Τίσις – Πράξη Τέταρτη
Τίσις: Είμαι το τέλος του δρόμου. Επιστρέφω ό,τι έσπειρες, με τόκο. Απ’ τη στιγμή που έφτασα στην πόρτα σου, δεν σε βοηθάει καμία προσευχή για έλεος…
Λένε πως τίποτα στη ζωή δεν είναι δεδομένο, αλλά ακούγεται τόσο θεωρητική φράση, μέχρι να σου συμβεί… Δεν έχει σημασία πόσα έχεις, είτε ανθρώπους, είτε αποκτήματα. Αρκεί μόλις ένα δευτερόλεπτο για να αλλάξει τον ρου της ιστορίας σου. Για πάντα!
Η Μάρθα πια ζούσε με τον νέο της σύντροφο, που όπως φαινόταν ήταν ο λόγος για τον οποίο εγκατέλειψε τον άντρα και το σπίτι της. “Μου έθεσε και ηθικό θέμα, η ανήθικη! Τάχα ένιωθε μόνη, τάχα την παραμελούσα, τάχα δεν μπορούσε να δεχτεί την ατιμία μου! Δεκαπέντε χρόνια μια χαρά βολευόταν με την ατιμία μου! Και τα ρούχα της τα ακριβά, και τα κοσμήματά της, και το γυμναστήριό της, και τα ταξιδάκια στο εξωτερικό με τις φίλες της… Με τις φίλες της! Ποιος ξέρει με ποιους γυρνούσε κι έτρωγε τα δικά μου χρήματα! Και μιλάει για ηθική η κυρία Μάρθα! Η κυρία Μάρθα, που Δευτέρα έφυγε απ’ το σπίτι και Κυριακή είχε ήδη μεταφέρει όλα τα χρήματα του κοινού μας λογαριασμού σε δικό της! Η σκρόφα!” ούρλιαξε και πέταξε στον τοίχο με οργή το ποτήρι που κρατούσε. “Και τώρα θα διεκδικήσει κι απ’ την εταιρία μου, λέει! Απ’ την εταιρία που έφτιαξα με κόπο και ιδρώτα!”, κάθισε στον καναπέ κι έκλεισε το πρόσωπό του στα χέρια του. Πώς είχαν γίνει όλα έτσι; Τι τροπή είχε πάρει η ζωή του απ’ το πουθενά;
Η μητέρα του, η κυρία Κατερίνα, του είχε απαγορεύσει να πάει στο σπίτι της ή έστω να της τηλεφωνήσει. Δεν ήθελε καμία επαφή μαζί του, έλεγε. Όσες προσπάθειες κι αν έκανε ο Στέλιος, έπεφταν στο κενό. Στο τηλέφωνό της απαντούσε πια η κοπέλα που την περιποιούταν, είχε αλλάξει κλειδαριά στο σπίτι της για να μην μπορεί να μπει ο Στέλιος κι όταν χτυπούσε το κουδούνι, δεν του άνοιγαν. “Είναι θυμωμένη, θα της περάσει. Δώσε της λίγο χρόνο…” έλεγε ψιθυριστά η Αλέκα, η κοπέλα που τα τελευταία χρόνια ήταν εσωτερική και έμενε μαζί της. Και μετά του το έκλεινε βιαστικά, άκουγε ο Στέλιος από μέσα τις φωνές της μάνας του. Τον διέλυε αυτό! Τον διέλυε που η ίδια του η μάνα, η γυναίκα που τον γέννησε και ξόδεψε τη ζωή της για εκείνον, δεν ήθελε πια να έχουν καμία επαφή. Ναι, ίσως είχε κάνει λάθος, μα ήταν απλά μια μικρή επιπολαιότητα… πώς ήταν δυνατόν να σήμαινε τόσα για τη μητέρα του; Πώς ήταν δυνατόν μια απερισκεψία του παρελθόντος να ήταν ικανή να την κάνει να τον απεχθάνεται;
Εκείνο όμως που τον πονούσε περισσότερο, ήταν η απομάκρυνση της Σοφίας, της κόρης του. Δεν ήθελε ούτε να τον δει, ούτε να του μιλήσει. “Χρειάζεται απλώς λίγο χρόνο. Ξέρεις ότι η Σοφία σ’ αγαπάει. Είμαι σίγουρος ότι με τον καιρό όλα θα ξεχαστούν και θα γίνετε όπως πριν…”, τον καθησύχαζε ο Νίκος, ο γαμπρός του. Ο γαμπρός του… ο μόνος άνθρωπος που του είχε απομείνει, που δεν τον έκρινε, αλλά προσπαθούσε να τον καταλάβει, που δεν τον έστηνε στον τοίχο, αλλά τον δεχόταν και τον νοιαζόταν με όλα τα λάθη και τα σωστά του.
