτέ συζήτηση, με δυσκολία έδινε απαντήσεις κι αυτές μονολεκτικές συνήθως. Η λάμψη των ματιών της και το χαμόγελό της είχαν ξεθωριάσει. Ο μπαμπάς έλεγε πως την πείραξαν τα φάρμακα, την είχαν ζαβλακώσει. Μετά από ένα χρόνο, μας ειδοποίησαν από το ίδρυμα πως είχε μεταφερθεί “εσπευμένα” στο γενικό νομαρχιακό νοσοκομείο με πνευμονικό οίδημα. Εκεί όταν πήγαν ο μπαμπάς μου κι ο θείος ο Νίκος, απλά τους ενημέρωσαν για το θάνατό της. Στην κηδεία της θυμάμαι όλο το σόι να παρίσταται: αδέρφια, νύφες, γαμπροί, ανήψια, αλλά και ξαδέρφια, γείτονες και χωριανοί που πενθούσαν. Τα αρσενικά αδέρφια φορούσαν και τη μαύρη κορδέλα στα μπράτσα, ένδειξη πένθους, ενώ οι γυναίκες φορούσαν μαύρα. Έκλαιγαν κιόλας, ίσως από τύψεις, ίσως και να το ένιωθαν στ’ αλήθεια το κρίμα…

Τζένη Γκαμπλιά

*σβουνιές: κοπριά της αγελάδας

*καβαλίνες: κοπριά αλόγων

*μπουχαρής: τζάκι

*πούντα: παγωνιά
*γουδοχέρι: σκεύος για σπάσιμο ξηρών καρπών και άλεσμα καρπών

*ματσακώνουν: δέρνουν
*ανάστροφη: σφαλιάρα με την ανάποδη της παλάμης

*ματάκρινε: ξαναμίλησε
*ντιπ: καθόλου

*δεκάρα: παλιό νόμισμα 1/10 της δραχμής

* ταχιά: σύντομα

*κούτσινη: μικρή
*ντρίλινο: είδος τζίν υφάσματος

*φλοκάκια: μαλακές καραμέλες

*βάραινα: ήμουν βάρος
*μάσω: μαζέψω

*πλαλάω: περπατώ γρήγορα, τρέχω.

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading