Το τελευταίο κομμάτι μουσακά

-Άντε βρε γυναίκα, ακόμα να ετοιμάσεις τα πράγματα; Αύριο πρωί – πρωί θα έρθει ο Αντρέας να μας πάρει!, είπε τραυλίζοντας ο Σπύρος, ενώ στήριζε όλο το βάρος του πάνω σε ένα μικρό, μαύρο μπαστουνάκι
-Σπύρο μου, δεν θα πάμε φέτος στο χωριό. Είσαι άρρωστος. Πρέπει να μείνουμε εδώ, να μπορούν ανά πάσα στιγμή να σε εξετάσουν οι γιατροί.
-Σε παρακαλώ πολύ, σήκω να φτιάξεις μια μικρή βαλιτσούλα για λίγες μέρες!, της είπε με παρακλητικό ύφος και μεγάλη δυσκολία στην άρθρωση
-Πόσες;
Ο Σπύρος την κοίταξε τώρα αυστηρά. Η Κική δεν μπορούσε να του χαλάσει χατίρι. Μέσα σε λίγες ώρες έφτιαξε δύο τσάντες και κάλεσε τον Αντρέα, τον γιο της γειτόνισσας που τον είχαν σαν δικό τους και κάθε καλοκαίρι τους πήγαινε με το ιδιωτικό του βαν στο χωριό, να είναι αύριο στις 5 το πρωί κάτω από το διαμέρισμα.

Ο Αντρέας χάρηκε πολύ που και φέτος, παρά τις όποιες δυσκολίες, το καλοκαίρι θα έβρισκε το αγαπημένο του ζευγάρι εκτός Αθηνών. Ήξερε ότι ο Σπύρος είχε περάσει δύο εγκεφαλικά που του είχαν αφήσει κουσούρια στον λόγο και το περπάτημα, αλλά φέτος τον χειμώνα κλήθηκε να αντιμετωπίσει και ένα σοβαρό αναπνευστικό πρόβλημα, οπότε του ήταν διπλά δύσκολο να μετακινηθεί και να αυτοεξυπηρετηθεί. Η δε Κική, δεν εμπιστευόταν άλλον άνθρωπο δίπλα του και κερί αναμμένο στεκόταν εκεί, κάθε μέρα, όλη μέρα, ώστε να του προσφέρει τα πάντα. Ακόμα και λίγες μέρες στο αγαπημένο του χωριό.

Εξουθενωμένη έκατσε στην καρέκλα απέναντι από το κρεβάτι της κρεβατοκάμαρας που είχε ξαπλώσει ο Σπύρος και με ένα χαμόγελο του είπε:
– Αύριο πάμε στο χωριό. Στους φίλους σου και την ερωμένη σου, τη θάλασσα.
Ο Σπύρος γέλασε με δυσκολία. Βαθιά μέσα του, όμως, η λαχτάρα ήταν απερίγραπτη.

Το επόμενο πρωί, ο Αντρέας ήταν εκεί στην ώρα του. Προσέφερε κάθε δυνατή βοήθεια με το κουβάλημα των αποσκευών και την μεταφορά του Σπύρου από το διαμέρισμα στο αυτοκίνητο, ο οποίος έκατσε στη θέση του συνοδηγού, αφού ήταν αρκετά ευρύχωρη και με απόλυτη ηρεμία περίμενε να ξεκινήσει το ταξίδι.

Μετά από ώρες και αρκετή ταλαιπωρία έφτασαν στο σπιτάκι τους. Ο Σπύρος, με αρωγό το μπαστούνι του και όση δύναμη του είχε απομείνει στα πόδια, κατευθύνθηκε απευθείας στο μπαλκόνι. Έκατσε στην καρέκλα του, μια λευκή πλαστική καρέκλα με ένα μαξιλαράκι πάνω της στα αριστερά του μπαλκονιού, και έμεινε να αγναντεύει τη θάλασσα όσο η γυναίκα του και ο Αντρέας τακτοποιούσαν τα πράγματα.
-Σπύρο μου, όλα καλά;, ρώτησε η Κική και τον ακούμπησε στον ώμο
-Μια χαρά, απάντησε με λίγη δυσκολία και συνέχισε να έχει καρφωμένο το βλέμμα στη θάλασσα
-Μήπως να μπεις μέσα, να ξαπλώσεις και να ξεκουραστείς λίγο;
-Πεινάω…
-Πες μου τι θέλεις και θα πω του Αντρέα να το φέρει.
-Θέλω να δω τον Κυριάκο και τον Αναστάση και μετά να παραγγείλουμε μουσακά, της είπε και δεν μπορούσε να βρει την ανάσα του από την προσπάθεια που κατέβαλε
Η Κική ήθελε να επαναλάβει τα ίδια περί ξεκούρασης, αλλά μετά σκέφτηκε ότι μια ωρίτσα δεν θα άλλαζε κάτι. Θα ξεκουραζόταν μετά.

Σε μόλις λίγα λεπτά, οι δύο ηλικιωμένοι άντρες βρίσκονταν στο μπαλκόνι του μικρού εξοχικού σπιτιού του Σπύρου και της Κικής και πίνοντας ελληνικό καφέ αναπολούσαν και οι τρεις στιγμές από τότε που υπηρετούσαν μαζί στην πολεμική αεροπορία. Γελαγαν και νοσταλγούσαν. Νοσταλγούσαν και γελαγαν. Ο Σπύρος ένιωσε για μια στιγμή ότι είναι πιο δυνατός από ποτέ και σήκωσε ψηλά το ποτήρι με το νερό του και ευχήθηκε με καθαρή φωνή “Εις υγείαν”. Τσούγκρισαν και τότε εμφανίστηκε ο Αντρέας με ένα μεγάλο κομμάτι μουσακά σε πακέτο, από την ταβέρνα του χωριού.
“Μόλις άκουσαν κυρ Σπύρο ότι είναι για σένα, έβαλαν το μεγαλύτερο κομμάτι. Μόλις την έβγαλαν από τον φούρνο, μου είπαν”
Ο Σπύρος του χαμογέλασε και ζήτησε ευγενικά από τους φίλους του να αποχωρήσουν για να φάει και να ξεκουραστεί.

“Καλή αντάμωση Σπύρο”, του είπαν ταυτόχρονα
“Αυτό είναι σίγουρο”, είπε από μέσα του και τους χτύπησε στην πλάτη

– Σπύρο μου, θα έρθεις μέσα ή θα φας εδώ;
Ο Σπύρος κοίταξε την Κική με μάτια θολά:
-Εδώ… Μήπως… μπορείς… να… με…ταΐσεις; Δεν… μπορώ… να… σηκώσω… τα… χέρια… μου, είπε με μεγάλη δυσκολία
Η Κική ένιωσε ένα δυνατό σφίξιμο στην καρδιά αλλά δεν το άφησε να φανεί.
-Αμέσως Σπύρο μου! Πηγαίνω να φέρω και το δικό μου φαγητό και θα φάμε εδώ. Ο Αντρέας θα γυρίσει στην Αθήνα, δεν θα μας συνοδέψει.
Ο Σπύρος κούνησε καταφατικά το κεφάλι. Ο Αντρέας τον πήρε μια δυνατή αγκαλιά κι έφυγε.

Η Κική έπιασε το πιρούνι και ξεκίνησε να ταίζει τον Σπύρο. Έτρωγε πιο αργά από ποτέ και ζητούσε συνέχεια νερό. Όταν έφαγε και την τελευταία μπουκιά, της ζήτησε να τον βοηθήσει να αλλάξει και να πάει τουαλέτα, κάτι το οποίο φυσικά θα έκανε έτσι κι αλλιώς.
-Άντε να ξαπλώσεις τώρα Σπύρο μου. Πήρες και τα φάρμακά σου. Το απόγευμα θα είσαι καλύτερα.
-Άνοιξε… την… τηλεόραση… Έχει… Βέγγο, αγκομάχησε να πει
-Μην χάσεις την αγαπημένη σου ταινία, πονηρέ. Για λίγο, εντάξει;

Ο Σπύρος της χαμογέλασε.
-Κική, σε ευχαριστώ για όλα…
-Άντρας μου είσαι βρε Σπύρο. Τι με ευχαριστείς; Ξεκουράσου!, του είπε και τον φίλησε στο μέτωπο. Έφυγε και έκλεισε την πόρτα πίσω της.

Ο Σπύρος ήξερε πολύ καλά πως είχε έρθει η στιγμή που θα άφηνε αυτόν τον κόσμο. Όμως κατάφερε να φύγει όπως ακριβώς ήθελε. Δίπλα στη θάλασσα, έχοντας χαιρετήσει τους φίλους του, έχοντας φάει τον αγαπημένο του μουσακά, έχοντας δεχτεί το τελευταίο φιλί της γυναίκας που αγάπησε, βλέποντας τον ηθοποιό που αποτέλεσε για τον ίδιο πρότυπο ζωής και χωρίς να ταλαιπωρήσει τα παιδιά του και τα εγγόνια του.
“Είμαι ευγνώμων για τη ζωή που μου χάρισες Θεέ. Έρχομαι”, μονολόγησε
Ένα δάκρυ κύλησε από το δεξί του μάτι στο μαξιλάρι και μετά έκλεισαν αμφότερα για πάντα.

Αγγελική Ανδριοπούλου

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading