“Αγάπη μου, ετοιμάστηκες;”, ρώτησε ο Γιώργος ενώ μετρούσε τα χρήματα που είχε στο πορτοφόλι του
Η Λένια εμφανίστηκε μπροστά του με ένα κολάν και ένα κροπ
“Τι είναι αυτά;”, τη ρώτησε σε αυστηρό τόνο
“Μην αρχίζεις. Δεν θα έρθω! Προτιμάω να πάω γυμναστήριο”, απάντησε με απάθεια και έβαλε ένα μεγάλο μπουκάλι με νερό μέσα στη τσάντα που κρατούσε στον ώμο της
“Λένια, κάνε μου τη χάρη, σε παρακαλώ…”, της είπε γλυκά τώρα ο Γιώργος και της πήρε την τσάντα από τα χέρια, “…Ο Άλκης είναι παιδικός μου φίλος. Πώς είναι δυνατόν να μην παρευρεθώ στο πάρτι του;”
“Είδες; Το λες και μόνος σου. Δικός σου φίλος είναι”, γκρίνιαξε η Λένια
“Και θα πάω χωρίς το κορίτσι μου;”, της είπε και την φίλησε στην προσπάθεια να την καλοπιάσει και να της αλλάξει γνώμη
“Καλάαα, αλλά θα κάτσουμε μια ώρα το πολύ!”
“Δύο”
“Μιάμιση, αλλιώς κάτσε εσύ δύο και θα φύγω μόνη μου”
“Καλά, καλά, μην θυμώνεις. Μιάμιση. Έτσι όπως έχουμε αργήσει δεν θα το προλάβουμε καν”, είπε ο Γιώργος και κοίταξε νευρικά το ρολόι στον αριστερό του καρπό
“Αν δεν βγει ο ήλιος, ο Άλκης δεν σταματάει τη διασκέδαση, μην αγχώνεσαι”, του απάντησε με ειρωνία η Λένια και πήγε με το ζόρι στο δωμάτιο να ετοιμαστεί.
Επέλεξε μια μωβ παντελόνα, ένα μαύρο κορμάκι και ασημένια αξεσουάρ. Φόρεσε τις ίσιες μπότες της και ένα παλτό. Τα μαλλιά τα άφησε πάνω, όπως τα είχε έτοιμα για το γυμναστήριο και απλά έβαλε μάσκαρα στις βλεφαρίδες και ένα λιπ γκλος στα χείλη.
Ο Γιώργος είχε ντυθεί πιο επίσημα, αλλά δεν της είπε κάτι, γιατί μετά σίγουρα δεν θα ακολουθούσε.
Μόλις πέρασαν το κατώφλι του σπιτιού του Άλκη, ο Γιώργος αγκαλιάστηκε αμέσως με τον φίλο του, ενώ η Λένια κοίταζε τριγύρω αδιάφορα. Ο Άλκης τους ευχαρίστησε και τους δύο που ήρθαν και τους πρότεινε να πάρουν ένα ποτό από την τραπεζαρία και να ανέβουν τα σκαλιά για την ταράτσα. Παρόλο που ήταν χειμώνας, είχε γλυκιά νύχτα.
Μέχρι να περάσει η μιάμιση ώρα που είχαν συμφωνήσει να κάτσουν στο πάρτι, η Λένια έκατσε μόνη της σε μια γωνιά της ταράτσας και χάζευε τη θέα.
“Τουλάχιστον έχω πιάτο όλη την Αθήνα από εδώ…”, σκέφτηκε και προσπάθησε να απολαύσει το ποτό της.
Ο Γιώργος ήταν κάπου χαμένος, μιας και ο Άλκης έκανε πάντα μεγάλα πάρτι με πολύ κόσμο, κανέναν και καμία από τους οποίους δεν είχε τη διάθεση να γνωρίσει η Λένια. Ήταν άλλης φιλοσοφίας, μακριά από ξενύχτια, ποτά και τσιγαριλίκια. Προτιμούσε τα βιβλία, τις ήσυχες βόλτες στη φύση και το γυμναστήριο. Αλλά, να, που πάντα ο Γιώργος την τούμπαρε και βρισκόταν σε μέρη, με ανθρώπους που ένιωθε να ασφυκτιά. Πραγματικά, αυτή η θέα με τα φώτα της πόλης και τον Παρθενώνα να δεσπόζει στο υψηλότερο σημείο της πόλης ήταν σωτήρια απόψε.
Είχε σχεδόν φτάσει η λήξη του χρονικού περιθωρίου που είχε θέσει στον Γιώργο και πήγε να τον ψάξει. Δεν τον βρήκε στην ταράτσα κι έτσι αποφάσισε να κατέβει στον όροφο. Εκεί τον πέτυχε να παίζει χαρτιά με τρεις άλλους. Τον πλησίασε και του τόνισε ότι πρέπει να φύγουν.
“Έλα ρε μωρό μου, κάτσε λίγο” της είπε χωρίς καν να την κοιτάξει στα μάτια, γιατί ήξερε ότι αν έκανε το λάθος να σηκώσει το βλέμμα, η αυστηρότητα στο πρόσωπο της δεν θα του άφηνε περιθώρια…
Έτσι κι εκείνη δεν απάντησε αυτό που σκεφτόταν, γιατί δεν ήθελε να τον εκθέσει μπροστά στους φίλους του. Αντιθέτως, έφυγε σιωπηλή και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα.
Αναζήτησε ένα ποτήρι για να βάλει νερό και όπως τεντώθηκε για να το πιάσει από το πάνω ράφι, τραβήχτηκε το κορμάκι στο ύψος της μασχάλης και έμεινε εκτεθειμένο το δέρμα της πάνω από τον καβάλο του παντελονιού
“Ουάου!”
Η Λένια γύρισε απότομα το κεφάλι της. Στην είσοδο της κουζίνας στεκόταν ο Άλκης
“Ωχ, Λένια, με συγχωρείς…Δεν κατάλαβα ότι ήσουν εσύ”
Ως απάντηση εξέλαβε το στρίψιμο των ματιών της προς τα πάνω και ένα δυνατό ξεφύσιμα. Δεν τα παράτησε όμως. Την είδε που προσπάθησε ξανά να πιάσει το ποτήρι και σκέφτηκε να την βοηθήσει. Βρέθηκε, τότε, δίπλα της και με μια κίνηση έπιασε το πολυπόθητο ποτήρι και της το έδωσε με χαμόγελο.
“Ευχαριστώ”, απάντησε κοφτά
“Τι θα πιείς;”, συνέχισε σε ευγενικό τόνο
“Νερό”
“Παγωμένο ή βρύσης;”
“Κρύο”
Ο Άλκης της χαμογέλασε, άνοιξε το ψυγείο και έβγαλε ένα μεγάλο μπουκάλι νερό. Της σέρβιρε και κλείνοντάς το την ρώτησε αν περνάει καλά.
Η Λένια προτίμησε να πιει το νερό, πάρα να απαντήσει.
“Γιατί δεν απαντάς;”, επέμεινε ο Άλκης
“Δεν θέλεις να ξέρεις την απάντηση”, του είπε με εμφανή την ειρωνεία στα λόγια της
“Δοκίμασε με!”
“Για κάθε κυριακάτικη βόλτα στο βουνό, εγώ πρέπει να ανέχομαι ένα τέτοιο πάρτι. Κατάλαβες τώρα;”
“Τι έχει το πάρτι και σε χαλάει τόσο;”
“Κοίτα, είσαι κολλητός φίλος του Γιώργου, άσε καλύτερα!”
“Θα γίνω γραφικός. Δοκίμασέ με!”
Η Λένια ακούμπησε με τρομακτική ηρεμία το ποτήρι στον πάγκο της κουζίνας και τον κοίταξε βαθιά στα μάτια.
“Δεν μου αρέσει”, του είπε τονίζοντας την κάθε λέξη, ενώ τα μάτια της έβγαζαν σπίθες
“Δεν μου έχεις απαντήσει ακόμα”, της είπε διατηρώντας την ηρεμία στον τόνο της φωνής του
“Είναι τρεις λέξεις, τι δεν καταλαβαίνεις; Δεν μου αρέσει η νοοτροπία σας, την ανέχομαι”
“Πού ξέρεις εσύ ποια είναι η νοοτροπία μου;”
“Δεν κάνεις τίποτε άλλο εκτός από πάρτι, δεν χρειάζομαι αλλά πειστήρια”
“Είσαι απόλυτη…Ο Γιώργος μάλλον δεν στα έχει πει όλα…”
“Τι άλλο να μου πει πέρα από τα εμφανή; Ανέχομαι τα πάρτι σου για να μπορέσουμε να πάμε μια βόλτα στη θάλασσα, στο βουνό, σε μια συναυλία…”
Ο Άλκης της χαμογέλασε πιο γλυκά από κάθε φορά. Τέντωσε το χέρι του πάνω από το κεφάλι της και ο λαιμός του βρέθηκε σχεδόν μπροστά στο στόμα της. Πριν εκδηλώσει την δυσαρέσκειά της, είχε πιάσει αυτό που ήθελε και το κρατούσε μπροστά στα μάτια της. Ήταν ένα μικρό πινακάκι 5×5 από φελιζόλ και πάνω του καρφιτσωμένες τρεις κονκάρδες που του απονεμήθηκαν μετά από αναρρίχηση σε απάτητες βουνοκορφές. Τα μάτια της Λένιας, τώρα, έλαμπαν. Κοίταζε με θαυμασμό άλλα και απορία μια το πινακάκι μια τον Άλκη.
“Τι είναι αυτό;”, τον ρώτησε για πρώτη φορά με γλυκό ύφος
“Αγαπώ τη φύση όσο τίποτα. Σε πολλές πεζοπορίες σου, πριν τον Γιώργο ακόμα, ήμουν εκεί. Θαύμαζα την δυναμική με την οποία συμμετείχες σε καθεμία από αυτές. Αλλά, έλα που ο Γιώργος είναι αδερφικός φίλος… και μια φορά που τον κατάφερα να έρθει μαζί, έπαθε ό,τι κι εγώ…”
“Δηλαδή;”, ρώτησε η Λένια όλο αγωνία
“Σε ερωτεύτηκε”, απάντησε ο Άλκης και έστριψε το βλέμμα του άλλου
Επικράτησε σιωπή για λίγο, την οποία ‘έσπασε’ η ερώτηση της Λένιας:
“Δηλαδή ο Γιώργος ήρθε και μου είπε όλα αυτά περί ορειβασίας και άλλων δραστηριοτήτων εξωτερικού χώρου δασκαλεμένος από εσένα; Δεν του άρεσαν ποτέ;”
Ο Άλκης γύρισε και την κοίταξε με δυσκολία. Κάποια στιγμή, όμως, έπρεπε να αποκαλυφθεί η αλήθεια…
“Ο Γιώργος είναι εθισμένος στον τζόγο. Τα πάρτι τα οργανώνω με την Μάττα για χάρη του. Όλη η ιστορία με τα βουνά και τα σπορ είναι μια ωραία βιτρίνα για να κρατήσει δίπλα του μια τόσο όμορφη γυναίκα…”
Η Λένια ένιωσε να χάνει τη γη κάτω από τα πόδια της! Και τότε η αγανάκτηση έγινε οργή!
“Με κοροϊδεύεις!”, άρχισε να φωνάζει “Δεν έχεις αποδείξεις για όσα λες!”
Οι φωνές της ακούστηκαν σε όλο τον χώρο, με αποτέλεσμα ο Γιώργος να εμφανιστεί μπροστά της.
“Λένια μου, γιατί φωνάζεις;”,την ρώτησε χαμηλόφωνα, τρίζοντας τα δόντια του
“Γιατί ο φίλος σου είναι ψεύτης!”
Ο Γιώργος κοίταξε τον Άλκη στα μάτια και ήξερε πολύ καλά τι αποκάλυψε στην Λένια. Την πήρε αμέσως αγκαλιά και της ψιθύρισε στο αυτί:
“Αγάπη μου, με συγχωρείς για απόψε. Δεν τήρησα την υπόσχεσή μας. Πάμε να φύγουμε και αύριο θα κάνουμε ό,τι θες εσύ”
Η Λένια τον άρπαξε από το χέρι και τον πρόσταξε να φύγουν. Ο Γιώργος γύρισε και έκλεισε το μάτι στον Άλκη, σαν να σφράγιζε μια νέα συνάντηση, σύντομα.
Μπαίνοντας στο αμάξι η Λένια όλο νεύρα του ανακοίνωσε ότι δεν θα κάνει άλλη παραχώρηση σχετικά με τον Άλκη και άρχισε να του διηγείται όσα της είπε. Ο Γιώργος άλλοτε γελούσε ειρωνικά και άλλοτε πέταγε ένα “α καλά”. Με το τέλος της εξιστόρησης, σταμάτησε το αμάξι στην άκρη του δρόμου, σε ένα ήσυχο σχετικά σημείο. Κοίταξε την Λένια και τη ρώτησε:
“Τα πιστεύεις εσύ όλα αυτά;”
“Ποτέ δεν συμπάθησα τον Άλκη, γιατί να το κάνω τώρα;”
“Έτσι μπράβο το κορίτσι μου”, της είπε και χάιδεψε την αλογοουρά της. “Και αύριο θα πάμε βόλτα στο βουνό και με τον Άλκη δεν θα βρεθούμε ξανά οι τρεις, στο υπόσχομαι. Αν δεν θες να έρχεσαι στα πάρτι του, να μην το κάνεις. Δεν θα σε ξαναπιέσω. Κι εγώ θα κάθομαι λίγο και μετά θα γυρίζω σε σένα”
Η Λένια τον αγκάλιασε και τον ευχαρίστησε. Την φίλησε με τόσο πάθος, που δεν το είχε ξανακάνει. Την έπιανε με τέτοια μανία, που δεν το είχε ξανακάνει και η Λένια ήθελε να την θέλει τόσο πολύ…
Αφού επέστρεψαν σπίτι, η Λένια μπήκε για ένα μπάνιο και ο Γιώργος έπιασε το κινητό του. Βρήκε το τηλέφωνο της Μάττας (γιατί με τον Άλκη έπρεπε πρώτα να κάνει μια κουβέντα) και της έστειλε μήνυμα να κανονίσει την επόμενη συνάντηση για χαρτιά. Έπειτα το διέγραψε, γδύθηκε και ακολούθησε τη Λένια στο μπάνιο, με σκοπό να διαλύσει κάθε αμφιβολία περί της εικόνας του, που με τόσο κόπο και ψέμα είχε δομήσει στο μυαλό της…
Αγγελική Ανδριοπούλου