Ήταν ένα παγωμένο βράδυ Δευτέρας, και ο Στέλιος βρισκόταν μόνος του στο μαγαζί και έκλεινε το ταμείο. Ένιωθε πολύ κουρασμένος εκείνη τη μέρα, το μόνο που ήθελε ήταν να επιστρέψει στο σπίτι του, να κάνει ένα μπάνιο και να κοιμηθεί. Το κεφάλι του πονούσε απ’ το πρωί, τόσο, που τον είχε εξαντλήσει. Τα παυσίπονα που είχε πάρει δεν έκαναν δουλειά, ο πόνος αρνούνταν να περάσει. Την ώρα που σημείωνε στο ημερολόγιο τι δουλειές είχε να κάνει την επομένη, ένιωσε τα μάτια του να θολώνουν, σαν να χόρευαν οι γραμμένες λέξεις μπροστά του και να μη μπορούσε να τις διαβάσει σωστά. Κάτι δεν πήγαινε καλά, το ένιωσε. Πήγε να σηκώσει το δεξί του χέρι να πιάσει το κινητό του, να ζητήσει βοήθεια, μα θαρρείς κι αρνούνταν να συνεργαστεί. Προσπάθησε να σηκωθεί όρθιος, μα έχασε τις αισθήσεις του κι έπεσε στο πάτωμα. Ο χτύπος απ’ το σώμα του έκανε αντίλαλο στον άδειο χώρο.
– Ο ασθενής υπέστη σοβαρό ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο με σημαντική νευρολογική έκπτωση, που εκδηλώνεται με ημιπληγία και δυσκολία στην ομιλία. Η καθυστέρηση στην παροχή ιατρικής φροντίδας, πιθανώς επιδείνωσε την εγκεφαλική βλάβη. Η κατάσταση είναι κρίσιμη και απαιτεί εντατική παρακολούθηση και περαιτέρω διαγνωστικές εξετάσεις. ήταν τα ξύλινα λόγια του γιατρού, που λέγοντάς τα, έκανε να φύγει
– Τι… τι εννοείτε; ρώτησε η Σοφία με τρεμάμενη φωνή, ενώ τον έπιασε απ’ το μπράτσο να τον σταματήσει.
– Έπαθε εγκεφαλικό. Η δεξιά πλευρά του δεν ανταποκρίνεται. Δεν μπορεί να μιλήσει. Μεσολάβησε αρκετός χρόνος απ’ τη στιγμή που έπαθε το επεισόδιο, μέχρι τη στιγμή που έφτασε στο νοσοκομείο και δεν γνωρίζουμε τι βλάβες μπορεί να άφησε αυτή η καθυστέρηση.
– Θα γίνει καλά όμως! Είναι νέος άνθρωπος, γερός! Μόλις πενήντα πέντε χρονών!
– Σε ηλικίες σαν τη δική του, τα εγκεφαλικά μπορεί να έχουν πιο αιφνίδια και σοβαρή έκβαση. Θα κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε, αλλά στην παρούσα φάση δεν μπορούμε να γνωρίζουμε πώς θα εξελιχθεί η κατάστασή του. Και τώρα με συγχωρείτε, αλλά με περιμένουν κι άλλοι ασθενείς…
Ο γιατρός έφυγε με γρήγορα βήματα κι η Σοφία χαμήλωσε το σώμα της, ακουμπώντας την πλάτη της στον γκρίζο τοίχο του νοσοκομείου. Ο Νίκος κάθισε δίπλα της και την αγκάλιασε σφιχτά χωρίς να μιλάει. Η κυρία Κατερίνα, καθόταν σε μια καρέκλα ακριβώς απέναντι, τα μάτια της ήταν γεμάτα δάκρυα και κρατούσε σκυμμένο το κεφάλι, ψιθυρίζοντας προσευχές, παρακαλώντας το Θεό να σώσει το μοναχογιό της.
Ο Στέλιος νοσηλευόταν στο ακριβότερο ιδιωτικό νοσοκομείο της πόλης. Έπρεπε να έχει την καλύτερη δυνατή αντιμετώπιση, με τους καλύτερους γιατρούς, τα πιο σύγχρονα μηχανήματα. Η οικονομική του κατάσταση το επέτρεπε, κι η οικογένειά του το απαιτούσε.
Όταν κατάφεραν να τον σταθεροποιήσουν, άρχισαν να επιτρέπουν και ολιγόλεπτες επισκέψεις. Μέχρι και η Μάρθα είχε ταραχθεί με ό,τι είχε συμβεί και στεκόταν στο πλευρό του. Τον επισκέπτονταν καθημερινά και η κόρη του και ο γαμπρός του και η πρώην γυναίκα του και η μητέρα του κι όλοι μαζί προσεύχονταν να λήξει η περιπέτεια της υγείας του όσο το δυνατόν πιο αναίμακτα.
Είχαν περάσει ήδη είκοσι πέντε μέρες και η κατάστασή του παρέμενε ακόμη κρίσιμη, αλλά σταθερή. Η δεξιά πλευρά του υπολειτουργούσε και ήταν αδύνατον να μιλήσει. Τους κοιτούσε όταν τον επισκέπτονταν, αλλά κανείς δεν ήξερε αν μπορούσε να αντιληφθεί τι του έλεγαν. Οι γιατροί έλεγαν πως υπήρχαν ενδείξεις πως διατηρούσε κάποιου είδους αντίληψη του περιβάλλοντος, αλλά ήταν δύσκολο να το επιβεβαιώσουν με βεβαιότητα. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη κι αν τώρα δεν καταλάβαινε, με τη σωστή φροντίδα και την κατάλληλη νοσηλεία, ήλπιζαν σε βελτίωση της κατάστασης.
– Πού ήσουν όλη μέρα; ρώτησε ψιθυριστά και με εμφανή εκνευρισμό στη φωνή της η Σοφία, τον Νίκο, που μόλις είχε μπει στο δωμάτιο του νοσοκομείου
– Δουλειά… είπε αόριστα και ήρεμα εκείνος, προσπαθώντας να μην επιδεινώσει το θυμό της
– Πολύ δουλειά τελευταία! του είπε κοιτάζοντάς τον ειρωνικά κι αφήνοντας το χέρι του Στέλιου που κρατούσε τόση ώρα
– Εδώ θα τα λύσουμε όλα; Ο πατέρας σου χρειάζεται ηρεμία και θα καβγαδίσουμε πάνω απ’ το κεφάλι του; σήκωσε τον τόνο της φωνής του ο Νίκος
– Γιατί; Πού αλλού σε βλέπω τελευταία, Νίκο; Τις ελάχιστες ώρες που είσαι στο σπίτι, απλά κοιμάσαι!
– Δουλεύω όλη μέρα, κορίτσι μου! Εδώ και σχεδόν ένα μήνα που λείπει ο Στέλιος απ’ τη δουλειά, όλα περνάνε απ’ το χέρι μου, δεν το καταλαβαίνεις;
– Δεν θα καθίσω να το συζητήσω άλλο, πρέπει να φύγω. Μείνε μαζί του! είπε με ύφος προσταγής η Σοφία και σηκώθηκε απ’ την καρέκλα
– Πού θα πας;
– Κατάφερα και βρήκα εκείνη τη γυναίκα, τη σύζυγο του παλιού συνεταίρου του μπαμπά. Έμαθα πού δουλεύει, θα πάω από εκεί. Πρέπει να της μιλήσω! του απάντησε αποφασιστικά και έβαλε την τσάντα της στον ώμο
– Να της μιλήσεις; Να της πεις τι; Με όλα αυτά που συμβαίνουν, θεωρείς πως αυτή είναι η σωστή στιγμή;
– Η σωστή στιγμή ήταν χρόνια πριν, αλλά κάλλιο αργά παρά ποτέ, δεν λένε;
Η Σοφία χωρίς να πει άλλη λέξη, βγήκε απ’ το δωμάτιο κι ο Νίκος κάθισε στην καρέκλα απέναντι απ’ το κρεβάτι του Στέλιου και τον κοίταξε.
– Και τώρα κύριε Μπάντη; Πώς νιώθεις που από μεγάλος και τρανός, έφτασες να βρίσκεσαι ξαπλωμένος κι ανήμπορος σ’ ένα κρεβάτι νοσοκομείου κι η ζωή συνεχίζεται χωρίς να μπορείς να την ορίσεις; ο Νίκος χαμογέλασε χαιρέκακα κι έβγαλε το κινητό απ’ την τσέπη του
“Όλα εντάξει. Έκανα την μεταφορά των χρημάτων κι απ’ τον τελευταίο λογαριασμό της εταιρίας, στον προσωπικό μου. Έχω τη βαλίτσα μου στο αυτοκίνητο, σε μισή ώρα φεύγω για το αεροδρόμιο. Θα σε δω εκεί…” είπε μόνο κι έκλεισε το τηλέφωνο.
Ο Νίκος σηκώθηκε όρθιος και στάθηκε μπροστά στο κρεβάτι. Κοίταξε τον Στέλιο εξεταστικά, ήθελε πραγματικά να ήξερε αν μπορούσε να καταλάβει τι συνέβαινε γύρω του. Αν ήξερε ότι οι άλλοτε φουσκωμένοι τραπεζικοί λογαριασμοί της εταιρίας του ήταν πια άδειοι. Αν ήξερε πως το τεράστιο δάνειο που υπέγραψε ο Νίκος, πλαστογραφώντας τα χαρτιά και τις υπογραφές του Στέλιου, είχε ήδη εγκριθεί και τα χρήματα βρίσκονταν ήδη στο λογαριασμό του αγαπημένου του γαμπρού. Αν ήξερε πως η εταιρία μέσα σε λίγες μέρες είχε αγοράσει επί πιστώσει τεράστιες κι αχρείαστες ποσότητες υλικών και μηχανημάτων, που έπρεπε άμεσα να εξοφληθούν. Αν ήξερε για τις εντελώς ασύμφορες προσφορές που είχε υπογράψει ο Νίκος, με το όνομα του Στέλιου, εν αγνοία του, που πίσω τους έκρυβαν αβάσταχτες ρήτρες… “Αν ήξερε, θα είχε ήδη σηκωθεί!”, χαμογέλασε σ’ αυτή τη σκέψη. “Εις το επανιδείν, πεθερούλη!”, είπε ο Νίκος και έκανε μεταβολή και βγήκε απ’ το δωμάτιο.
Στο δωμάτιο επικρατούσε σιωπή, μόνο οι ήχοι απ’ τα μηχανήματα αντηχούσαν στο χώρο. Ο Στέλιος παρέμενε εκεί, ξαπλωμένος, με ορούς και καλώδια παντού πάνω στο σώμα του. Το μόνο που ήθελε ήταν να μπορούσε να σηκωθεί. Αν τα κατάφερνε, προλάβαινε ακόμη να κάνει την ανατροπή. Μα όσο κι αν το μυαλό του δούλευε κανονικά, όσο κι αν καταλάβαινε τα πάντα, το σώμα του αρνούνταν να συνεργαστεί. Ένα δάκρυ κύλησε μόνο απ’ το αριστερό του μάτι και γλίστρησε στο μάγουλό του.
Είχε έρθει το πρωί και μόλις είχαν φύγει κι οι τελευταίες νοσοκόμες απ’ το δωμάτιό του, μετά την πρωινή νοσηλεία. Ο Στέλιος αντιλήφθηκε την πόρτα ν’ ανοίγει. Μπροστά του στάθηκε μια γυναίκα. Κάτι του θύμιζε, αλλά δεν ήταν σίγουρος το τι. Τον κοίταξε και το ύφος της ήταν απροσδιόριστο.
– Με βρήκε η κόρη σου χτες. Ήρθε για να αποκαταστήσει την αδικία που κάποτε έκανες εις βάρος μου, εις βάρος των παιδιών μου. Μου πρόσφερε χρήματα, μου πρόσφερε ό,τι θα θεωρούσα πως θα μπορούσε να ισορροπήσει μέσα μου όσα μου έκανες τότε. Ξέρεις τι της απάντησα; Δεν υπάρχει τίποτα που μπορεί να κάνει πια. Δεν υπάρχει τίποτα υλικό, που μπορεί να βοηθήσει, να με κάνει να ξεχάσω, να με κάνει να ηρεμήσω την ψυχή μου. Εκείνη την ψυχή που τόσο άνανδρα και ψυχρά τσαλαπάτησες τότε. Τότε που με είδες γονατισμένη και ρημαγμένη κι αντί να μου δώσεις το χέρι, μου έδωσες μια κλωτσιά μ’ όλη σου τη δύναμη για να με στείλεις στο διάολο. Ξέρεις όμως κάτι; Τα κατάφερα. Και είμαι ακόμη όρθια. Τελικά στο διάολο πήγες εσύ, μόνος σου. Γιατί δεν ξέρω αν το έχεις καταλάβει, αλλά αυτή είναι η κόλασή σου, οι συνέπειες των πράξεών σου. Η γυναίκα σου σ’ έχει εγκαταλείψει και ζει πια με τον καινούριο της σύντροφο, διεκδικώντας μέρος της βουτηγμένης στο αίμα περιουσίας σου. Η μητέρα σου νοσηλεύεται λίγα δωμάτια πιο πέρα μετά από πολλαπλά εγκεφαλικά. Είναι σε κώμα και οι γιατροί δεν ξέρουν αν θα τα καταφέρει. Κι η κόρη σου, αυτή τη στιγμή ψάχνει τον άντρα της, που απ’ ό,τι φαίνεται την έχει εγκαταλείψει, αφού πρώτα πήρε όλα τα χρήματά σου και κάνοντας ό,τι μπορούσε για να διαλύσει την εταιρία σου. Και μέσα σ’ όλο αυτό, εσύ βρίσκεσαι εδώ, εγκλωβισμένος σ’ ένα ακίνητο σώμα. Είμαι όμως σίγουρη πως καταλαβαίνεις τα πάντα, έτσι δεν είναι; έσκυψε λίγο και τον κοίταξε βαθιά στα μάτια. Και ξέρεις ποια είναι η τραγική ειρωνεία; Ότι όλα αυτά έγιναν ενώ η Σοφία, η κόρη σου, είναι έγκυος, όπως εγώ τότε! Πόσο πιο φανερό να στο κάνει η ζωή, πως όλα είναι κύκλοι που κλείνουν; Δεν χαίρομαι με όσα έγιναν. Δεν ήρθα για να πανηγυρίσω τη δικαίωσή μου πάνω απ’ το ανήμπορο σώμα σου. Δεν είμαι εσύ, Στέλιο. Εγώ έχω μάθει πως τους ανθρώπους τους χτυπάμε όταν είναι όρθιοι, όχι όταν γονατίσουν. Ήρθα μόνο για να σου δώσω κάτι. έβγαλε απ’ την τσάντα της έναν μικρό, μαύρο φακό και τον ακούμπησε προσεχτικά δίπλα στο αριστερό του χέρι. Τον θυμάσαι; Σου τον είχε κάνει δώρο ο Πέτρος κι όμως φεύγοντας τότε, αφότου έκλεψες τα πάντα, τον άφησες πίσω, πάνω στο γραφείο του. Ίσως να συμβόλιζε το φως του, ίσως να σου έδειχνε την εμπιστοσύνη και την ελπίδα που είχε από σένα. Δεν τίμησες τίποτα απ’ αυτά και μάλλον τώρα, που δεν ανάβει πια, να είναι η σωστή ώρα να επιστρέψει στα χέρια σου. Γιατί ό,τι φως κι αν είχες μέσα σου, το έσβησες με τις πράξεις και τις επιλογές σου. Κι αυτή είναι η τιμωρία σου, να ζεις στο σκοτάδι που επέλεξες…
Ο Στέλιος πέθανε δέκα μέρες αργότερα. Θάφτηκε δίπλα στη μητέρα του, που είχε αφήσει την τελευταία της πνοή λίγα εικοσιτετράωρα πριν. Τον Νίκο δεν κατάφεραν ποτέ να τον εντοπίσουν, πιθανολογείται πως είχε βρει καταφύγιο σε κάποια χώρα του εξωτερικού, όπου σπαταλούσε τα χρήματα του άλλοτε πεθερού του. Η Μάρθα, διαγνώστηκε με αλτσχάιμερ λίγα χρόνια αργότερα και ο τότε σύντροφός της, την έκλεισε σε ένα γηροκομείο, όπου πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής της, έχοντας ξεχάσει τα πάντα και τους πάντες. Η Σοφία, έζησε μια λιτή ζωή και μεγάλωσε μόνη της τον γιό της, που τον ονόμασε… Πέτρο.
*****
