Γιασεμί και Κρασί

Η ζωή της Γωγώς κυλούσε σαν ποτάμι ήρεμο και προβλέψιμο. Ήξερε πού θα σταθεί η κάθε της μέρα, σαν να είχε χαραγμένο μονοπάτι. Η ησυχία τούτης της ρουτίνας δεν την ενοχλούσε· την είχε αποδεχτεί, σχεδόν αγαπήσει. Δεν υπήρχαν πια οι νύχτες που την έβρισκαν με ξεβαμμένο κραγιόν στις έξι το πρωί, ούτε οι φίλοι που την τραβούσαν από μπουζούκια σε after. Εκείνες οι εποχές είχαν περάσει, αφήνοντας πίσω τους μόνο κάποιες φωτογραφίες κι ένα αχνό χαμόγελο όταν τις θυμόταν.

Κι όμως, μέσα της υπήρχε ακόμη μια σπίθα — σκεπασμένη, όχι σβησμένη.

Ένα βράδυ Παρασκευής, η Λία, με την ενέργεια που πάντα είχε, την κάλεσε σε μια γιορτή σ’ ένα χωριό λίγο έξω από την πόλη.
— Ζωντανή μουσική, φαγητό, κρασί… Θα έχει κόσμο, κέφι, της είπε.
Η Γωγώ σήκωσε το βλέμμα από το φλιτζάνι της. Ένα μέρος της ήθελε να αρνηθεί από συνήθεια· το άλλο, εκείνο που ήξερε πώς είναι να χορεύεις μέχρι να πονέσουν τα πόδια σου, της ψιθύρισε να πει «ναι».

Και το είπε.

Ο δρόμος ήταν σκοτεινός, το φως των προβολέων έκοβε την άσφαλτο σε κομμάτια. Η Λία οδηγούσε με το ραδιόφωνο δυνατά, χτυπώντας το τιμόνι στον ρυθμό, ενώ το μισάνοιχτο παράθυρο άφηνε τον αέρα να μπαίνει δροσερός και να φέρνει μυρωδιές από νυχτολούλουδα και υγρό χώμα. Κάθε λίγα χιλιόμετρα περνούσαν από μικρούς, σχεδόν έρημους οικισμούς, όπου οι λάμπες του δρόμου έριχναν κίτρινο, θαμπό φως σε παλιά πέτρινα σπίτια και μισάνοιχτες αυλόπορτες.

Η Γωγώ είχε γείρει στο τζάμι, παρατηρώντας τις σκιές των δέντρων που έτρεχαν δίπλα τους, σαν να ήθελαν κι αυτές να φτάσουν κάπου γρήγορα. Από μακριά, ένα-δυο σκυλιά αλυχτούσαν, κι η ησυχία της επαρχίας απλωνόταν σαν πέπλο ανάμεσα στα χωράφια. Σε κάποια στροφή, η θέα άνοιξε και φάνηκαν μικρές λάμψεις στο βάθος· το χωριό έμοιαζε με χούφτα αστεριών πεσμένων στη γη. Όσο πλησίαζαν, η μουσική άρχισε να ακούγεται αχνά, σαν υπόσχεση για κάτι που ξυπνούσε μετά από καιρό.

Το χωριό έλαμπε σαν μικρή γιορτινή καρτ ποστάλ. Λαμπιόνια κρεμασμένα από δέντρο σε δέντρο, τραπέζια φορτωμένα με πιάτα, ποτήρια που άστραφταν κάτω από το ζεστό φως. Η μουσική ακουγόταν ζωντανή, γεμάτη ένταση, κι οι φωνές του κόσμου ανακατεύονταν με τα τραγούδια. Ένα κύμα ζεστασιάς την τύλιξε καθώς περνούσαν ανάμεσα στον κόσμο· η μυρωδιά από ψητό κρέας και μπαχαρικά ανακατευόταν με το κρασί και το χώμα της νύχτας.

Η Λία την οδήγησε στο τραπέζι της παρέας της.
— Να σου συστήσω τον αδερφό μου, τον Στέλιο, είπε.
Η χειραψία του ήταν σταθερή, το βλέμμα του άμεσο. Ένα βλέμμα που έμεινε λίγο περισσότερο απ’ όσο απαιτούσε η ευγένεια, σαν να ήθελε να δει πίσω από την πρώτη της έκφραση.

Η πρώτη γουλιά κρασί έφερε μια μικρή χαλάρωση στους ώμους της. Δεν ένιωθε την ανάγκη να σηκωθεί πρώτη να χορέψει, αλλά η ζεστασιά του κόσμου γύρω της την τύλιγε. Παρατηρούσε τον Στέλιο διακριτικά· το χαμόγελο, τη σιγουριά στις κινήσεις, τον τρόπο που έσκυβε να της μιλήσει μέσα στον θόρυβο. Κάθε φορά που το έκανε, η ανάσα του χάιδευε το δέρμα της, σαν υποψία αγγίγματος.

Κάποια στιγμή, η Λία χάθηκε μέσα στον κόσμο, αφήνοντάς τους μόνους.
— Δεν σε έχω ξαναδεί σε τέτοιες γιορτές, είπε εκείνος.
— Δεν συνηθίζω πια.
— Κρίμα… σου πάει η φασαρία.

Το χαμόγελό του είχε κάτι πειραχτικό, σαν να ήξερε πως έλεγε μια αλήθεια που δεν παραδεχόταν ούτε η ίδια. Σηκώθηκε, της έγνεψε.
— Πάμε μέχρι το μπαρ;

Το μπαρ ήταν σε μια πιο ήσυχη άκρη. Τα φώτα χαμηλά, η μουσική πιο μακρινή, τα ποτήρια γυάλιζαν σαν υγρά κοσμήματα. Ο μπάρμαν, με αργές κινήσεις, γέμιζε τα ποτήρια.
— Πώς ήσουν τότε; ρώτησε ο Στέλιος, ακουμπώντας στο ξύλινο πάσο.
Η Γωγώ γέλασε, σαν να θυμήθηκε ένα μυστικό.
— Σαν να μην υπήρχε αύριο. Χόρευα μέχρι να πονέσουν τα πόδια μου.
— Θα ήθελα να το δω αυτό, είπε, και της έδωσε το ποτήρι, αφήνοντας τα δάχτυλά του να χαϊδέψουν τα δικά της επίτηδες.

Το βλέμμα τους έμεινε δεμένο μισό δευτερόλεπτο παραπάνω. Στην παύση αυτή, ένιωσε το πρώτο ρίγος — όχι από το κρασί, αλλά από το βάρος αυτού του βλέμματος που δεν την άφηνε να ξεφύγει.

Βγήκαν έξω, εκεί όπου το φως των λαμπιονιών χανόταν και η νύχτα μύριζε γιασεμί. Η μουσική έφτανε σαν υπόκωφος παλμός. Ο Στέλιος στάθηκε μπροστά της, τα μάτια του σκοτεινά και σίγουρα.
— Έχεις κάτι… που το νιώθεις μόνο όταν είσαι κοντά.
— Κι εσύ;
— Εγώ… απλώς ξέρω πότε δεν θέλω να αφήσω κάτι να φύγει.

Δεν πρόλαβε να ρωτήσει τι εννοούσε. Το φιλί του ήρθε σαν απάντηση. Ζεστό, σταθερό, με εκείνη τη βεβαιότητα που διαλύει κάθε αντίσταση. Η πλάτη της ακούμπησε στον παλιό πέτρινο τοίχο, τα χέρια του την κράτησαν εκεί, και η μυρωδιά του μπλέχτηκε με το άρωμά της.

