Βαλέρια

Ο ήχος απ’ τα τακούνια της, ακουγόταν απίστευτα δυνατά στην απόλυτη ησυχία του ξημερώματος πάνω στο πλακόστρωτο…

«Σταμάτα να τρέχεις! Βαλέρια!». Η φωνή του έκανε τα τζάμια από τα γύρω μαγαζιά να τρίξουν, μα εκείνη δεν σταμάτησε. Με δύο μεγάλες διασκελιές την έφτασε και την τράβηξε από το χέρι.

«Βαλέρια! Τι μ@λαkieς είναι αυτές;». Σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε στα μάτια.
«Είναι το λιγότερο που μπορώ να κάνω! Έφτασε ο κόμπος στο χτένι, Βύρωνα! Τέλος!»
«Τι τέλος, ρε Βαλ; Με δουλεύεις; Φίλοι είμαστε!».

Τράβηξε το χέρι της απότομα ώστε να το ελευθερώσει από τα ‘δεσμά’ του.
«Όχι Βύρωνα! Δεν είμαστε φίλοι. Δεν μπορώ να παριστάνω άλλο τη φίλη σου. Δεν αντέχω!». Ένα δάκρυ έκανε την εμφάνισή του. Το άφησε να κυλίσει.
«Πάλι τα ίδια ρε εσύ;»
«Αυτό έχεις να πεις μόνο; ‘Πάλι τα ίδια ρε εσύ;’»
«Και τι θέλεις να πω; Αφού τα έχουμε ξεκαθαρίσει! Εγώ και εσύ ποτέ!»
«Όχι, Βύρωνα! Δεν έχουμε ξεκαθαρίσει τίποτα! Τόσο καιρό, τόόόόσο καιρό εγώ να ξεροσταλιάζω και εσύ να το εκμεταλλεύεσαι! Πού είναι τα ξεκαθαρίσματα; Πού είναι τα ‘εμείς ποτέ’; Ε; Το ξεροκόμματο που μου πέταξες για απάντηση εκείνο το βράδυ, απλά και μόνο για αποφύγεις τα πάντα, έπρεπε να το πάρω στα σοβαρά; Συγνώμη, αλλά δεν το πήρα!».

Περισσότερα δάκρυα έκαναν την εμφάνισή τους στα μάτια της. Ένιωθε τη μάσκαρά της να αρχίζει να τρέχει…

«Ρε Βαλ! Γιατί ρε ψυχή μου;»
«Μη! Μη χρησιμοποιείς αυτή τη λέξη! Περικλείει πολλή αγάπη και εσύ δεν έχεις δώσει στάλα!»
«Ρε Βαλ! Τι σε έπιασε; Μου λες; Έχεις πιει έτσι; Και τους είπα να μην σε ποτίσουν… Ήμουν σίγουρος ότι θα άρχιζες τις μ@λakiες!»
«Ορίστε;». Παύση. «Δεν έχω πιει σταγόνα και οι ‘μ@λakiες’ που λες, είναι τα συναισθήματά μου για σένα! Σε ευχαριστώ που νοιάζεσαι τόσο ρε εσύ!». Τώρα τα δάκρυά της ήταν ποτάμι.

Ο Βύρωνας έκανε ένα βήμα προς το μέρος της. «Βαλέριά μου; Γιατί;»
«Γιατί σε γουστάρω, ρε Βύρωνα! Γι’ αυτό! Και το χειρότερο είναι ότι το ξέρεις και το εκμεταλλεύεσαι. Το ξέρω. Το νιώθω και το βλέπω. Μην το αρνηθείς! Προσπάθησα τόσο πολύ, όμως δεν αντέχω την τόση ανωτερότητα! Δεν αντέχω!». Τα δάκρυα, χείμαρρος πια.

Ο Βύρωνας την έπιασε από τα μπράτσα και η Βαλέρια ένιωσε την καρδιά της να σκίζεται στα δύο. «Βαλέριά μου…»
«Άσε τα ‘μου’. Ένα παιχνίδι ήμουν! Δεν νοιάστηκες ποτέ για τίποτα. Συναισθήματα, σκέψεις, όλα στο ίδιο τσουβάλι. Και εγώ η χazή μπήκα στη διαδικασία να σε νοιαστώ και να σε εμπιστευτώ. Και το ευχαριστώ; Αποφυγή, κοροϊδία, φτύσιμο, αδιαφορία… Δεν είμαι γραμματόσημο για να με φτύσεις ώστε να κολλήσω. Έχω κολλήσει πολύ πριν το φτύσιμο, Βύρωνα. Και το ξέρεις…».

Τα χέρια του έφυγαν από τα μπράτσα της. Με το ένα χέρι σκούπισε ένα δάκρυ που εμφανίστηκε ξανά. Με το άλλο, έβγαλε από το πρόσωπό της τα μαλλιά που την έκρυβαν.

«Μην κλαις, ρε Βαλ! Σε παρακαλώ!».

Οι λυγμοί τράνταζαν το σώμα της Βαλέριας και δεν έκανε καμία κίνηση να κρυφτεί. Πλέον είχε ανοίξει όλα της τα χαρτιά. Πλέον ήταν «γυμνή» μπροστά του.

«Βαλ μου…»
«Δεν ήμουν ποτέ δική σου, Βύρωνα και ούτε θα γίνω! Αυτό με πονάει. Με τον τρόπο σου με άφηνες να ελπίζω πως ίσως, έστω και για λίγο, θα ήσουν μόνο δικός μου. Λάθος! Θεωρούσα πως με καταλάβαινες. Πως με σεβόσουν. Πως με νοιαζόσουν. Λάθος ξανά! Μόνο την πάρτη μας, έτσι; ΕΣΥ να είσαι καλά! ΕΣΥ να περνάς καλά! ΕΣΥ να παίρνεις αποδοχή, επιβεβαίωση! ΕΣΥ… ΕΣΥ… ΕΣΥ… και εγώ; Εμένα απλώς με σχολίαζαν όλοι… Ήμουν η ‘κοίταξε τη μωρέ πόσο γουστάρει τον Βύρωνα!’. Αυτή ήμουν… Η δεδομένη! Στα μάτια όλων σας… Και τα δικά σου!».

Η σιωπή του Βύρωνα ήταν απάντηση για τη Βαλέρια. Το κρακ που έκανε η καρδιά της ακούστηκε τόσο δυνατό στα αυτιά της που πόνεσε το κεφάλι της.

«Μάλιστα…». Το κλάμα της ορμητικό πλέον μούσκευε τα ρούχα της. «Δεδομένη… Εκεί φτάσαμε!».
«Και τι ήθελες να κάνω, ρε Βαλέρια; Να σε πhδ0ύσα και να τελείωνε εκεί η φάση; Δεν μπορούσα να το κάνω! Είμαστε μια παρέα και όσο να ‘ναι, μου άρεσε που μιλούσαμε. Μου άρεσε που είχες μάτια μόνο για μένα! Εσύ αποφάσισες μετά να εκφράσεις τα συναισθήματά σου, ε και εγώ ξενέρωσα. Λογικό δεν είναι; Καλή η καuλanτα, αλλά μετά ζορίζει η κατάσταση. Παρ’ όλα αυτά σου απάντησα. Δεν καταλαβαίνω γιατί γίνεται αυτό; Αλήθεια σου λέω… Μπορεί να έχω ξενερώσει, όμως δεν σε αποφεύγω! Είμαι κύριος!».

Η Βαλέρια σταμάτησε, μετά από πολλή ώρα να κλαίει.
«Συγνώμη… Μου κάνεις και χάρη;». Η φωνή της ξεπέρασε το στάδιο της εξομολόγησης και πέρασε με αστραπιαία ταχύτητα στο στάδιο της οργής. «Αυτό κατάλαβες; Άλλα λέω και άλλα καταλαβαίνεις! Γι’ αυτό έχουμε φτάσει εδώ…».

Τα χέρια του άφησαν το κορμί της και έπεσαν βαριά δίπλα στο σώμα του. Η Βαλέρια τον κοιτούσε με τόσο θυμό. Τον άντρα που ήθελε όσο τίποτα άλλο και μέχρι πριν λίγο κοιτούσε με τόση αγάπη.

«Έχεις τόσο μεγάλη καρδιά, Βύρωνα! Σε ευχαριστώ!», είπε κάνοντας ένα βήμα πίσω.
«Με ειρωνεύεσαι;», απάντησε εκείνος κάνοντας ένα βήμα μπροστά.
«Εγώ; Ποτέ! Απλά σκέφτομαι… Δεν μου έδωσες την χυλόπιτα που άξιζα ώστε να τελειώσει ό,τι ένιωθα και να προχωρήσω με άλλον, παρά με ‘τελείωσες’ με επίπεδο. Παρ’ όλα αυτά όμως, ξενέρωσες επειδή ήμουν ειλικρινής και δεν κρυβόμουν πίσω από το δάχτυλό μου και δεν με αποφεύγεις επειδή θέλεις να μιλάμε. Σωστά;»
«Ακριβώς! Αφού ρε ψυχή μου, καταλαβαινόμαστε, γιατί γίνεται όλο αυτό;».

Η Βαλέρια πήρε μια ανάσα ώστε να βάλει σε δευτερόλεπτα τις σκέψεις της σε τάξη πριν δώσει την τελική της απάντησή της.

«Τέλος!»
«Τι είπες;»
«Τέλος, Βύρωνα! Αυτό είπα! Τέλος!»
«Άντε πάλι!»
«Όχι, δεν κατάλαβες! Τέλος! Τη Βαλέρια που ήξερες, ξέχασέ τη! Κουράστηκα να έρχομαι πάντα δεύτερη. Δεν είναι εύκολο να συναγωνίζεσαι τους πάντες για βγαίνεις πρώτη και στην τελική, δεν θα έπρεπε να αγωνίζομαι. Θα έπρεπε να βγαίνει αβίαστα, αλλά όχι! Εκεί στον αγώνα για μια θέση στην καρδιά σου! Επίσης, βαρέθηκα να με θυμάσαι όποτε έχεις ανάγκη για επιβεβαίωση. Δεν είμαι παιχνίδι, γαμw την τύχη μου! Μπορεί να μην έχω πλέον ούτε ψήγμα αξιοπρέπειας και σεβασμού, αλλά δεν θα χαθώ έτσι. Δεν έχει άλλο! Ό,τι ήταν να πω, το είπα και ό,τι ήταν να κάνω, το έκανα! Σε θέλω όσο δεν πάει αλλά, φτάνει! Χάνω τη Βαλέρια με όλο αυτό. Ε όχι για έναν γκ0μενο να διαλυθώ… Παραπάει!»

«Βαλέρια…»
«Άσε με! Θέλω να πάω σπίτι μου!»
«Θα σε πάω εγώ!»
«Όχι! Δεν θέλω! Εσύ να πας εκεί που είναι να πας και εγώ, πίστεψέ με, θα πάω στο καλό!»
«Βαλέρια…»
«Τα λέμε Βύρωνα!»
«Βαλέρια…»

Ο ήχος απ’ τα τακούνια της ακουγόταν απίστευτα δυνατά στην απόλυτη ησυχία του ξημερώματος πάνω στο πλακόστρωτο…

Κατερίνα Μοχράνη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading