Η πρόεδρος του χωριού

Ξεκλείδωσε ανόρεκτα την πόρτα του γραφείου της κοινότητας όπου εκτελούσε χρέη γραμματέως.
Πώς αλλάζουν έτσι οι καιροί, σκέφτηκε με θλίψη. Πάνε τέσσερα χρόνια που είχε αποκτήσει αυτή την ιδιότητα και της άρεσε πολύ. Πρώτη φορά αισθανόταν τόσο χρήσιμη και δημιουργική. Όπως έδειχναν τα πράγματα θα εξακολουθούσε να βρίσκεται στη θέση της, κάτι που θα έπρεπε να την ευχαριστεί, αλλά δεν συνέβαινε κάτι τέτοιο. Το δυστύχημα ήταν ότι ο κύριος Γιάννης, ο τέως πρόεδρος. αποφάσισε ν’ αποσυρθεί, αφού είχε κουραστεί πια. Είχε υποσχεθεί πως θα βοηθάει τη νέα αρχή και το χωριό όποτε χρειαζόταν, αλλά δε θα κατέβαινε ξανά στις εκλογές. Εκείνη πάλι, άρτι αφιχθείσα στο χωριό, με τη σύνταξη στο χέρι, κίνησε γη και ουρανό να πάρει τη θέση του κυρίου Γιάννη στο συμβούλιο. Μόνο εξωγήινους δεν έφερε να την ψηφίσουν.

Η Μαρίνα άνοιγε τα παράθυρα για να μπει φως, όταν εμφανίστηκε στην κεντρική είσοδο ο προηγούμενος πρόεδρος, γυρίζοντάς την στην εποχή που περνούσε καλά και ήταν γεμάτη διάθεση και κέφι για εργασία, εθελοντισμό και δημιουργικότητα. Στο πρόσωπό της χαράχτηκε ένα τεράστιο χαμόγελο κι έσπευσε να τον αγκαλιάσει σφιχτά πράγμα που δε συνήθιζε.

Έφτιαξε καφέ και κάθισαν να τα πουν όσο θα περίμεναν την Παναρέτη.
«Παναρέτη, τι όνομα κι αυτό!» σχολίασε η Μαρίνα, πίνοντας μια γερή γουλιά από τον ζεστό της καφέ. «Παναρέτη, που καμία αρετή δε διαθέτει» ολοκλήρωσε τη σκέψη της μεγαλοφώνως.
«Όταν ήταν μικρή, τη φωνάζαμε Τούλα. Παναρετούλα-Τούλα, μα σαν μπήκε στο πανεπιστήμιο. επέστρεψε στο Παναρέτη» είπε ο κύριος Γιάννης και ρούφηξε κι εκείνος ηχηρά μια ζεστή γουλιά καφέ.
«Πού τους ήρθε και την ονόμασαν έτσι;» ρώτησε η κοπέλα που, γνωρίζοντας την ετυμολογία και σημασία του ονόματος, έκανε ένα μορφασμό δυσαρέσκειας για το αταίριαστο του πράγματος.

Ο κύριος Γιάννης της μίλησε για μια προγιαγιά της, που καταγόταν από την Πανάρετη Κοζάνης, που ήρθε ερωτευμένη να παντρευτεί στην Κρήτη και που από νοσταλγία για τον τόπο της ζήτησε από τον γιο της να ονομάσει την κόρη του Παναρέτη αντί Ελένη που ήταν το δικό της.
«Αυτό το κορίτσι ήταν η γιαγιά της Παναρέτης της δικής μας», είπε ο τέως πρόεδρος του χωριού που, ενώ μιλούσε, κοίταζε ταυτόχρονα την πόρτα, ώστε να σταματήσει εγκαίρως, αν εμφανιζόταν ξαφνικά η νέα πρόεδρος.
«Να φανταστώ ήταν όνομα και πράγμα και η γιαγιά, ε;» ειρωνεύτηκε η Μαρίνα.
«Πώς ήταν ο Φαρισαίος της παραβολής; Εγώ που αυτό… εγώ που εκείνο, εγώ που ετούτο, ω την παντέρμη και να την άκουγες, δεν υπήρχε καλύτερη από κείνη στον κόσμο!», είπε και κοίταξε το ρολόι του.
«Πρέπει να φύγω, πες της να με πάρει τηλέφωνο να κανονίσουμε μήπως κάνουμε καμμιά εκδήλωση ώστε να συγκεντρωθούν χρήματα για τις αδύναμες οικονομικά οικογένειες του χωριού. Αυτή τη σκέψη την κάνω πολύ καιρό. Να πληρώνουμε εμείς τις εξωσχολικές δραστηριότητες των παιδιών τους όσο είναι μικρά».
Η Μαρίνα ενθουσιάστηκε με την ιδέα και υποσχέθηκε πως μόλις ερχόταν, θα της έλεγε να του τηλεφωνήσει. Το γοργόν και χάριν έχει.

Δεν είχαν περάσει ούτε 5 λεπτά από την αναχώρηση του κυρίου Γιάννη, όταν έφτασε η πρόεδρος, λες και τον περίμενε να φύγει. Η Μαρίνα έσπευσε να την ενημερώσει για το τηλεφώνημα που έπρεπε να του κάνει προκειμένου να ακούσει μια φανταστική ιδέα.
«Περί τίνος πρόκειται;», ρώτησε ανόρεχτα η Παναρέτη. Δεν είχε καμιά διάθεση να υλοποιεί τις ιδέες άλλων.
«Θα σας πει ο ίδιος», είπε η Μαρίνα χαμογελαστή, εκνευρίζοντάς την περισσότερο.
«Πες μου εσύ» είπε επιτακτικά, χάνοντας την υπομονή της.
Η κοπέλα παραξενεύτηκε από το ύφος, αλλά το προσπέρασε κι άρχισε να της εξηγεί. Την είδε να σηκώνει το ακουστικό, να πληκτρολογεί έναν αριθμό και, παίρνοντας το γνωστό, μελιστάλακτο ύφος της να καλημερίζει τον άνθρωπο από τον οποίο πήρε τη σκυτάλη της προεδρίας.
«Ξέρεις Γιάννη» την άκουσε να του λέει, «έχω μια φανταστική ιδέα. Να κάνουμε εκδηλώσεις με τα έσοδα των οποίων θα στηρίζουμε τις φτωχές οικογένειες του χωριού. Θα πληρώνουμε εμείς τις εξωσχολικές δραστηριότητες των παιδιών τους όσο είναι μικρά».

Η Μαρίνα αισθάνθηκε μια ανακατωσούρα. Δεν ήθελε ν’ ακούσει άλλο. Πήρες τις άδειες από καφέ φλυτζάνες και χώθηκε σε μια μικρή κουζίνα που διέθεταν για να τις πλύνει. Είχε αρχίσει να σκέφτεται σοβαρά την αποχώρησή της, αλλά δεν το έκανε απόφαση. Τέσσερα χρόνια τώρα είχε δώσει την ψυχή της εκεί μέσα. Παρέα με τον προηγούμενο πρόεδρο ανακάλυψε τη δραστήρια και δημιουργική πλευρά του εαυτού της, την οποία δε γνώριζε κι εντυπωσιάστηκε από αυτήν. Φιλόλογος στο επάγγελμα, εξαιτίας του ύφους του επαγγέλματος, νόμιζε πως ήταν νωθρή και βαρετή. Ο κύριος Γιάννης την παρακίνησε να συμμετέχει στις εκλογές και μετά στις δραστηριότητες του συλλόγου. Συνέτασσε έγγραφα, αιτήματα του συλλόγου προς διάφορες αρμόδιες αρχές, μιλούσε με αναρίθμητα πρόσωπα, διευθετούσε ένα σωρό υποθέσεις, οργάνωνε εκδηλώσεις…
Τέσσερα χρόνια τώρα είχαν αναβαθμίσει το χωριό, ανεβάζοντάς το σε πολύ ψηλά σκαλοπάτια. Και μετά… ήρθε η Παναρέτη.

Με την εκλογή της Τούλας όλα άλλαξαν. Μ’ ένα μελιστάλαχτο ύφος έπλεκε την παγίδα της σαν αράχνη. Δεν την άφηνε να γράφει κείμενα, δεν την άφηνε να πλησιάζει τηλέφωνα, ούτε να έχει πολλές πολλές επαφές με όσους επισκέπτονταν το χωριό για να μιλήσουν με κάποιον από το Διοικητικό Συμβούλιο. Απαγορευόταν να γράψει κάτω από έγγραφο το όνομα και την ιδιότητά της. Έπρεπε να γράφει παντού το όνομα και την ιδιότητα της Παναρέτης. Μια δυο φορές που στο τελείωμα εγγράφου που είχε συντάξει ως γραμματέας, υπέγραψε με τ’ όνομά της, όπως έκανε όσο συνεργαζόταν με τον κύριο Γιάννη, έγινε πόλεμος.

Τα τηλέφωνα τα απαντούσε εκείνη και για τα κείμενα καλούσε τον καφετζή από το διπλανό καφενείο που ήταν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου και που έκανε όπως-όπως τον τεχνικό υπολογιστών, αφού δεν υπήρχε κάποιος άλλος να το κάνει. Με το που ανέλαβε η Παναρέτη, ο καφετζής αναβαθμίστηκε. Εκείνη υπαγόρευε κι αυτός με κάποια εφαρμογή στο κινητό έκανε τον προφορικό λόγο γραπτό έγγραφο, αφού δεν ήξερε να γράφει και κουτσά στραβά έγινε γραμματέας στη θέση της γραμματέως, Η Μαρίνα προσπάθησε να πει πως αυτή ήταν δική της δουλειά, αλλά μάταια. Η πρόεδρος της έλεγε να μη ζηλεύει και πως εκείνη θ’ αναλάβει άλλα.
«Υπάρχει δουλειά για όλους», έλεγε με μια φωνή ράθυμη και γλυκιά και μ’ ένα πλατύ χαμόγελο που επέτρεπε να φανεί μια σειρά από κιτρινοκαφετιά δόντια τα οποία έδειχναν πιο έντονα το χρώμα τους, εξαιτίας του πορτοκαλί χρώματος κραγιόν με το οποίο είχε μόνιμα βαμμένα τα χείλη της.
Μα και τη δουλειά που ανέθετε σ’ εκείνη να κάνει, όταν ερχόταν η ώρα να γίνει, την αναλάμβανε ο καφετζής.

Τους έβλεπε να παίρνουν τις λίστες της, τα κείμενά της, όλα όσα είχε δημιουργήσει με πολλή δουλειά, με αφοσίωση, με υπερωρίες και να τα οικειοποιούνται. Ο καφετζής όταν ήταν να φτιάξει κάποιο έγγραφο, έπαιρνε τα παλιά τα δικά της κι έκλεβε φράσεις, τις οποίες υποκρινόταν πως εκείνη τη στιγμή είχε σκεφτεί.
«Μπράβο!», φώναζε με ενθουσιασμό η Παναρέτη, υποκρινόμενη πως πίστευε ότι ήταν δική του ιδέα και του συγχωρούσε αμέσως το γεγονός πως δεν ήξερε πού μπαίνουν οι τόνοι στις λέξεις.

«Πού τονίζεται το όνομα Δήμητρα;» είχε ρωτήσει κάποτε τη Μαρίνα ο καφετζής. Δήμητρα έλεγαν την κόρη του.
«Σε ποια συλλαβή δίνει έμφαση η φωνή σου, όταν το προφέρεις;» του είχε απαντήσει με ερώτηση.
«Στο –μη- »
«Τη φωνάζεις δηλαδή, Δημήτρα;» είχε ρωτήσει η Μαρίνα.
«Δε θα μάθω ποτέ. Εγώ ξέρω μόνο να ψήνω καφέδες», είχε δηλώσει με απογοήτευση τόση, που η Μαρίνα τον είχε λυπηθεί και είχε προσπαθήσει να τον παρηγορήσει. Να λοιπόν που τώρα ο καφετζής που χαζούλιζε, αλλά προσποιούνταν τον ξύπνιο, έγινε γραμματέας στη θέση της κι εκείνη τον κοίταζε να κάνει τη δουλειά της, ενώ η ίδια έφτιαχνε τους καφέδες και έπλυνε τις φλυτζάνες.

Όταν επέστρεψε στον κυρίως χώρο του γραφείου, η Παναρέτη κοίταζε τα ραντεβού της. Ετοίμαζαν μια εκδήλωση για τη γιορτή της γυναίκας και περίμεναν στις 11:00 τη Βασιλική που είχε αναλάβει να μιλήσει για το θέμα, ώστε να κανονίσουν τις τελευταίες λεπτομέρειες.
Πριν τη Βασιλική όμως, θα ερχόταν να συναντήσει την πρόεδρο η Μαιριλίτα, μια φίλη της Μαρίνας με γνώσεις κι εμπειρία στο θεατρικό παιχνίδι. Ήθελε να προσφέρει εθελοντική εργασία, προτείνοντας τη δημιουργία δωρεάν τμημάτων θεατρικού παιχνιδιού για μικρούς και μεγάλους στο χωριό.

«Στις 10 θα έρθει η φίλη σου;» ρώτησε τη Μαρίνα, ενώ κοίταζε παράλληλα το ρολόι της, αλλά δε χρειάστηκε να της απαντήσει, αφού την ίδια ώρα περνούσε το κατώφλι της μεγάλης αίθουσας η Μαιριλίτα. Η Μαρίνα τις σύστησε και μετά τις μεταξύ τους φιλοφρονήσεις, η κοπέλα παρουσίασε διεξοδικά στην Τούλα τη σκέψη της, η οποία έτυχε της μεγίστης αποδοχής, αφού η πρόεδρος ενθουσιάστηκε, τονίζοντας πως εκείνη είχε σκεφτεί πολύ πριν την ιδέα του θεατρικού παιχνιδιού, αλλά έψαχνε άτομο να την υλοποιήσει.
«Πάει και η ιδέα της Μαιριλίτας. Η Παναρέτη το σκέφτηκε κι αυτό πρώτη!» σκέφτηκε η «πρώην» γραμματέας και γέλασε.
«Μα δεν έχω πολύ ωραίες ιδέες;», ρώτησε ρητορικά η Τούλα για να ξεκαθαρίσει σε ποιον θα αποδιδόταν η ιδέα του θεατρικού παιχνιδιού κι αμέσως άρχισε να καταπιάνεται με τις λεπτομέρειες.

Έπρεπε να συμφωνήσουν μέρες και ώρες και να συντάξουν μία πρόσκληση συμμετοχής, την οποία εκτυπώνοντας, θα κολλούσαν σε όλα τα καταστήματα του χωριού, ώστε να πληροφορηθούν τα νέα οι κάτοικοί του. Η Μαρίνα έκανε να πιάσει το μολύβι για να σημειώσει τις λεπτομέρειες που χρειαζόταν ώστε να συντάξει την ανακοίνωση – πρόσκληση, όπως έκανε μέχρι τώρα, αλλά η πρόεδρος είχε άλλη γνώμη.

Μία ώρα πάλευε η Μαιριλίτα να γράψει δυο γραμμές. Κάθε φορά που ρωτούσε την Παναρέτη πώς να το συντάξουν, εκείνη δεν έδινε σαφή απάντηση. Έλεγε μόνο πως θα το διόρθωνε αργότερα, διότι τύχαινε να είναι και κλασική φιλόλογος και ως τέτοια μπορούσε μόνο να διορθώνει και όχι να συντάσσει κείμενα, σκεφτόταν με θυμό πια η Μαρίνα.
Αμέσως μόλις ολοκληρώθηκε η σύνταξη του ολιγόστιχου κειμένου, η πρόεδρος είπε στην κοπέλα να δώσει το χειρόγραφο στη Μαρίνα να το αντιγράψει στο word και τα υπόλοιπα θα τα αναλάμβανε ο καφετζής.

Έκανε όπως της υπέδειξε η Τούλα και πηγαίνοντας στο γραφείο της Μαρίνας, της έδωσε το χαρτί με το σύντομο κείμενο.
«Μ’ έχει τόση ώρα και κάνω τη δουλειά σου. Θέλω ποσοστά», ψιθύρισε η Μαιριλίτα, αστειευόμενη στο αυτί της φίλης της, χωρίς να γνωρίζει πως ξεσήκωνε μέσα της μια θύελλα αγανάκτησης.

Φεύγοντας, αντάλλαξαν τηλέφωνα.
«Θα μου θυμίσετε το επώνυμό σας;»
«Γράψε σκέτο Παναρέτη. Δε νομίζω να έχεις άλλη φίλη μ’ αυτό το όνομα. Είναι μοναδικό!», είπε γελώντας ηχηρά η πρόεδρος του χωριού κι ύστερα την αποχαιρέτισε με αγκαλιές, φιλιά και γλυκά φιλοφρονητικά λόγια.

Όταν έμειναν μόνες, η Παναρέτη κάθισε στο γραφείο της κι όπως έκανε κάθε φορά που κάποιος επισκέπτης αποχωρούσε, έγινε Τούλα κι έβγαλε τη μάσκα της.
«Ίντά ‘τανε η αγραμματοσύνη τζης;», είπε χρησιμοποιώντας την κρητική διάλεκτο αν και δεν το συνήθιζε, «Τι ορθογραφικά λάθη ήταν αυτά; Αυτή έχει σοβαρό πρόβλημα. Λες να ‘χει δυσλεξία; Ααα όλα κι όλα, εγώ είμαι κλασική φιλόλογος και τα λάθη δεν τ’ ανέχομαι!», μουρμούριζε, κοιτάζοντας τα χαρτιά της, χωρίς ν’ απευθύνεται πουθενά συγκεκριμένα.
«Κι αφού έκανε τόσα λάθη, γιατί δεν έγραψες εσύ το κείμενο, αλλά άφησες την κοπέλα να παιδεύεται τόση ώρα;» ήθελε να της απαντήσει η Μαρίνα η οποία εξοργιζόταν στη σκέψη πως δύο φιλόλογοι παρακολουθούσαν τον αγώνα της Μαιριλίτας να εκφραστεί γραπτώς, χωρίς να τη βοηθούν, αλλά συγκρατήθηκε.

Την ίδια στιγμή κατέφτασε ο καφετζής. Την είδε που αντέγραφε το κείμενο στο word και ήρθε από πάνω της. Έκανε πως εξέταζε τη δουλειά της κι ύστερα με δυνατή φωνή, ώστε ν’ ακούσει όλο το χωριό, αν ήταν δυνατόν, άρχισε να δίνει οδηγίες:
«Έλα έλα, σβέλτα, μη χασομεράς, γράφε γρήγορα. Μου φαίνεται πως είμαι ο καλύτερος από όλους τους υπαλλήλους εδώ μέσα!», έλεγε και ξανάλεγε και πρώτη φορά, η Μαρίνα κυριεύτηκε από μια δυνατή επιθυμία να σηκωθεί και να του σπάσει το κεφάλι. Ένιωθε τα μηνίγγιά της να σφυροκοπούν και το λαιμό της να τεντώνεται για να καταπιεί όλες τις βρισιές που ερχόταν μέχρι τη γλώσσα της κι έκανε τεράστια προσπάθεια για να τις συγκρατήσει.

