Αγκάθια

Ο ήλιος είχε ήδη ανέβει, αλλά ο Κυριάκος δεν είχε ακόμη αποφασίσει αν θα τολμούσε να πάει σήμερα στο καφενείο. Πώς να σταθεί απέναντι στους άντρες του χωριού, να ακούει τα ψιθυρίσματα πίσω απ’ τις πλάτες και τα μισάνοιχτα στόματα που προσποιούνται δήθεν ενδιαφέρον;

Είχε περάσει μια νύχτα από αυτές που δεν τις χωράει νους ανθρώπου… Κι όμως, για την Αναστασία, την κόρη του, δεν ήταν η πρώτη.

Ήταν λίγο πριν τα μεσάνυχτα όταν ακούστηκε χτύπος στην πόρτα. Ένας χτύπος σπαρακτικός, σαν να μην είχε χτυπήσει με χέρι, αλλά με την καρδιά της.

Ο Κυριάκος σηκώθηκε σαστισμένος από το κρεβάτι.

«Ποιος είναι;» φώναξε με βραχνή φωνή.

«Μπαμπά… εγώ είμαι. Η Αναστασία. Άνοιξε…»

Άκουσε τη φωνή της. Μα ήταν σαν να μην ήταν η ίδια. Μισοσπασμένη, τρεμάμενη. Άνοιξε την πόρτα και τότε… τότε του κόπηκε η ανάσα. Η Αναστασία, η μικρή του, στεκόταν μπροστά τους ξυπόλητη, με το νυχτικό σκισμένο, το πρόσωπο κατακόκκινο, τα πόδια της ματωμένα από το τρέξιμο.

«Αχ, Κυριάκο… το παιδί μας!» αναφώνησε η Σούλα, και την άρπαξε στην αγκαλιά της σαν να ήθελε να την χωρέσει όλη μέσα της.

«Τι έπαθες, πουλάκι μου; Τι σου έκανε πάλι ο παλιάνθρωπος;»

Η Αναστασία δεν μίλησε αμέσως. Τα μάτια της είχαν γυαλίσει. Ήταν στο όριο μεταξύ λυγμού και λιποθυμίας. Η Σούλα την έβαλε στην πολυθρόνα του σαλονιού, εκείνη την παλιά με τα λουλούδια που είχε κρατήσει απ’ την προίκα της. Έφερε χλιαρό νερό και ένα καθαρό πανί. Άρχισε να πλένει τις πληγές στα πόδια της, προσεκτικά, σχεδόν με ευλάβεια. Ο Κυριάκος της έφερε ένα ποτήρι νερό. Κάθισε δίπλα της και της χάιδεψε το πρόσωπο.

«Μίλα μου, παιδάκι μου… Σε παρακαλώ… Πες μου τι έγινε»

«Ό,τι γίνεται πάντα, μπαμπά… Ό,τι γίνεται χρόνια τώρα…» ψιθύρισε η Αναστασία.

Κατάπιε μια γουλιά νερό κι έτριψε τα μάτια της.

«Ήπιε πάλι. Γύρισε σπίτι και με κατηγόρησε… είπε πως ντύθηκα σαν τσούλa, πως έχω γκόμενο γιατί άργησα μια ώρα. Με χτύπησε. Με χτύπησε πολύ, μπαμπά…»

Η φωνή της έσπασε. Οι λέξεις έβγαιναν πνιγμένες.

«Με έπιασε από τα μαλλιά, έβγαλε τη ζώνη… φώναζε, έβριζε, δεν ήταν άνθρωπος. Ήταν τέρας. Κλείστηκα στο υπνοδωμάτιο, έσπασε την πόρτα. Φοβήθηκα πως αυτή τη φορά θα με σκοτώσει. Και πήδηξα από το μπαλκόνι. Ξυπόλητη… μέσα στα αγκάθια…»

Η Σούλα είχε μείνει ακίνητη. Έτριβε ακόμα τα πόδια της κόρης της μηχανικά, μα τα δάκρυά της στάζανε μέσα στη λεκάνη. Έπλενε και μάτωνε κι η ψυχή της μαζί με τις πληγές.

«Τα παιδιά;» ρώτησε τρομαγμένη.

«Στην Άννα. Θα κοιμόντουσαν με τα ξαδέρφια τους… Μην ανησυχείς»

«Δόξα σοι ο Θεός…» μουρμούρισε η Σούλα κι έσφιξε τα χείλη της να μη βγάλει λυγμό.

Ο Κυριάκος σηκώθηκε.

«Ως εδώ. Ως εδώ, κορίτσι μου. Αυτή δεν είναι ζωή, είναι κόλαση. Δεκαοκτώ χρόνια σου ρουφάει την ψυχή. Κι εγώ κι η μάνα σου σού φωνάζουμε… Σ’ ικετεύουμε να τον αφήσεις. Και κάθε φορά γυρνάς πίσω. Γιατί; Γιατί, Αναστασία μου;»

Η Αναστασία κουνούσε αργά το κεφάλι της. Δεν είχε απάντηση. Ίσως γιατί την ήξερε και την φοβόταν.

Ήταν μόλις δεκαεφτά όταν τον γνώρισε. Όμορφη σαν εικόνισμα. Ψηλή, με καστανόξανθα μαλλιά και πράσινα μάτια που έμοιαζαν με λιβάδι την άνοιξη. Πρώτη μαθήτρια στο σχολείο. Όλοι την καμάρωναν. Και μετά… ήρθε ο Παντελής. Με τα λόγια τα γλυκά, τα όνειρα τα ψεύτικα και τη φωτιά που την τύφλωσε.

Στα δεκαοχτώ της, μάνα. Η κοιλιά της φούσκωνε, κι η ντροπή δεν την άφηνε να πατήσει στο σχολείο. Άφησε πίσω τα βιβλία, τα όνειρα, τη ζωή που της ανήκε. Κι έτσι ξεκίνησε η κατάρρευση…

*****

Το πρωί, ο Κυριάκος βγήκε στην αυλή. Ο κήπος του ήταν το καταφύγιό του. Γεμάτος γεράνια, βασιλικούς και μια λεμονιά που είχε φυτέψει για την Αναστασία όταν γεννήθηκε. Έριχνε νερό και σκεφτόταν. Πώς γίνεται ένα παιδί που δεν είδε ποτέ βία στο σπίτι του, να την υπομένει τόσα χρόνια;

Ένας γείτονας πέρασε.

«Καλημέρα, Κυριάκο. Η Αναστασία… πώς είναι;»

Ο Κυριάκος σήκωσε το κεφάλι. Τον κοίταξε βαθιά.

«Καλά είναι, γιατί ρωτάς;»

«Να, μωρέ… Χθες… Τους άκουσε όλο το χωριό. Κι εκείνος… τον βρήκαν σήμερα να κοιμάται σ’ ένα παγκάκι στην πλατεία»

«Σε παγκάκι;»

«Ναι… Ο Σωκράτης, όταν άνοιξε το καφενείο»

Ο Κυριάκος έσφιξε το λάστιχο στο χέρι του. Η ντροπή ανέβηκε μέχρι τα μάτια. Αλλά πίσω απ’ αυτήν… πόνος. Βουβός. Απελπισμένος. Πώς να σώσει την κόρη του όταν δεν θέλει να σωθεί;

Καταγγελίες είχαν κάνει. Αστυνομία, δικαστήρια, περιοριστικά μέτρα. Τίποτα. Γιατί η ίδια γυρνούσε. Κι ο Παντελής… δεν φοβόταν πια τίποτα. Το καφενείο του έλειπε. Η παρτίδα τάβλι, μια κουβέντα της προκοπής. Αλλά δεν μπορούσε να πάει. Όχι έτσι. Όχι σήμερα. Έμεινε στο σπίτι. Στάθηκε δίπλα στη Σούλα, που καθόταν βουβή στον καναπέ και κρατούσε το χέρι της Αναστασίας.

«Δεν θα ‘μαστε πάντα εδώ, παιδί μου…» της είπε κάποια στιγμή. «Πρέπει να σταθείς στα πόδια σου. Να ζήσεις»

Η Αναστασία δεν απάντησε. Πώς να τους το πει; Χθες, πριν τρέξει ξυπόλητη για να σωθεί, είχε πάει στον γιατρό. Έγκυος. Στο πέμπτο παιδί. Της φάνηκε σαν θάνατος μέσα στη ζωή. Κι ήξερε πως, για να το φέρει στον κόσμο, έπρεπε πρώτα να ξαναβρεί τον δικό της. Αλλά φοβόταν. Φοβόταν πολύ…

Παναγιώτα Τσάμπρα

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading