Άλλη μια μέρα στο πανεπιστήμιο είχε φτάσει στο τέλος της και η εικοσάχρονη Έλι επέστρεφε σπίτι. Έσιαξε τα γυαλιά που φορούσε και διέσχισε το πάρκο περπατώντας αγέρωχα. Αν τα παρατηρούσε κάποιος επιπόλαια, θα έβλεπε ένα απλό, συνηθισμένο ζευγάρι, με ολοστρόγγυλους φακούς και λεπτό μαύρο σκελετό. Αν όμως τα κοίταζε προσεκτικά, θα πρόσεχε μικρές, πολύχρωμες πινελιές, σαν φλέβες φωτός να διατρέχουν την επιφάνειά τους.
Έστρεψε το βλέμμα της σε ένα μικρό αγόρι που πλατσούριζε στην άκρη της λιμνούλας με τις πάπιες. Εκείνο της χαμογέλασε. Η κοπέλα έβγαλε τα γυαλιά και τα σκούπισε με την άκρη της μπλούζας της. Τότε, ένα από τα πτηνά, πήδηξε στο πρόσωπο του παιδιού και του τσίμπησε τη μύτη. Το αγόρι άρχισε να ουρλιάζει χτυπώντας άτσαλα τα χέρια του στη λίμνη. Μια πανικόβλητη γυναίκα έτρεξε προς το μέρος του.
Η Έλι φόρεσε ξανά τα γυαλιά. Η ηρεμία επανήλθε.
Φτάνοντας στο σπίτι, κλασική μουσική ακουγόταν από τα ανοιχτά παράθυρα. Η μυρωδιά από φρεσκοψημένα κουλουράκια την τύλιξε καθώς πέρασε το κατώφλι. Η μητέρα της την υποδέχτηκε με ένα ζεστό χαμόγελο. Το δωμάτιό της ήταν καθαρό, με μεταξωτά σεντόνια και ξύλινα ράφια φορτωμένα με βιβλία που της είχαν χαρίσει οι δάσκαλοί της.
Όλα ήταν όπως έπρεπε.
Κι όμως, κάτι την απασχολούσε. Έσυρε τα βήματά της στο παράθυρο, τράβηξε τα παντζούρια, και ο χώρος σκοτείνιασε. Σωριάστηκε στο κρεβάτι. Δάκρυα αυλάκωσαν τα μάγουλά της. Έμεινε για λίγη ώρα ακίνητη, με τις σταγόνες να στεγνώνουν αργά στο πρόσωπό της. Έπειτα βυθίστηκε σε έναν γαλήνιο ύπνο.
Το επόμενο πρωί, η μητέρα της, την καλωσόρισε στην κουζίνα.
«Έλι, καλημέρα καρδούλα μου! Έφτιαξα τα αγαπημένα σου!»
Ένα τραπέζι γεμάτο λιχουδιές απλωνόταν μπροστά της. Έφαγε δύο μπουκιές, έσφιξε το λουράκι της τσάντας και βγήκε από το σπίτι.
Το πανεπιστήμιο ήταν όπως έπρεπε: καθαρό, φωτεινό, με συμφοιτητές που της χαμογελούσαν. Η καθηγήτρια των εικαστικών την πλησίασε:
«Έλι, το σχέδιό σου για το περιοδικό είναι υπέροχο. Θα το βάλουμε στο εξώφυλλο». Εκείνη χαμογέλασε ντροπαλά.
Οι μέρες περνούσαν η μία μετά την άλλη, η καθεμιά λίγο πιο τέλεια από την προηγούμενη. Μόνο που πότε πότε, κάτι παράξενο συνέβαινε. Κάποιες φορές, η τελειότητα της καθημερινότητάς της έμοιαζε… ψεύτικη˙ σαν ζωγραφιά φτιαγμένη με σχολαστική επιμέλεια, αλλά που ο δημιουργός ξέχασε να κρύψει τις γραμμές από τις ίνες του πινέλου.
Μια μέρα, καθώς περπατούσε στον δρόμο, άκουσε μουσική να ξεχύνεται από ένα ανοιχτό παράθυρο. Ξαφνικά, η μελωδία διακόπηκε απότομα και στη θέση της ακούστηκαν ουρλιαχτά. Πριν προλάβει να αντιδράσει, η μουσική επέστρεψε. Μια άλλη φορά, ενώ περνούσε από το πάρκο, είδε ένα παιδί με ρούχα παλιά και φθαρμένα, να την κοιτά με ένα βλέμμα περίεργο, τρομακτικό.
Όταν ανοιγόκλεισε τα μάτια της, είχε εξαφανιστεί.
Τα αγνόησε. Ποιος νοιάζεται για παράξενα πράγματα, όταν έχει έναν κόσμο τόσο όμορφο;
Το ίδιο βράδυ όμως, λίγο πριν ξαπλώσει, παρατήρησε πως το ένα τζάμι στα γυαλιά της είχε μια ρωγμή. Και για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, καθώς κοίταζε τον καθρέφτη, είδε πίσω της όχι το φωτεινό δωμάτιο που ήξερε… αλλά κάτι άλλο. Κάτι σκοτεινό. Ανοιγόκλεισε γρήγορα τα μάτια. Η ρωγμή εξαφανίστηκε.
Αύριο, σκέφτηκε. Αύριο θα είναι πάλι όλα όπως πρέπει.
Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε.
Από την επόμενη μέρα, ο κόσμος της άρχισε να ξεφτίζει. Κάθε βλέμμα, κάθε χειρονομία, κάθε λέξη περιείχε μια λεπτή, αδιόρατη παραφωνία. Η καθηγήτρια των καλλιτεχνικών την επαίνεσε ξανά, αλλά το χαμόγελό της τρεμόπαιξε, σαν να ράγιζε ο καθρέφτης μιας τέλειας εικόνας. Οι συμφοιτητές της την αγκάλιασαν, μα τα μάτια τους έκρυβαν μια ειρωνεία που δεν μπορούσε να αγνοήσει.
Στο πάρκο, τα παιδιά έπαιζαν, αλλά το γέλιο τους έμοιαζε ψεύτικο. Κούφιο. Σαν ηχώ. Το αγόρι με τα φθαρμένα ρούχα ήταν πάλι εκεί.
«Δεν είναι αληθινό» της ψιθύρισε.
Η Έλι πάγωσε.
«Δεν μπορείς να φοράς τα μάτια τους για πάντα» συνέχισε το παιδί.
Άνοιξε διάπλατα το στόμα του. Σκουλήκια ξεχύθηκαν προς το μέρος της.
Δυο κοστουμαρισμένοι άντρες φάνηκαν να την πλησιάζουν.
Η Έλι πίεσε τα γυαλιά στα μάτια της με όλη της τη δύναμη. Πίστευε πως είχαν πάθει βλάβη και με την πίεση ο κόσμος θα γινόταν πάλι όπως πρέπει. Αλλά δεν έγινε. Το μέταλλο του σκελετού έτριξε. Οι φακοί ράγισαν. Τα γυαλιά έπεσαν στο έδαφος. Εκείνη πάγωσε. Σκόνταψε, τα πάτησε χωρίς να το θέλει, και τα τζάμια θρυμματίστηκαν. Και τότε, μαζί με τα γυαλιά, έσπασε και η ψευδαίσθηση. Τα χρώματα γύρω της ξεθώριασαν. Το βάρος της αλήθειας γινόταν ολοένα και πιο ασφυκτικό.
Έβλεπε πλέον τον κόσμο όπως πραγματικά ήταν: σκληρός, άγριος, αμείλικτος. Άρχισε να τρέχει. Επέστρεψε στο σπίτι. Η μητέρα της δεν έψηνε κουλουράκια. Κειτόταν στον καναπέ, με ένα άδειο μπουκάλι βότκα στο χέρι και μάτια μισάνοιχτα, μουρμουρίζοντας ασυναρτησίες. Το πάτωμα είχε ξεραμένα υπολείμματα από εμετό.
Το φως είχε σβήσει. Τα χρώματα είχαν χαθεί. Ό,τι νόμιζε για σπίτι, για καταφύγιο, διαλύθηκε μέσα σε μια θολή, δύσοσμη, ερειπωμένη πραγματικότητα. Παντού υπήρχαν ξεφτισμένοι τοίχοι, μια κουζίνα με μούχλα, και ένας βρώμικος καθρέφτης. Στάθηκε απέναντί του. Μα το είδωλό της, δεν ήταν όπως νόμιζε. Ήταν πιο αδύνατη από όσο φανταζόταν, με μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια, μαλλιά ανακατεμένα και ρούχα φθαρμένα.
Και τότε ξαφνικά, της μίλησε: «Θυμάσαι, Έλι;». Η φωνή αντήχησε παραμορφωμένη και ακούστηκε παντού γύρω της, λες και έβγαινε μέσα από τους τοίχους. Κοίταξε γύρω της τρομοκρατημένη. «Σου έδωσαν γυαλιά για να μη βλέπεις. Να μη νιώθεις. Να πιστεύεις πως όλα είναι όμορφα. Δεν ήταν. Ποτέ δεν ήταν». Το είδωλό της χαμογέλασε πονηρά. «Νόμιζες πως μπορούσες να μας ξεγελάσεις; Ήμασταν πάντα εδώ». Οι αντανακλάσεις πολλαπλασιάστηκαν. Τώρα έβλεπε δεκάδες Έλι να την κοιτούν πίσω από τον καθρέφτη και να χαμογελούν μοχθηρά. «Δεν θα μπορούσες να φοράς τα μάτια τους για πάντα!» της φώναξε. Το δωμάτιο τραντάχτηκε. Ο καθρέφτης έπεσε. Θραύσματα εκτοξεύθηκαν προς το μέρος της και γέμισαν το πρόσωπό της μικρές πληγές.
Ένιωσε την καρδιά της να σφίγγεται και το σκοτάδι να την καταπίνει.
Δυνατά χτυπήματα ακούστηκαν στην ετοιμόρροπη πόρτα. Η μητέρα της σηκώθηκε από τον καναπέ τρεκλίζοντας.
«Μην ανοίγεις!» της φώναξε απελπισμένη.
Όμως εκείνη την αγνόησε.
Η Έλι έτρεξε προς το μέρος της και της άρπαξε την μπλούζα σε μια απελπισμένη προσπάθεια να τη σταματήσει. Όμως σκόνταψε ταυτόχρονα σε ένα μπουκάλι βότκα και σωριάστηκαν και οι δύο στο πάτωμα. Το κεφάλι της μητέρας της χτύπησε πρώτα σε ένα έπιπλο.
Η Έλι ούρλιαξε. Τα χτυπήματα σταμάτησαν απότομα. Η κοπέλα κράτησε την αναπνοή της. Ένας δυνατός ήχος σαν πυροβολισμός ακούστηκε και η πόρτα άνοιξε διάπλατα. Οι μαυροντυμένοι άντρες προσπέρασαν το νεκρό πλέον σώμα της μητέρας της και κινήθηκαν απειλητικά προς το μέρος της. Ένιωσε ένα δυνατό τσίμπημα στο μπράτσο. Σκοτάδι την περικύκλωσε.
***
Ο Τίμον Γκούντγουιλ καθόταν πίσω από το γυάλινο γραφείο του, στον τελευταίο όροφο του ουρανοξύστη της Lethargica.
Ο Ράιαν Ντέμπορ στάθηκε απέναντί του, κρατώντας έναν φάκελο με τα δεδομένα του περιστατικού.
Ο Τίμον έσκυψε μπροστά και έτριψε τους κροτάφους του.
«Ξύπνησε;»
«Όχι, ακόμα» είπε ο Ράιαν. «Θα της πάρει λίγες ώρες».
«Κατέγραψες τα πάντα;»
Ο Ράιαν έγνεψε. Άνοιξε τον φάκελο και τον άφησε πάνω στο γραφείο.
«Η μητέρα της είναι νεκρή» του επεσήμανε ο Τίμον.
«Η μικρή αντέδρασε ενστικτωδώς. Το ένστικτο επιβίωσης ενεργοποιήθηκε. Ήταν ένα τραγικό ατύχημα».
«Παραμένει όμως ένα παράπλευρο θύμα που δεν μπορούμε πλέον να καλύψουμε εύκολα. Ο στόχος ήταν απλός, Ράιαν: να απομονώσουμε τον πόνο. Να εμφυτεύσουμε μια νέα εσωτερική πραγματικότητα».
«Το κάναμε. Έστω για λίγο. Και όταν άρχισε να βλέπει ρωγμές σ’ αυτόν τον κόσμο, τον κράτησε. Με νύχια και με δόντια. Γι’ αυτό και δεν μας κάλεσε όταν αντιλήφθηκε πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Έστω κι έτσι δεν ήθελε να τον χάσει».
«Ξέραμε πως το προϊόν ήταν ασταθές. Ήταν λάθος να της επιτραπεί πλήρης βύθιση».
«Θα μου επιτρέψεις να διαφωνήσω» αντέτεινε ο Ράιαν. «Σκόπιμα την επιλέξαμε. Ήταν το τέλειο δείγμα. Η μικρή δέχτηκε. Και όλα πήγαιναν καλά στην αρχή. Μόνο που οι εφιαλτικές στιγμές του παρελθόντος σε ανύποπτες στιγμές, έκαναν την εμφάνισή τους. Το μυαλό της αγωνιζόταν να της υπενθυμίσει πως η πραγματικότητα που ζούσε ήταν πλασματική».
«Και γιατί δεν λαμβάναμε ειδοποιήσεις στο σύστημα; Υποτίθεται πως παρακολουθούσαμε την πορεία της».
«Το σύστημα έστειλε προειδοποίηση, αλλά αξιολογήθηκε ως ανεπαρκής για άμεση απόσυρση. Σφάλμα της υπομονάδας επεξεργασίας κινδύνου. Οι αναλαμπές κρίθηκαν εντός αποδεκτού φάσματος. Δεν υπήρξε ένδειξη ρήξης μέχρι το τελικό επεισόδιο. Κι έτσι η αλήθεια βρήκε ρωγμή για να περάσει. Μόλις το αντιληφθήκαμε, επεμβήκαμε αμέσως».
«Δεν πρέπει να συμβαίνουν τέτοια τραγικά λάθη».
«Για να φτάσουμε εκεί που θέλουμε, απαιτούνται θυσίες».
«Κάθε φορά νιώθω πως παίζουμε με τη φωτιά, και κάπως πάντα καίγεται κάποιος».
«Κάποιοι πρέπει να καούν. Το ξέρεις».
«Μήπως φτάσαμε στα όρια;»
«Τα όρια τα καθορίζουμε εμείς. Και αν χρειαστεί, θα τα προσαρμόσουμε. Ξέρουμε πλέον. Αξιολόγηση συμβατότητας, ρυθμός αποσύνθεσης, αναμνήσεις… όλα θα επανεξεταστούν. Το πρωτόκολλο της Έλι θα γίνει το σημείο μηδέν για τις επόμενες περιπτώσεις» τον διαβεβαίωσε ο Ράιαν.
«Και αν δεν υπάρχει επόμενη περίπτωση; Αν το κόστος ξεπερνά το όφελος;»
«Θα υπάρξει. Το ερώτημα είναι πόσοι θα χρειαστεί να ξεχάσουν. Και τι. Φαντάσου τι έχει να γίνει αν τελειοποιήσουμε το προϊόν».
«Η αστυνομία;»
«Θα βρει τη μητέρα της νεκρή και τη μικρή να αγνοείται. Δεν υπάρχει τίποτε που να τους οδηγήσει σε εμάς. Αλλά ακόμη και να μας βρουν, η κοπέλα είχε δώσει τη συναίνεσή της».
«Όχι, Ράιαν» αντέδρασε ο Τίμον. «Είμαστε υπεύθυνοι για ό,τι συνέβη».
«Γι’ αυτό και τη φέραμε εδώ. Για να τη βοηθήσουμε να το ξεπεράσει».
«Αν δεν το ξεχάσει;»
«Θα της δώσουμε κάτι να τη βοηθήσει. Ξέρεις πώς γίνεται».
Ο Τίμον δεν απάντησε. Πάτησε ένα πλήκτρο στον υπολογιστή του. Στην οθόνη εμφανίστηκε η εικόνα ενός δωματίου. Η Έλι ήταν ξαπλωμένη σε ένα μεταλλικό κρεβάτι, ακίνητη. Γύρω της υπήρχαν οθόνες και καλώδια.
«Την επόμενη φορά, θέλω ένα άτομο που δεν έχει τίποτα να χάσει, που έχει ήδη βουλιάξει. Όχι κάποιον που απλώς πονάει».
«Θα τον βρω» τον διαβεβαίωσε ο Ράιαν.
Ο Τίμον κοίταξε για λίγο τη νυχτερινή πόλη, κι ύστερα μίλησε, περισσότερο στον εαυτό του παρά στον Ράιαν:
«Ο κόσμος είναι γεμάτος ανθρώπους που προτιμούν το ψέμα από την αλήθεια. Η δουλειά μας είναι να τους δίνουμε την καλύτερη εκδοχή του».
Ο Ράιαν έγνεψε.
«Προχωράμε» συνέχισε ο Τίμον. «Γιατί αυτή η τεχνολογία μπορεί να σώσει ζωές. Αρκεί να μην σκοτώνει πρώτα».
Έξω, η πόλη βυθιζόταν στη νύχτα. Στην κεντρική πλατεία, οι διαφημίσεις της Lethargica αναβόσβηναν στις γιγαντοοθόνες.
Ο Τίμον έριξε μια τελευταία ματιά στην οθόνη του υπολογιστή του. Η Έλι κοιμόταν, με τα βλέφαρά της να τρεμοπαίζουν ελαφρά. Ένα δάκρυ είχε κυλήσει στο μάγουλό της.
Ερωδίτη Παπαποστόλου