Η Παναρέτη γέλασε και κάλεσε τον καφετζή να κάτσει κοντά της στο γραφείο. Του υπαγόρευσε κάτι σύντομο, εκείνος ενεργοποίησε στο κινητό του το πρόγραμμα που μετέτρεπε τους ήχους σε λέξεις και καθώς κατευθυνόταν προς τον υπολογιστή του για να αποθηκεύσει το κείμενο, που είχε δημιουργηθεί, στράφηκε να τη ρωτήσει «τι θα γράψει στο “μπρος”»
« Σε ποιο “μπρος”» ρώτησε η Τούλα, με απορία
«Πού θα το στείλω;» ρώτησε ο καφετζής, βήχοντας για να καθαρίσει τη φωνή του από τη βραχνάδα που την εμπόδιζε να ακουστεί καθαρά.

Ένα κοροϊδευτικό χαμόγελο για τον καλύτερο υπάλληλο του γραφείου χαράχτηκε στα χείλη της Μαρίνας , πράγμα που δεν ξέφυγε από την πρόεδρο.
«“Προς” βρε Αντώνη μου, “προς”», τον διόρθωσε μελιστάλαχτα, ρίχνοντάς της μια βλοσυρή ματιά.
Του έδωσε οδηγίες σε ποιους έπρεπε να στείλει την πρόσκληση για την εκδήλωση, την αφιερωμένη στη γιορτή της γυναίκας κι όταν την είδε να ανησυχεί, επειδή δεν ήξεραν όλες τις ηλεκτρονικές διευθύνσεις, ο καφετζής την καθησύχασε, λέγοντας πως θα τις έβρισκε, «χτυπώντας τα ονόματά τους στο γκούγκλε».

Είχαν κάμποση ώρα ακόμα, μέχρι το ραντεβού των 11:00π.μ. Η Παναρέτη άρχισε να φλυαρεί ακατάπαυστα. Δεν μπορούσε να μείνει σιωπηλή ούτε δευτερόλεπτο. Άρχισε να μεταδίδει πληροφορίες για γνωστούς και αγνώστους. Θα μπορούσε κάλλιστα να συντονίζει κουτσομπολίστικη εκπομπή στην τηλεόραση. Πρόσωπα, γεγονότα, προσωπικά δεδομένα, όλα στη φόρα. Μιλούσε με ονοματεπώνυμα, με επαγγελματικές ή άλλες ιδιότητες, δεν ησύχαζε αν δε σου έδινε τα ακριβή στοιχεία του ατόμου στο οποίο αναφερόταν, ώστε, αν δεν το ήξερες, να μπορούσες εύκολα να το βρεις όταν το αναζητήσεις. Για όλους έλεγε άσχημα πράγματα και δεν τελείωνε μαζί τους, αν δεν κατέρριπτε εντελώς την εικόνα τους.

Ο Λευτέρης Κοντολέων, διάσημος για τις επιστημονικές του επιδόσεις, οφθαλμίατρος, παράτησε την κόρη της για μια βιολόγο, που του έκανε τα γλυκά μάτια, όταν έκανε το αγροτικό του, και τον μάγεψε. Δεν την ενδιέφερε που είχαν περάσει τόσα χρόνια, ούτε που ο γιατρός ήταν πια παντρεμένος με παιδιά. Τόσος ήταν ο εγωισμός της, που μπορεί η κόρη της να το ξεπέρασε, αλλά η ίδια όχι. Δε θα το ξεπερνούσε ποτέ.
«Τι της βρήκε που ήταν κοντοστούπα και άφησε το παιδί μου για χάρη της;», είπε η Τούλα που η ίδια, με τα χέρια στην ανάταση έφτανε με βία το 1 μέτρο και 40 εκατοστά. Κι έτσι που τα πόδια της θύμιζαν το σύμβολο της παρένθεσης, μπορεί να ήταν και ακόμα πιο κοντή.

Ύστερα, αφού είπε όλες τις λεπτομέρειες που αφορούσαν στην παρηκμασμένη σχέση του γιατρού με την κόρη της, ξεκίνησε το «εγκώμιο» του πρώην γαμπρού της. Είπε και γι’ αυτόν όλα τα κακά που είχε να πει, ύστερα στόλισε την πεθερά του γιου της που ήταν επίσης, για κακή της τύχη εκπαιδευτικός και συνέχισε, κουτσομπολεύοντας μια φίλη της που η Μαρίνα γνώριζε πολύ καλά και που η Τούλα, μάλλον το είχε ξεχάσει. Δεν παρέλειψε να πει και για την όμορφη χήρα του χωριού που χαριεντιζόταν και φωτογραφιζόταν από δω κι από κει, και που δεν άφηνε εκδήλωση να μην παρευρεθεί, την ίδια στιγμή που ο άντρας της ήταν άρρωστος και δεν είχε ακόμα πεθάνει.
«Σε προεκλογική εκδήλωση έβγαλε φωτογραφία με τον Δήμαρχο και ήρθε να μου τη δείξει, για να ζηλέψω. Άκου τώρα! Τι με νοιάζει εμένα που αυτή γλυκοκοιτάζει τον Δήμαρχο;» είπε περιφρονητικά για την όμορφη κοπέλα που είχε πρόσφατα χηρέψει, η πρόεδρος του χωριού.

Ο καφετζής δεν παρέλειπε να κάνει τα σχόλια που ήξερε πως θα την ευχαριστούσαν κι έμπαινε ακόμα πιο βαθιά στην καρδιά της. Η Μαρίνα δεν έλεγε τίποτα, αλλά ήταν πια σίγουρη πως δεν θα μπορούσε να συγκρατήσει για πολύ τον θυμό της, ο οποίος αυξανόταν κάθε φορά που άκουγε αυτά τα δύο σκουπίδια να μιλούν με τόση χυδαιότητα για την ίδια και τους άλλους.

Στις 11:00 ακριβώς ήρθε η Βασιλική, κρατώντας κουλουράκια για τον καφέ. Η Παναρέτη μιλούσε στο τηλέφωνο και της έκανε νόημα να περιμένει. Η Μαρίνα πήγε στην μικρή κουζίνα για να της φτιάξει καφέ, ενώ ο καφετζής συζητούσε με μια σαρανταπεντάρα ζωντοχήρα, φίλη της καθαρίστριας, που ερχόταν συχνά στο γραφείο, για καφέ, δημόσιες σχέσεις και ό, τι άλλο προέκυπτε.

Η Βασιλική άπλωσε τα πόδια της μπροστά, προσπαθώντας να βολευτεί καλύτερα στην καρέκλα κι έκλεισε τα μάτια. Όλη τη νύχτα δούλευε την ομιλία της. Αισθανόταν κουρασμένη αλλά και πολύ ικανοποιημένη από τη δουλειά που είχε κάνει.

«Καλώς μας ήρθες, Βασιλική μου!», καλωσόρισε η πρόεδρος τη φίλη της με γλυκύτητα, βγάζοντάς την από τη νηφαλιότητα. Οι φίλες αγκαλιάστηκαν και αντάλλαξαν φιλιά. Εκείνη τη στιγμή έφερνε και η Μαρίνα τον καφέ και, παρακολουθώντας τους θερμούς εναγκαλισμούς, δεν μπόρεσε να μην αναρωτηθεί τι θα έλεγε το «μελιστάλαχτο» στόμα της προέδρου, όταν η φίλη της θα έφευγε.

Η Βασιλική ανήκε στους πραγματικά πνευματικούς ανθρώπους του τόπου τους. Όταν πήρε τη σύνταξή της, αποφάσισε πως ήθελε να σπουδάσει Φιλολογία. Έκλεισε λοιπόν την πόρτα της δικηγορίας και άνοιξε εκείνη της Φιλοσοφικής Σχολής. Αφού πήρε και το πτυχίο της Φιλολογίας, επέστρεψε κι εκείνη στην ησυχία του χωριού μαζί με την Τούλα, αλλά σε αντίθεση με κείνη, δεν έκανε καμία προσπάθεια να ρίξει τα φώτα πάνω της. Μόνο όταν έπρεπε κάποιος να συντάξει και να εκφωνήσει ομιλία για κάτι σημαντικό, αναλάμβανε εκείνη. Ήξερε να σου μιλήσει για όλα. Δεν έπαυε να μελετά. Ήταν ένας πραγματικός άνθρωπος των γραμμάτων, χωρίς κωδωνοκρουσίες.

«Δεν περίμενες πολύ!» ρώτησε η Παναρέτη με προσποιητή ανησυχία.
«Όχι, μην ανησυχείς».
«Ετοιμάστηκες»;
«Ναι, είναι όλα έτοιμα. Βρήκα και τίτλο να προτείνω για την εκδήλωση. Μαζί με την ανιψιά μου τον σκεφτήκαμε».
«Ας ξεκινήσουμε λοιπόν με τον τίτλο, αγαπημένη μου», είπε η πρόεδρος με φωνή που έσταζε μέλι και κανείς, εκτός από τη Μαρίνα, δεν αντιλήφθηκε τη φευγαλέα σύσπαση του προσώπου της στη σκέψη πως θα έδινε άλλος πέρα από κείνη τον τίτλο της εκδήλωσης.
«Εκ γυναικός τα κρείττω», ανακοίνωσε τον τίτλο η Βασιλική και την ίδια στιγμή, η Μαρίνα κόντεψε να πνιγεί με τον καφέ , βλέποντας την έκφραση που ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο της Τούλας.
«Αυτόν τον τίτλο, τον καταλαβαίνομε, φυσικά εμείς που είμαστε κλασικοί φιλόλογοι, αλλά δεν θα τον καταλαβαίνουν οι υπόλοιποι» ήταν ο σχολιασμός της άλλης πλευράς για τον προτεινόμενο τίτλο ύστερα από μερικά δευτερόλεπτα σιωπής.
«Μα θα εξηγήσω κατά τη διάρκεια της ομιλίας τη σημασία της φράσης», συμπλήρωσε ήσυχα η Βασιλική.
«Δεν ξέρω, δεν ξέρω, κάτσε να πάρω ένα τηλέφωνο την Κατερίνα να δω τι έχει να μας πει κι εκείνη»
Η Κατερίνα, συνταξιούχος νηπιαγωγός, ενεργό μέλος του Πολιτιστικού Συλλόγου του χωριού που βοηθούσε και στο στήσιμο της εκδήλωσης, επιβεβαίωσε την Παναρέτη, η οποία κοίταξε με θριαμβευτικό ύφος τη Βασιλική.

«Εντάξει, έχω άλλο έναν τίτλο να προτείνω. Πρόκειται για έναν στίχο της Δημουλά…»
«Δεν το είπα για να σε προσβάλλω Βασιλική» τη διέκοψε η Κατερίνα. «Φαντάζομαι κι αυτός ο τίτλος θα είναι πολύ καλός, αλλά δεν καταλαβαίνω τι σημαίνει. Εγώ δεν είμαι φιλόλογος».
«Προς Θεού, δεν τίθεται τέτοιο θέμα» βιάστηκε να προλάβει οποιαδήποτε παρεξήγηση η Βασιλική, «Θα βρούμε κάποιον άλλον τίτλο» είπε, κοιτάζοντας καθησυχαστικά την Τούλα, που παρακολουθούσε, απορίας άξιον, σκεπτική τη συζήτηση χωρίς να συμμετέχει.
«Ε βέβαια, δε θα μας προβληματίσει τώρα αυτό», είπε η Τούλα και ξεκίνησε να συζητάει εκτενώς με την Κατερίνα το ακατάλληλον του προτεινόμενου τίτλου.
«Αλήθεια τι σημαίνει “Εκ γυναικός τα κρείττω”;», ακούστηκε η φωνή της Κατερίνας να ρωτάει.

Η Βασιλική, που εκείνη τη στιγμή ήταν σκυμμένη στα χαρτιά της, δε σήκωσε το κεφάλι της από ‘κει, αλλά παραχώρησε τη θέση της στην πρόεδρο να εξηγήσει τη σημασία της φράσης. Άρχισαν να κυλούν τα δευτερόλεπτα, χωρίς ν’ ακούγεται ήχος από φωνή. Απόλυτη σιωπή. Σήκωσε το κεφάλι από τις σημειώσεις που κρατούσε στα χέρια της και κοίταξε τη φίλη της. Η Παναρέτη την κοίταζε με πρόσωπο άσπρο σαν το πανί.
«Απ’ τη γυναίκα τα καλύτερα», μετέφρασε αμέσως η Βασιλική, προσπαθώντας να βγάλει τη φίλη της από τη δύσκολη θέση, αφού ήταν φανερό πως ούτε γνώριζε τη μετάφραση, ούτε γνώριζε την ιστορική φράση, ούτε και ήταν σε θέση να προσπαθήσει μια ερμηνεία του ποδαριού.

Αφού έμαθε τη σημασία της φράσης, η Παναρέτη άλλαξε γνώμη. Ενθουσιάστηκε με τον τίτλο και ό,τι κι αν της πρότειναν, εκείνη επέμενε σε αυτόν μέχρι που κατοχυρώθηκε.
«Πιασάρικος ο τίτλος, έμαθε και τη μετάφραση, τώρα ποιος την πιάνει!» σκέφτηκε η Μαρίνα που παρακολουθούσε τη συζήτηση και κρυφογέλασε, ενώ ο καφετζής δίπλα έπαιζε ένα παιχνίδι στο κινητό και δεν είχε ιδέα τι γινόταν γύρω του.

Ό,τι και είχε φύγει η Βασιλική, όταν κάλεσαν την Τούλα στον αριθμό του κινητού της για να την ενημερώσουν πως ο νέος Δήμαρχος είχε λάβει την πρόσκλησή της και επρόκειτο να παραστεί στην εκδήλωση.
«Ωωω ποια είμαι εγώ, που θα έρθει για χάρη μου ο Δήμαρχος στο χωριό μας! Μεγάλη μου τιμή!» έλεγε, όσο πιο δυνατά μπορούσε, για να ακούει όποιος περνούσε απ’ έξω, στη γραμματέα του Δημάρχου, ενώ κουνούσε στον αέρα την παλάμη του δεξιού της χεριού, σφιγμένη σε γροθιά, ως ένδειξη μεγάλης νίκης.
«Θα σκίσουμε, θα πάμε σφαίρα!» φώναζε η Τούλα, ενθουσιασμένη με τις εξελίξεις, «Θα κάνουμε σπουδαία πράγματα, θα λάμψουμε, όχι σαν τον προηγούμενο που δεν έκανε τίποτα».
Όταν το άκουσε αυτό η Μαρίνα γύρισε το μάτι της. Ζήτησε εξηγήσεις γι’ αυτό που είπε, επειδή δεν πρόσβαλε μόνο τον τέως πρόεδρο, αλλά και την ίδια. Πώς είναι δυνατόν να μιλάει έτσι για τον κύριο Γιάννη που αγωνίστηκε με τόση θέρμη για το καλύτερο.

«Δεν ξέρεις τι λένε γι’ αυτόν!» είπε η πρόεδρος του χωριού.
«Και για σένα λένε, τι σημαίνει αυτό;» είπε η Μαρίνα και με αυτή τη φράση σφύριξε την έναρξη του πολέμου.
Η Φιλόλογος και ο καφετζής άρχισαν να κεντούν μια εικόνα για κείνη που δεν ήξερε πώς να την καταρρίψει. Η Φιλόλογος είχε, λέει, κάνει έρευνα για τη Μαρίνα στο χωριό, αλλά δεν της έλεγε όσα είχε μάθει για να μη στενοχωρηθεί. Ο καφετζής, απ’ την άλλη υποστήριζε πως ο τέως πρόεδρος που εκείνη τον θεωρούσε αγαπημένο της άνθρωπο, του είχε πει πως εκείνος ήταν το δεξί του χέρι και πως είχε τη Μαρίνα στο γραφείο να προσποιείται πως κάνει την υπεύθυνη, επειδή το ήθελε αρρωστημένα.
«Δε θέλεις να ξέρεις τι έλεγε για σένα ο κυρ Γιάννης!», έλεγε συνεχώς το φερέφωνο της προέδρου.

Τόσο η Φιλόλογος λοιπόν, όσο και ο καφετζής, στην προσπάθειά τους να την προστατεύσουν, δεν ήθελαν να της πουν όλα τα κακά που είχαν ειπωθεί στο χωριό για κείνη.
Δεν ήταν ότι πίστεψε όλα όσα υποστήριζαν, στο κάτω – κάτω ο κόσμος λέει για όλους, ήταν που όταν περιβάλλεσαι και βάλλεσαι από τέρατα, αρχίζεις να δείχνεις τα δόντια σου προκειμένου να προστατεύσεις τον εαυτό σου. Η Τούλα δεν την συμπαθούσε, διότι, όσο κι αν το προσπάθησε, δεν μπόρεσε να αισθανθεί ανώτερη από τη Μαρίνα κι ο καφετζής, αρπάζοντας αυτή την ευκαιρία, έγινε αυλοκόλακας της προέδρου κι επικριτής της γραμματέως της.

Τους κοίταζε και τους δυο και της ερχόταν να κάνει εμετό από την αηδία. Όσο αγρίευε η Μαρίνα, τόσο μαζευόταν ο καφετζής. Μόνο καμιά ειρωνική φράση πετούσε πού και πού, που την εκνεύριζε περισσότερο. Ήξερε πως το έχανε το παιχνίδι, αφού του φώναζε για όλα αυτά τα ψέματα που διέδιδε για κείνη κι εκείνος δε μιλούσε, όχι επειδή ήταν ανώτερος, αλλά επειδή ήξερε ότι είχε σύμμαχο την πρόεδρο, πράγμα που τον βοηθούσε να διατηρεί την ψυχραιμία του.

Της είχε στήσει καλά την παγίδα και όταν εκείνη τον πληροφόρησε πως θα ζητούσε από τον κύριο Γιάννη, να της επιβεβαιώσει πως την αποκάλεσε άρρωστη κι εκείνον το πρώτο χέρι του γραφείου, είπε πως δεν είχε αναφέρει ποτέ τέτοια πράγματα.
«Δεν τα είπα, δεν τα είπα, δεν τα είπα!» παπαγάλιζε ασταμάτητα. Ο καφετζής ήταν ένα ψευτοπαλληκάρι. Δεν μπορούσε ν’ αναλάβει την ευθύνη των λόγων του, γι’ αυτό και έριχνε τις μαχαιριές του πισώπλατα και κυρίως σε μόνες γυναίκες. Με άντρες δεν τα έβαζε. Ήταν όλοι φίλοι του.