Το φιλί βάθυνε· η γεύση του κρασιού ανακατεύτηκε με τη δική της ανάσα. Η ανάσα του στον λαιμό της έκανε το δέρμα της να ανατριχιάσει. Ο κόσμος συνέχιζε να τραγουδά και να γελά, αλλά για τη Γωγώ υπήρχε μόνο εκείνη η στιγμή· οι ανάσες τους, οι καρδιές τους, ο αργός ρυθμός που δημιουργούσαν οι κινήσεις τους.

Η βόλτα ως το αυτοκίνητο έγινε σαν σε όνειρο. Στο πίσω κάθισμα, τα φώτα του χωριού φάνταζαν σαν αστερισμοί που έφευγαν μακριά. Το πρώτο φιλί εκεί ήταν πιο βαθύ, πιο σίγουρο. Τα χέρια του εξερευνούσαν αργά, σαν να ήθελε να θυμάται κάθε καμπύλη της.

Εκείνη άφηνε το σώμα της να παραδοθεί, νιώθοντας πως ό,τι κι αν ήταν αυτό, έπρεπε να το ζήσει. Η παλάμη του ανέβαινε αργά στη μέση της, χαϊδεύοντας τη γραμμή της πλάτης της. Τα δάχτυλά του μπλέχτηκαν στα μαλλιά της και την τράβηξαν απαλά πιο κοντά. Η ζέστη του σώματός του την τύλιξε, κι ένας αναστεναγμός της ξέφυγε χωρίς να μπορεί να τον συγκρατήσει.

Δεν υπήρχαν ρολόγια, ούτε σκέψεις για το αύριο. Μόνο η θερμή ανάσα του, η δική της καρδιά που χτυπούσε δυνατά, και μια αίσθηση πως ο κόσμος έξω είχε παγώσει. Ο χώρος γέμισε από την παρουσία τους, σαν να είχε μικρύνει ο κόσμος και να είχαν μείνει μόνο εκείνοι.

Κι όταν η μουσική έσβησε τελείως και το χωριό χάθηκε πίσω τους, η Γωγώ ήξερε ότι δεν ήταν απλώς μια βραδιά που θυμήθηκε ποια ήταν· ήταν η στιγμή που κατάλαβε ότι ακόμη μπορούσε να καίγεται.

Το πρωί, κοιτάζοντας τον εαυτό της στον καθρέφτη, είδε στα μάτια της μια λάμψη που είχε χρόνια να δει. Δεν ήταν η επιστροφή στον παλιό της εαυτό· ήταν η ανακάλυψη πως η φωτιά της δεν είχε σβήσει ποτέ.

«Μην περιμένεις να σε σώσουν οι άλλοι. Σώσε εσύ τον εαυτό σου».
«Η ζωή δεν έρχεται πάντα να σε βρει· μερικές φορές πρέπει να την πας εσύ για ποτό».
«Οι μεγάλες στιγμές δεν χτυπούν πάντα την πόρτα· συχνά σε περιμένουν εκεί που δεν είχες σκοπό να πας».
«Η ρουτίνα σε νανουρίζει· το πάθος σε ξυπνά».
«Ό,τι σβήνει, μπορεί να ξανανάψει· αν τολμήσεις να φυσήξεις τη στάχτη».
«Η νύχτα εκείνη δεν ήταν ένα τυχαίο κεφάλαιο· ήταν ο πρόλογος σε κάτι που δεν ήξερε ακόμη».
«Όσο υπάρχει κρασί, μουσική και γιασεμί, υπάρχει ελπίδα».
«Δεν έχει σημασία πόσο καιρό έχεις να χορέψεις· σημασία έχει να θυμάσαι πως μπορείς».
«Ορισμένοι άνθρωποι μπαίνουν στη ζωή σου σαν τραγούδι που νόμιζες πως είχες ξεχάσει».
«Κι όταν το θυμηθείς… δεν θες ποτέ να τελειώσει».

Αφροδίτη Αυγερινού

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading