Γεννήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’80, μια ηλιόλουστη ανοιξιάτικη μέρα. Ήταν το πρώτο παιδί δυο νέων ανθρώπων, και οι δυο μόλις 25 χρόνων. Οι γονείς της την λάτρευαν. Ήταν μικροκαμωμένη και κατάξανθη. Ένα πανέμορφο, χαριτωμένο κοριτσάκι. Ζούσαν στην επαρχία, οι γονείς της μορφωμένοι και οι δύο, και πολύ «καθώς πρέπει». Από τις καλές οικογένειες της περιοχής. Δημόσιοι υπάλληλοι και οι δύο, με το σπιτάκι τους -τι σπιτάκι δηλαδή, παλάτι καλύτερα!-, τα καινούργια τους αυτοκίνητα, τις διακοπές τους το καλοκαίρι… Έμοιαζαν να τα έχουν όλα τακτοποιημένα.
Ο πατέρας πάντα σίγουρος για τον εαυτό του και τις ικανότητές του, μάλλον εξέπεμπε μια κάποια επάρκεια στους γύρω του. Καθώς τα χρόνια περνούσαν, στα τέλη της δεκαετίας του ’90, τα οικονομικά τους άνθισαν. Η μάνα, αν και όλη μέρα καταπιανόταν με την καθαριότητα του σπιτιού και το βράδυ πονούσε ολόκληρο το σώμα της από την κούραση, μπαινόβγαινε μαζί με τη μοναχοκόρη της στα ακριβότερα καταστήματα της πόλης. Αγόρασαν καινούργιο αυτοκίνητο, ανακαίνισαν το σπίτι, ξεκίνησαν να πηγαίνουν μεγαλύτερα και ακριβότερα ταξίδια…
Δεύτερο παιδί δεν έκαναν. Η μάνα δεν ήθελε. Λάτρευε την Άννα της και της ήταν αρκετό. Όλοι απορούσαν γιατί δεν έκαναν δεύτερο παιδί για να ολοκληρωθεί η ευτυχία τους.
Ένα χειμωνιάτικο απόγευμα, η θεία του πατέρα επισκέφθηκε το σπίτι τους.
«Θεία, καλώς ήρθες! Να σου κάνω καφέ να πιείς;» ρώτησε ευγενικά η Λουίζα. Ο Τόλης έλειπε.
Η θεία απάντησε καταφατικά και η Λουίζα την τράταρε πτι-φουρ μαζί με τον αχνιστό καφέ.
«Πες μου, κορίτσι μου, τα νέα σου» είπε η θεία.
«Όλα καλά, θεία, τα ίδια… σπίτι, δουλειά… Όπως τα ξέρεις… Έκανα σπανακόπιτα χθες, να σου βάλω ένα κομμάτι;»
Η θεία σηκώθηκε από την καρέκλα, πλησίασε τη Λουίζα και, με μια κίνηση της φούσκωσε τη φράντζα από το μάτι της.
«Τι είναι αυτό, κορίτσι μου; Τι μελανιά είναι αυτή;»
Η Άννα γύρισε με αγωνία και κοιτάξε τη μητέρα της.
«Τίποτα δεν είναι, θεία, όλα καλά, να… μόνο… έπεσα στο μπάνιο και χτύπησα»
Η θεία ρούφηξε αργά τον καφέ της. Σιωπή.
Μετά από λίγο, η θεία είπε, σχεδόν ψιθυριστά: «Την πεθερά σου την έδερνε ο συγχωρεμένος ο πεθερός σου, το ξέρεις έτσι;»
«Όχι θεία, αλήθεια; Δεν το ήξερα. Ο Τόλης δεν μου το είπε ποτέ»
«Ναι, κορίτσι μου, την έδερνε πολύ, μπροστά στα παιδιά, μάλιστα»
Η ματιά της καρφώθηκε στην Άννα, που τώρα ήταν αρκετά μεγάλη και καταλάβαινε τα πάντα. Η Λουίζα έσπασε και ξέσπασε σε κλάμα.
«Τι να κάνω, θεία;»
«Τι να κάνεις; Να τον αφήσεις! Δεν τον έχεις ανάγκη, και τη δουλειά σου έχεις και το σπίτι σου και την Άννα σου. Θέλεις να μεγαλώνει έτσι το παιδί; Δεν το πιστεύω ότι κάνει τα ίδια ο Τόλης σε σένα!»
«Θεία, δεν το θέλει. Έχει νεύρα και δεν τα ελέγχει… μετά το μετανιώνει.»
«Σταμάτα! Δεν υπάρχει δικαιολογία, Λουίζα. Λάβε τα μέτρα σου και πρόσεχε!»
Το επτασφράγιστο μυστικό τους είχε πια αποκαλυφθεί. Τόσα χρόνια η Λουίζα προσποιούταν παντού, ακόμα και στη μάνα της, την απόλυτη ευτυχία. Μέσα στο σπίτι όμως, όταν οι πόρτες έκλειναν, περνούσε τον δικό της Γολγοθά. Η ψυχολογική βία ήταν μέρος της καθημερινής ρουτίνας, τόσο για εκείνη όσο και για την Άννα της. Πονούσε πολύ για την κατάσταση αυτή. Αν αντιδρούσε, ο Τόλης χειροδικούσε. Μετά την καλοπιανε, εκείνη και την κόρη τους με δώρα και εκπλήξεις, μα την επόμενη… πάλι τα ίδια.
Η Λουίζα δεν ήθελε να χωρίσει. Φοβόταν. Τι θα γινόταν μετά; Θα ήταν μια ζωντοχήρα… Τι θα έλεγε ο κόσμος; Και έτσι σιωπούσε και τα χρόνια περνούσαν. Και έπαψε σιγά-σιγά να αντιδρά. Έκανε ό,τι ήθελε ο Τόλης, σιωπηλά. Προσπαθούσε να μην τον νευριάσει και ξεσπάσει πάνω στο παιδί. Για τον εαυτό της πια δεν την ένοιαζε. Ασπίδα γινόταν για την κόρη της, που πλέον ήταν στην εφηβεία και οι προστριβές με τον πατέρα ήταν καθημερινό φαινόμενο.
Η Λουίζα είχε σχεδόν ξεχάσει πόσο της είχε λείψει να βγει λίγο έξω, να αναπνεύσει έναν αέρα διαφορετικό από αυτόν του σπιτιού. Οι συνάδελφοί της την είχαν καλέσει σε ένα δείπνο, ένα περιστασιακό βράδυ με άντρες και γυναίκες από τη δουλειά. Και για πρώτη φορά ύστερα από τόσο καιρό, αποφάσισε να πάει. Ήταν μια ευκαιρία να ανανεώσει λίγο τον εαυτό της, έστω και για λίγες ώρες. Μια πολύ μικρή απόδραση από την καθημερινότητα που τη βάραινε.
«Μόνο αυτή τη φορά, Τόλη, τίποτα παραπάνω», του είπε, ενώ φορούσε το παλτό της.
Ο Τόλης, που καθόταν στον καναπέ και διάβαζε την εφημερίδα του, σήκωσε το βλέμμα του με εκείνη την απότομη έκφραση που αμέσως προδιέθετε για τα λόγια που θα ακολουθούσαν. Δεν ήθελε να αφήσει την ευκαιρία να περάσει ανεκμετάλλευτη.
«Με τους συναδέλφους σου, ε;» ρώτησε με ειρωνεία, το βλέμμα του να γεμίζει με την προσδοκία της αντιπαράθεσης. «Άντρες και γυναίκες, έτσι;»
Η Λουίζα προσπάθησε να διατηρήσει την ηρεμία της. «Ναι Τόλη, αλλά δεν είναι τίποτα, απλώς μια έξοδος μετά τη δουλειά»
Ο Τόλης άφησε την εφημερίδα του στο τραπεζάκι και σηκώθηκε απότομα, η φωνή του τώρα πιο έντονη και γεμάτη καχυποψία. «Δεν με κοροϊδεύεις, έτσι; Αν νομίζεις ότι μπορείς να βγαίνεις έτσι, με όποιον να ‘ναι, και να γυρνάς σπίτι με το χαμόγελο στο πρόσωπό σου, κάνεις λάθος!» είπε με φωνή γεμάτη πίκρα και καταπίεση. «Πάντα τέτοια, ε; Να πας και να τα πεις στους άντρες του γραφείου ότι είσαι διαθέσιμη;».
Η Λουίζα ένιωσε τον κόσμο να χάνεται γύρω της. Τα λόγια του την πόνεσαν βαθιά, ήταν τόσο προσβλητικά που τη συντάραξαν. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ο άνθρωπος που ήταν ο σύζυγός της, και πατέρας της κόρης τους, είχε φτάσει σε αυτό το σημείο.
«Τι λες τώρα, Τόλη; Είναι αδιανόητο!» είπε προσπαθώντας να διατηρήσει τη ψυχραιμία της. «Δεν κάνω τίποτα τέτοιο. Πηγαίνω απλώς να φάω με συναδέλφους, τίποτα παραπάνω!».
«Που λες…» συνέχισε εκείνος, με ύφος πιο αυστηρό από ποτέ «νομίζεις ότι δεν ξέρω τι κάνεις; Δεν μπορώ να σε αφήσω να κυκλοφορείς ελεύθερη, να στροβιλίζεσαι με άντρες που δεν έχουν τίποτα καλύτερο να κάνουν από το να σε κοιτάζουν με τα μάτια του λύκου!».
Η φωνή του είχε ανέβει πια σε έναν τόνο επιθετικό, γεμάτο φθόνο και καταπίεση. Η Λουίζα σφιγγόταν στο σημείο όπου όλα γύρω της έμοιαζαν να καταρρέουν. Όμως το πιο συνταρακτικό ήταν ότι όλη αυτή η σκηνή παρακολουθούνταν από τη μικρή Άννα, η οποία είχε βγει από το δωμάτιο και βρισκόταν στην πόρτα της κουζίνας, ακούγοντας τα πάντα.
Η Λουίζα γύρισε και την είδε. Η Άννα την κοίταζε με τα μάτια γεμάτα απορία και φόβο, και κάτι μέσα στην καρδιά της μάνας της έσπασε. Προσπάθησε να χαμογελάσει, να δείξει ότι όλα ήταν καλά, αλλά δεν μπορούσε. Η ατμόσφαιρα ήταν ήδη μολυσμένη με μίσος και απελπισία.
«Μαμά, τι συμβαίνει;» ρώτησε η Άννα, η φωνή της τρέμοντας.
Ο Τόλης στράφηκε απότομα προς την κόρη του. «Όχι εσύ τώρα! Άκου λίγο την μάνα σου! Θες να μάθεις για τη μάνα σου; Μήπως να σου πω κι εγώ για το τι κάνει όταν λείπει από το σπίτι;».
Η Άννα δεν απάντησε, αλλά το βλέμμα της στέκονταν αναστατωμένο πάνω στη μητέρα της. Τι ήταν όλα αυτά που έβλεπε; Η γυναίκα που αγαπούσε, η μητέρα της, να διασύρεται τόσο βάναυσα από τον άνθρωπο που υποτίθεται ότι θα την προστάτευε. Ένιωθε τα χέρια της να τρέμουν και την καρδιά της να σπαράζει.
Η Λουίζα ήξερε πως η νύχτα αυτή δεν ήταν απλώς μία ακόμα λογομαχία. Η σχέση τους είχε πια φτάσει σε ένα σημείο όπου οι λέξεις δεν ήταν πια απλώς διαφωνίες. Ήταν προσβολές. Η σχέση αυτή είχε φτάσει στον πάτο και δεν υπήρχε επιστροφή.
«Άννα, πήγαινε στο δωμάτιό σου» είπε η Λουίζα με φωνή σπασμένη, προσπαθώντας να συγκρατήσει τα δάκρυά της. «Όλα είναι καλά, μην ανησυχείς».
Η Άννα πήγε πίσω στο δωμάτιό της, κλείνοντας την πόρτα πίσω της, και η Λουίζα έμεινε μόνη με τον Τόλη, με την ατμόσφαιρα να μυρίζει πίκρα και αγανάκτηση. Ο Τόλης κάθισε ξανά στον καναπέ, βρίζοντας κάτω από τα δόντια του.
«Μπορείς να φύγεις όποτε θέλεις» είπε τελικά, και το βλέμμα του ήταν γεμάτο περιφρόνηση. «Είσαι ελεύθερη να πας όπου θέλεις».
Η Λουίζα, με τα μάτια της γεμάτα θλίψη, πήγε προς την εξώπορτα και βγήκε από το σπίτι χωρίς να πει λέξη. Το τελευταίο πράγμα που ήθελε ήταν να τον αντιμετωπίσει και άλλο εκείνη τη στιγμή.
Αδιέξοδο… κατάθλιψη… παθητικότητα… κιλά πολλά που πλέον δεν την ένοιαζαν. Είχε πει στον εαυτό της ότι μόλις η Άννα της γίνει ανεξάρτητη, θα φύγει. Και το έκανε. Τα χρόνια πέρασαν και το αδιέξοδο έγινε φανερό. Όταν η Άννα πήγε στο πανεπιστήμιο, η Λουίζα είχε πάρει την απόφαση να φύγει. Ο Τόλης την είχε σωματικά και ψυχικά χτυπήσει αρκετές φορές, και είχε φτάσει σε σημείο που δεν μπορούσε να το αντέξει άλλο. Είχε φτάσει η στιγμή της ελευθερίας, όσο δύσκολο κι αν ήταν. Με την κόρη της πλέον ενηλικιωμένη, η Λουίζα αποφάσισε να κάνει το βήμα. «Αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί. Για μένα, για εσένα…» της είπε εκείνη την ημέρα.
Η Άννα, αν και είχε μεγαλώσει μέσα στον πόνο, ήξερε ότι η απόφαση αυτή ήταν απαραίτητη. Και τελικά, η Λουίζα με την κόρη της άφησαν τον Τόλη πίσω τους.
Πάνω από 10 χρόνια αργότερα, η Λουίζα ζει ελεύθερη και ήρεμη, απολαμβάνοντας τη ζωή, την κόρη της και τον εγγονό της. Η Άννα δεν έχει πια καμία επαφή με τον πατέρα της. Δεν επιθυμεί να τον ξαναδεί. Ο Τόλης παραμένει μια σκιερή παρουσία στο παρελθόν τους, μια ανώφελη μνήμη που δεν αξίζει πια να τους ακολουθεί.
Η Άννα, αφού κατάφερε να ξεπεράσει τις πληγές του παρελθόντος, ζει τη ζωή της μακριά από τις δεσμεύσεις και τις παρεμβάσεις του πατέρα της. Η σχέση τους είναι ανύπαρκτη, και η μοναδική αλήθεια που μένει είναι αυτή που εκείνη επέλεξε.
Παναγιώτα Τσάμπρα