Η Τούλα το διασκέδασε λίγο στην αρχή, επειδή πίστεψε, «Κύριος οίδε γιατί», ότι μάλωναν, προσπαθώντας να διεκδικήσουν την εύνοιά της. Όταν κατάλαβε πως δεν επρόκειτο για κάτι τέτοιο, έδειξε αμέσως προς τα πού έκλεινε και φώναζε στη Μαρίνα να σταματήσει, ενισχύοντάς έτσι την απόφαση της κοπέλας να απομακρυνθεί οριστικά από εκείνο τον χώρο και από αυτούς τους δύο τοξικούς ανθρώπους που ξυπνούσαν τον κακό εαυτό της, με τη συμπεριφορά τους.

Όταν βέβαια τελείωσε όλο αυτό, η Μαρίνα παραιτήθηκε, ενώ ο καφετζής της έστειλε στο σπίτι την καφετιέρα της σπασμένη κι επιπλέον, έσπασε τον υπολογιστή της κι ύστερα, διέδιδε πως τον έσπασε η Μαρίνα πάνω στην τρέλα της.

«Δε θα πας στην εκδήλωση, τελικά;» ρώτησε η Έφη, η ανταγωνίστρια του καφετζή, η οποία είχε ανοίξει μια καφετέρια στην πιο ωραία γωνιά του χωριού, με πανοραμική θέα και του είχε πάρει τους περισσότερους πελάτες.
«Μα τώρα σοβαρά το ρωτάς αυτό που ρωτάς;», είπε η Μαρίνα και βούλιαξε στην καρέκλα της. Όλο το χωριό βρισκόταν στην αίθουσα του Πολιτιστικού Συλλόγου για να παρακολουθήσει την εκδήλωση, την αφιερωμένη στις γυναίκες και οι δύο φίλες ήταν μόνες τους στο μαγαζί. Η Έφη μάζεψε τις δύο άδειες φλυτζάνες από καφέ κι επέστρεψε στο τραπέζι κρατώντας δυο μπίρες. Της έδωσε μία στο χέρι και την τσούγκρισε με τη δική της.
«Έλα, μη στενοχωριέσαι. Τους ξέρω και τους δύο. Κι εκείνη τη νυφίτσα τον καφετζή και την άλλη την κλώσα. Το μεγάλο πρόβλημα της ανθρωπότητας δεν είναι πως υπάρχουν αυτοί οι δύο, αλλά πως υπάρχουν πολλοί σαν και δαύτους και πρέπει να εκπαιδευτούμε ώστε να τους αγνοούμε, διαφορετικά θα μας αρρωστήσουν», είπε η ιδιοκτήτρια του μαγαζιού, ήπιε μια γουλιά μπίρα κι ύστερα σαν να σκέφτηκε κάτι που δεν της είχε περάσει από το μυαλό πριν, άλλαξε ύφος.

«Αυτή, γιατί τον υποστηρίζει με τόση θέρμη; Λες να την κανονίζει;», κοιτάχτηκαν μερικά δευτερόλεπτα, όσα χρειάστηκε ο εγκέφαλος να επεξεργαστεί την ερώτηση κι ύστερα αντάλλαξαν γκριμάτσες αηδίας και συμφώνησαν, χωρίς λόγια, πως δεν υπάρχει περίπτωση να συμβαίνει κάτι τέτοιο.
«Με απλά λόγια, είναι κομπλεξική και προτιμά να περιτριγυρίζεται από χαζούς ανθρώπους, ώστε, διορθώνοντας διαρκώς τα λάθη τους, να φαίνεται δίπλα τους έξυπνη και μορφωμένη», είπε η Μαρίνα και τελείωσε μονορούφι τη μπίρα της.
«Και για πες, τώρα που το θυμήθηκα, πίνει η Άννα ψυχοφάρμακα;», ρώτησε όταν η Έφη επέστρεψε στο τραπέζι με άλλες δυο μπίρες.
«Ποιος το είπε αυτό, η Τούλα»;
Η Μαρίνα έγνεψε καταφατικά και εγκαινίασε τη δεύτερη μπίρα της.

«Την πήραν λέει στο αυτοκίνητο με τον άντρα της σε μια εκδήλωση κι άρχισε να ουρλιάζει, επειδή είχε ξεχάσει να πιει τα ψυχοφάρμακά της. Μάλιστα μας συμβούλεψε να προσέχουμε, γιατί δεν ξέρουμε τι τρέλα κουβαλάνε οι άνθρωποι» ήπιε άλλη μια γουλιά κι άρχισε να μιμείται κοροϊδευτικά τον καφετζή.
«Πόσο δίκιο έχεις Παναρέτη! Πρέπει να προσέχουμε!» μιμήθηκε τη βραχνή ασθματική του φωνή κι ύστερα ξαναρώτησε την ιδιοκτήτρια του καφέ για την Άννα, όχι για να προφυλαχθεί, αλλά από ανησυχία για κείνη. Ήταν φίλη της η Άννα και την αγαπούσε. Η Έφη δεν ήξερε, αλλά το μόνο σίγουρο είναι, είπε, πως αυτοί που πρέπει να πιούν, δεν τα πίνουν και πίνουν οι υπόλοιποι για να τους αντέξουν.

Η πόρτα άνοιξε και μπήκαν δυο άτομα, η Κατίνα η κουτσή και η ξαδέρφη της, το Ρηνιώ. Είχε τελειώσει φαίνεται η εκδήλωση και ήρθαν να πιούν τον καφέ τους στην καφετέρια και όχι στο καφενείο του χωριού, αφού μάλιστα είχαν φορέσει και τα γιορτινά τους ρούχα. Πρόλαβαν το τραπεζάκι με την πιο όμορφη θέα και στρογγυλοκάθισαν, σχολιάζοντας τον Δήμαρχο που ήταν πολύ όμορφος και κομψός και την Αντιδήμαρχο πολιτισμού που είχε έρθει μαζί του.

Η Μαρίνα θυμήθηκε το πρωινό που η Τούλα είχε έρθει στο γραφείο ενθουσιασμένη, επειδή την προηγούμενη είχε επισκεφτεί μια έκθεση ζωγραφικής και είχε γνωρίσει την Αντιδήμαρχο πολιτισμού.
«Μια ξερακιανή είναι» είχε πει «που κάνει την όμορφη. Και να σας πω τι μου είπανε γι’ αυτήν…» χαμήλωσε τη φωνή, χρωματίζοντάς την με τον ενθουσιασμό που τη χαρακτήριζε κάθε φορά που κουτσομπόλευε. «Επήγε, λέει, προεκλογικά στα ΚΑΠΗ και μοίραζε φακέλους με ψηφοδέλτια που είχαν σταυρωμένο τ’ όνομά της. Άρχισε λοιπόν ένας γέρος να την κατηγορεί πως ποτέ δεν είχε πάει να δει τις ανάγκες τους μέχρι τότε και ότι τώρα πήγε για τις ψήφους»

Ο καφετζής είχε καθίσει σε μια πολυθρόνα μπροστά από το γραφείο της και σχολίαζε με επιφωνήματα, αφού με τις λέξεις δυσκολευόταν, παροτρύνοντάς την να συνεχίσει να μιλάει εφόσον είχε ακροατές, διότι είχε προστεθεί και η καθαρίστρια στους υπαλλήλους γραφείου.
«Ήθελα μωρέ παιδιά και να ’ξερα πώς γίνονται Αντιδήμαρχοι κάτι τέτοια άτομα! Αυτή δεν ξέρει πού πάνε τα τέσσερα. Να φανταστείτε πως συμβουλευόταν εμένα. Λίγο ακόμα και θα μ’ έβαζε να αναλάβω εγώ τσι δουλειές της».
«Κατάλαβε πόσο σπουδαία είσαι!» είχε πει ο καφετζής και η καθαρίστρια συμφώνησε.
«Εε υπερβολές βρε παιδιά! Τι είμαι; Τίποτα δεν είμαι!» υποκρίθηκε τη μετριόφρονα, η Παναρέτη και μετά άλλαξε θέμα κουτσομπολιού.

Η Έφη τις πλησίασε για να πάρει παραγγελία και, αφού εγκωμίασε την κομψότητά τους, ρώτησε για εντυπώσεις. Εκείνες ενθουσιάστηκαν τόσο με τα κομπλιμέντα όσο και με την ερώτηση κι άρχισαν να φλυαρούν, επαναλαμβάνοντας διάφορα από αυτά που άκουσαν, κυρίως εντυπωσιασμένες από τον αυτοκράτορα Θεόφιλο και την Κασσιανή και τον ανεκπλήρωτο έρωτά τους, αλλά και κουτσομπολεύοντας ντυσίματα, συμπεριφορές, νόμιμα και παράνομα ζευγάρια. Η Έφη άκουσε μερικά από αυτά κι ύστερα αποχώρησε για να ετοιμάσει την παραγγελία. Εκείνες συνέχισαν να μιλούν μεγαλοφώνως, αγνοώντας επιδεικτικά την Μαρίνα. Ήταν φανερό πως η Τούλα δεν έχασε χρόνο, αλλά άρχισε αμέσως να προωθεί την καινούρια εικόνα που φρόντισε να σχεδιάσει για κείνη, παρέα με τον υπήκοό της. Η Μαρίνα ήπιε άλλη μια γουλιά από το ποτό της και τους γύρισε την πλάτη.
Αφήνοντας τους καφέδες τους πάνω στο τραπέζι, η Έφη ετοιμαζόταν να επιστρέψει στην μπίρα της και τη συζήτησή της με τη Μαρίνα, αλλά τη σταμάτησαν.

«Σού ‘πα ίντά ‘καμε το παλιοκόριτσο, η ανεψιά τση Βασιλικής;» τη ρώτησε η Κατίνα η κουτσή και, χωρίς να περιμένει απάντηση, άρχισε να περιγράφει το τέλος της εκδήλωσης.
«Η κυρία Παναρέτη απού είναι τοσονά μορφωμένη επήρενε το λόγο κι ήρχιξε να ευχαριστά τον Δήμαρχο και την Αντιδημαρχίνα που ήρθενε κι αυτή και όλους όσους την ετιμήσανε με την παρουσία ντος» ξεκίνησε να λέει η Κατίνα η κουτσή και συ-μπλήρωνε το Ρηνιώ όπου μπορούσε.
Από τα λόγια τους λοιπόν, η Εφη και η Μαρίνα έμαθαν πως η Παναρέτη μετά τα ευχαριστήρια, περιέγραψε πώς συνέλαβε την ιδέα της εκδήλωσης αλλά και τον τίτλο της, τον οποίο πρότεινε στη Βασιλική κι εκείνη ενθουσιάστηκε. Για κακή της τύχη όμως, η ανιψιά της Βασιλικής εξεγέρθηκε κι άρχισε να φωνάζει στο πλήθος πως ο τίτλος της εκδήλωσης ήταν ιδέα δική της και της θείας της και όχι της Τούλας.

«Γροικάς ίντά ‘πενε ο δαίμονας; Εγανάκτησε η θειά τζης να την ποβγάλει όξω απού το σύλλογο. Εξεγιβέντισέ τηνε και κεινέ με τα καμώματα τζη» είπε η Κατίνα η κουτσή που τάχθηκε, ασυζητητί, με το μέρος της δασκάλισσας και Προέδρου και όχι με την έφηβη που δεν ήξερε τι της γινόταν.
«Και τι έγινε μετά;» ρώτησε η Έφη, ενώ η Μαρίνα δε σχολίαζε τίποτα.
«Αφού επόβγαλέ ντηνε όξω τη μική που φώνιαζε, εμπήκενε ξανά μέσα η δικηγορέσσα, ηρέμησε την προεδρίνα μας και παραδέχτηκενε πως η προεδρίνα εβρήκενε τον τίτλο τση εκδήλωσης.
«Ψώματα ήλεγε το μικιό» κατέληξε ευχαριστημένη η Κατίνα η κουτσή, ενώ το Ρηνιώ κουνούσε το κεφάλι συμφωνώντας.

«Καληνύχτα Κεμάλ, αυτός ο κόσμος δε θ’ αλλάξει ποτέ» είπε χαμηλόφωνα η Έφη, πλησιάζοντας τη Μαρίνα και περιμένοντας από κείνη που όλη αυτή την ώρα ήταν αμίλητη κι ανέκφραστη να πει κάτι.
«Φέρε άλλη μια μπίρα», είπε η Μαρίνα, ούσα πια βέβαιη πως οποιοσδήποτε άλλος λόγος ήταν μάταιος.

Μαίρη Βαβουράκη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading