Νέμεσις – Πράξη Τρίτη
Νέμεσις: Είμαι η φύλακας της ισορροπίας. Μετρώ σιωπηλά τις πράξεις σου, μία προς μία. Δεν ξεχνώ. Κι όταν έρθει η ώρα, θα δεις το σκοτάδι που γέννησες…
Δεκαπέντε χρόνια μετά, ο Στέλιος δεν θυμόταν -ή δεν ήθελε να θυμάται- πώς ακριβώς είχε καταφέρει να γίνει απ’ τους πιο ισχυρούς επιχειρηματίες της πόλης στον τομέα του. Η εταιρεία μεγάλωνε, οι υπάλληλοι πλήθαιναν, τα έργα έτρεχαν. Και ο ίδιος, ακούραστος, έλεγχε τα πάντα. Όμως πόσο σταθερό μπορεί να είναι ένα οικοδόμημα που τα θεμέλιά του μυρίζουν… θάνατο;
Οι καβγάδες των πρώτων χρόνων με τη Μάρθα, τη γυναίκα του, είχαν δώσει τη θέση τους σε ατέλειωτες σιωπές, που ο ίδιος ο Στέλιος μετέφραζε ως ηρεμία ή έστω ως αποδοχή, η αλήθεια όμως ήταν διαφορετική. Η Μάρθα, προσπάθησε σκληρά να τον κάνει να καταλάβει πως η μόνιμη απουσία του και η απίστευτη εμμονή του με τη δουλειά, έβλαπταν την οικογένειά τους, όταν όμως κατάλαβε πως δεν υπήρχε ελπίδα, παραιτήθηκε, βολεύτηκε με το χρήμα που έρρεε άφθονο στο σπίτι τους και φρόντισε να γεμίζει τα μεγάλα συναισθηματικά, αλλά και σωματικά της κενά, με άλλους άντρες. Εκείνος θολωμένος απ’ τις σκοτούρες κι απόλυτα προσηλωμένος στην εξέλιξη της εταιρίας του, δεν είχε αντιληφθεί πως όσο εκείνος έτρεχε πίσω απ’ τη δουλειά, η Μάρθα ολοένα κι απομακρυνόταν, μέχρι που κατάντησαν να είναι δυο ξένοι στο ίδιο σπίτι.
Η κόρη τους, στα εικοσιπέντε της πια, αποφάσισε να φύγει απ’ το πατρικό της, για να ζήσει με τον Νίκο, έναν άντρα με τον οποίο είχαν αρκετό καιρό σχέση και να ξεκινήσουν τις διαδικασίες για τον επικείμενο γάμο τους. Ο Νίκος ήταν ένας πολλά υποσχόμενος νέος μηχανικός και εξαιρετική επιλογή για τη Σοφία, κατά τη γνώμη των γονιών της. Την αγαπούσε, την πρόσεχε και τη σεβόταν, τι άλλο ήθελαν;
Ο Στέλιος αγόρασε στο νέο ζευγάρι ένα καινούριο, πλήρως επιπλωμένο διαμέρισμα. «Μία την έχουμε. Αν δεν κάνουμε το καλύτερο για τη Σοφία, για ποιον;» έλεγε, αψηφώντας τις επιφυλάξεις της Μάρθας. “Θέλω να έχουν τα πάντα με το που θα μπουν στο σπίτι!” της έλεγε. “Ναι, αλλά εσύ σε λίγο θα αγοράσεις και τα έπιπλα του παιδικού δωματίου!”, του έλεγε εκείνη. Ο Στέλιος όμως ήθελε να τα έχουν όλα, ίσως γιατί εκείνος δεν είχε ούτε τα βασικά όταν παντρεύτηκε. Με δόσεις είχαν πάρει τα πάντα τότε και θυμόταν χαρακτηριστικά πως φοβόταν ακόμη και να σηκώσει το τηλέφωνο μέχρι να καταφέρει να τα ξεχρεώσει όλα, μην είναι κάποιος απ’ τους πιστωτές του, για να απαιτήσει να εξοφλήσει άμεσα κάποιο γραμμάτιο που έληξε.
Αμέσως μετά τη μετακόμιση του ζευγαριού στο νέο τους σπίτι, ο Στέλιος κάλεσε τον Νίκο στο γραφείο του, λέγοντάς του πως πια είναι γιος του και πως η θέση του είναι στην οικογενειακή επιχείρηση.
-Δεν έχω εμπιστοσύνη σε κανέναν! Εσύ θα είσαι το δεξί μου χέρι, τα μάτια μου και τα αυτιά μου εδώ μέσα! του είχε πει κι ο Νίκος είχε χαμογελάσει, σφίγγοντάς του το χέρι
Όλα έδειχναν να πηγαίνουν καλά. Όλα ήταν ήρεμα, ακριβώς όπως συμβαίνει πριν τις ξαφνικές καταιγίδες…
– Δεν αντέχω άλλο! Κουράστηκα! ούρλιαζε η Μάρθα, πετώντας με μανία τα ρούχα της μέσα σε μια βαλίτσα που είχε ανοιχτή πάνω στο κρεβάτι τους
– Μάρθα, τι λες; Πού πας; την κοιτούσε να μαζεύει τα πράγματά της και στεκόταν όρθιος στην άκρη του δωματίου, ανήμπορος θαρρείς να κουνηθεί
– Τι λέω; Με ρωτάς; Δεκαπέντε χρόνια ζω μόνη μου! Στο είπα τόσες φορές κι εσύ πάντα έκανες ότι δεν καταλαβαίνεις! Έκανα υπομονή μέχρι να μεγαλώσει η Σοφία, αλλά πια στέρεψα! Κουράστηκα να μην υπάρχω πουθενά! Στο μυαλό σου μόνο η δουλειά!
– Για ποιον δουλεύω τόσο σκληρά, Μάρθα; Για μένα; Για το παιδί και για σένα! Από πού νομίζεις πως βγήκαν τα χρήματα για το σπίτι της Σοφίας, για το εξοχικό που αγοράσαμε; Πού βρέθηκαν τα χρήματα και ξεχρεώσαμε το δάνειο αυτού του σπιτιού;
– Πού βρέθηκαν; Εγώ ξέρω πού βρέθηκαν! Εσύ ξέχασες; ούρλιαξε εκείνη και τράβηξε δυνατά το φερμουάρ της βαλίτσας, κατεβάζοντάς την απ’ το κρεβάτι
Ο Στέλιος, στο ίδιο σημείο ακόμη, ακίνητος, ένιωσε ν’ αδειάζει το σώμα του από αίμα. Όχι, δεν είχε ξεχάσει. Προσπαθούσε σκληρά, αλλά δεν τα είχε καταφέρει, παρόλο που δεν το έλεγε ποτέ φωναχτά. Ντρεπόταν για όσα είχε κάνει κι έτρεμε στην ιδέα να το μάθει η μάνα του, ή ακόμη χειρότερα, η κόρη του και νόμιζε πως είχε την Μάρθα σύμμαχό του σ’ αυτό. Η απέχθεια στο βλέμμα της εκείνη τη στιγμή, τον έκανε να πιστέψει ότι έκανε λάθος. Η Μάρθα θα έφευγε, αλλά πριν φύγει, τον χτυπούσε εκεί που πονούσε. Όλοι πίστευαν πως ο Στέλιος τα είχε καταφέρει απ’ το μηδέν με την αξία του και σκληρή δουλειά. Η Μάρθα ήξερε πως το μηδέν ήταν το σημείο εκκίνησης, αλλά το πρώτο σκαλοπάτι εξέλιξής του ήταν ο θάνατος ενός ανθρώπου και η κατάφωρη αδικία σε μια γυναίκα και δυο μικρά παιδιά. Και ναι, έχτισε ολόκληρη αυτοκρατορία πάνω σ’ αυτό το σκαλοπάτι, αλλά ήξεραν κι οι δυο καλά, πως αν δεν υπήρχε αυτή η πρώτη βάση, δεν θα τα είχε καταφέρει.
– Μάρθα άσε κάτω τη βαλίτσα και κάθισε να μιλήσουμε! Ξέρω ότι…
– Τίποτα δεν ξέρεις! Εμείς οι δύο τελειώσαμε, Στέλιο! Και δεν τελειώσαμε τώρα, τελειώσαμε απ’ τη στιγμή που σε τύφλωσε η αλαζονεία σου, που πάτησες κυριολεκτικά επί πτωμάτων για να ανέβεις και ξέχασες την πραγματική ουσία, την οικογένειά σου! Δεν έχω κάτι άλλο να πω μαζί σου! Από εδώ και πέρα θα μιλάς μόνο με το δικηγόρο μου. Και να ξέρεις πως θα πάρω μέχρι τελευταίας δεκάρας ό,τι μου ανήκει απ’ αυτά που τόσο άτιμα έχτισες. Γιατί εγώ, αντίθετα μ’ εκείνη τη γυναίκα κάποτε, έχω και τα λεφτά και τα κότσια να διεκδικήσω αυτά που μου ανήκουν! σχεδόν έφτυσε την τελευταία φράση πάνω του και βγήκε απ’ το δωμάτιο σέρνοντας τη βαλίτσα της
Αν κάτι έτρεμε, εκτός απ’ το να επιστρέψει στην οικονομική ανέχεια μέσα στην οποία μεγάλωσε, αυτό ήταν η εγκατάλειψη. Ήταν τρομαχτικά γνώριμη η μυρωδιά της μέσα του. Δεν ήταν τόσο ότι είχε συναισθήματα για τη Μάρθα, τα τελευταία χρόνια είχε ξεχάσει όλα αυτά που τον έκαναν κάποτε να την παντρευτεί, ήταν που νόμιζε πως ήταν σταθερά του. Η πραγματικότητα όμως ήταν πως δεν την είχε σταθερά του, αλλά δεδομένο του κι αυτό είναι κάτι που κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να ανέχεται αιωνίως. Η Μάρθα έφευγε κι έπαιρνε μαζί της κομμάτι απ’ τη σταθερότητα που νόμιζε πως είχε, υλικό απ’ τα θεμέλια της ύπαρξής του κι αυτό τον ταρακούνησε. Δεν τον είχαν τρομάξει οι απειλές για την περιουσία του, τον είχε τρομάξει το κενό, όλο σιγουριά βλέμμα της, πως εκείνη, θα κατάφερνε να του πάρει κάτι. Και του θύμισε εκείνη που κάποτε δεν τα είχε καταφέρει…
Τόσα χρόνια μετά και δεν είχε ποτέ ασχοληθεί να μάθει αν τελικά τα κατάφερε η χήρα του Πέτρου να σταθεί στα πόδια της. Τα παιδιά της πια θα κόντευαν να ενηλικιωθούν. Μπόρεσε άραγε να τα μεγαλώσει, να τα σπουδάσει; Εκείνος ήξερε από πρώτο χέρι πόσο δύσκολο είναι για μια μάνα να μεγαλώνει μόνη της ένα παιδί, πόσο μάλλον δύο που είχε εκείνη. Σφίχτηκε το στομάχι του σ’ αυτές τις σκέψεις, μα ήταν πια αργά και το ήξερε, τι θα μπορούσε πια να κάνει;
Τις επόμενες εβδομάδες λειτουργούσε σχεδόν μηχανικά, ευτυχώς είχε δίπλα του τον Νίκο, τον γαμπρό του, που αποδείχτηκε εξαιρετικός συνεργάτης, εργατικός, συνεπής και πολύ ικανός. Καταλάβαινε πως ο Στέλιος, μετά τη φυγή της γυναίκας του, χρειαζόταν χρόνο για να επανέλθει και φρόντιζε να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες και να τον ελαφραίνει με κάθε τρόπο. Ο Στέλιος το έβλεπε και το εκτιμούσε και παρότι από φύση επιφυλακτικός με όλους, στον Νίκο άρχισε να αφήνει αρμοδιότητες και να του δίνει πρωτοβουλίες ακόμη και για τα πιο σοβαρά για την εταιρία θέματα. Είχε αρχίσει να αποδέχεται πως ο Νίκος θα ήταν ο συνεχιστής του, εξάλλου για ποιον τα είχε φτιάξει όλα αυτά, αν όχι για τα παιδιά του;
Η Μάρθα απ’ την πλευρά της, είχε ξεκινήσει έναν τεράστιο οικονομικό πόλεμο με τους δικηγόρους της. Είχε σκοπό να του πάρει τα πάντα ή τουλάχιστον όσο περισσότερα μπορούσε και ήταν φανερό πως σκόπευε να χρησιμοποιήσει κάθε θεμιτό ή αθέμιτο τρόπο για να τα καταφέρει. Το τελειωτικό χτύπημα για τον Στέλιο, ήταν όταν η πρώην πια γυναίκα του, ενημέρωσε την κυρία Κατερίνα, τη μητέρα του, για το σκοτεινό παρελθόν του γιου της. Η Μάρθα ήξερε καλά την αδυναμία που είχε ο Στέλιος στη μητέρα του και πόση σημασία είχε για εκείνον το να νιώθει περήφανη γι’ αυτόν. Ήξερε καλά πως η απόρριψή της θα του στοίχιζε. Κι ακριβώς επειδή το ήξερε, αποφάσισε να παίξει βρώμικα για να τον καταρρακώσει ψυχολογικά. Όσο πιο ευάλωτος ήταν, τόσο πιο εύκολο θα ήταν να τον λυγίσει.
Ήταν η ώρα που είχαν όλοι φύγει κι ο Στέλιος έκανε τους τελευταίους υπολογισμούς στο ταμείο, πριν επιστρέψει στο άδειο σπίτι του, όταν άκουσε την πόρτα της εταιρίας να ανοίγει. Σήκωσε το βλέμμα και μπροστά του είδε την κυρία Κατερίνα, τη μητέρα του. Ήταν επίσημα ντυμένη, φορούσε το καλό της μαύρο ταγιέρ και κρατούσε σφιχτά στο αριστερό της χέρι ένα σκούρο γκρι τσαντάκι. Προχώρησε αργά, σέρνοντας τα βήματά της, έχοντας στο δεξί της χέρι το καφέ της μπαστούνι.
Ο Στέλιος χαμογέλασε κι έκανε να σηκωθεί, εκείνη όμως του έκανε νεύμα να καθίσει. Το βλέμμα της ήταν παγωμένο. Κάθισε στην καρέκλα απέναντί του, ακούμπησε το τσαντάκι στα γόνατά της και το μπαστούνι της στο γραφείο μπροστά της και τον κοίταξε στα μάτια. Ο Στέλιος τα έχασε, πρώτη φορά την έβλεπε να τον κοιτάζει έτσι.
– Πώς ήρθες; Γιατί δεν…
– Μίλησα με τη Μάρθα. τον διέκοψε και το ύφος της ήταν ανησυχητικά σοβαρό. Θέλω να μου πεις αν είναι αλήθεια. Μόνο αυτό.
– Μαμά… είπε μόνο και κατέβασε το κεφάλι
– Ήμουν εικοσιπέντε χρονών όταν ο πατέρας σου μας εγκατέλειψε. Δούλεψα σκληρά για να σε μεγαλώσω και για να μη σε σκληρύνει η απουσία του. Ήθελα να γίνεις ένας καλός άνθρωπος και νόμιζα πως τα είχα καταφέρει. Νόμιζα πως είχα μπορέσει να μη γίνεις άκαρδος και ψυχρός, να μη του μοιάσεις… Απέτυχα. Έγινες ίδιος μ’ εκείνον.
– Όχι! Όχι! είπε ο Στέλιος έντονα και τα μάτια του είχαν θολώσει απ’ τα δάκρυα
– Έραβα ξανά και ξανά τα ρούχα σου όταν χαλούσαν, γιατί δεν είχα λεφτά να σου πάρω άλλα. Όταν έκανε κρύο σ’ έπαιρνα στο κρεβάτι μου τάχα γιατί σε ήθελα παρέα, και σ’ έσφιγγα πάνω μου όλο το βράδυ να μην κρυώνεις. Πονούσε η ψυχή μου όταν κάποιος ανέφερε τη λέξη “μπαμπάς” μπροστά σου κι όμως έσφιγγα τα δόντια και σου έδειχνα με κάθε τρόπο πως εγώ είμαι εδώ, για να μην πληγωθείς. Σκέφτηκες ποτέ πως τα βράδια έκλαιγα κρυφά από απόγνωση; Σκέφτηκες ποτέ πόσο φοβόμουν αν θα μπορέσω να σταθώ στο πλάι σου σωστά; Σκέφτηκες ποτέ πόσο δύσκολο είναι να είσαι μάνα και πατέρας μαζί; Ο Θεός σ’ έφερε μπροστά σ’ έναν άνθρωπο που πνιγόταν κι αντί ν’ απλώσεις το χέρι σου να τον βοηθήσεις, το άπλωσες για να του κλέψεις ό,τι μπορούσες ενώ δεν μπορούσε να αμυνθεί. Κάποτε καμάρωνα για τον άντρα που έφερα στον κόσμο, πλέον ντρέπομαι που ξέρω πως έγινες ένα άνανδρο, μικρόψυχο ανθρωπάκι. Από σήμερα δεν είσαι γιος μου. η κυρία Κατερίνα σηκώθηκε απ’ τη θέση της και χωρίς να πει άλλη λέξη, βγήκε με αργά βήματα απ’ την εταιρία
Κι ο Στέλιος έμεινε εκεί, βιδωμένος στη θέση του, ανίκανος να κάνει την οποιαδήποτε κίνηση. Κοίταξε γύρω του, τα ακριβά κάδρα, τα όμορφα διακοσμητικά πάνω στο γραφείο του, το γεμάτο με χρήματα ταμείο αριστερά του. Ήταν όλα εκεί, να του θυμίζουν το πόσα είχε καταφέρει, το πόσο σπουδαίος ήταν. Ο ήχος της πόρτας που έκλεινε, εξαφάνισε θαρρείς τα πάντα γύρω του, μηδένισε κάθε πρόοδό του, γκρέμισε κάθε απόκτημά του. Δεν ήταν σπουδαίος τελικά, μόνος ήταν…
Οι αποκαλύψεις έφεραν και την κόρη του απέναντί του. Σ’ ένα βιαστικό, λακωνικό τηλεφώνημα, του ανακοίνωνε πως ντρέπεται για εκείνον και πως δεν μπορεί να πιστέψει πως ο άνθρωπος που είχε για πρότυπό της, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένας αισχρός εγκληματίας.
Τα θεμέλια της αυτοκρατορίας που με τόσο κόπο έχτισε, είχαν σχεδόν συντριβεί. Και κανένα οίκημα, όσο ψηλό κι επιβλητικό κι αν είναι, δεν μπορεί να μείνει όρθιο με ρημαγμένα θεμέλια…
Μόνος σύμμαχός του, ο Νίκος, ο γαμπρός του. Παρά το ότι όλοι τον είχαν εγκαταλείψει, εκείνος έμεινε εκεί, σαν την ορχήστρα που δεν εγκαταλείπει το πλοίο μέχρι να βουλιάξει ολοσχερώς. Έμεινε εκεί, να προσπαθεί με κάθε τρόπο να τον κρατήσει όρθιο. Κι αυτόν και την εταιρεία, με τον οποία πια ο Στέλιος έμοιαζε ανίκανος ν’ ασχοληθεί.
Ο μεγαλύτερός του φόβος, η εγκατάλειψη, τον είχε τυλίξει ολοσχερώς. Ο Στέλιος είχε πιάσει πάτο, πίστευε πως είχε συμβεί ό,τι χειρότερο θα μπορούσε να συμβεί. Μα η τελική τιμωρία δεν είχε φτάσει ακόμη. Η Τίσις, θα έκανε την εμφάνισή της. Πολύ σύντομα…
Κική Γιοβανοπούλου
Συνεχίζεται…

One response to “Ζωή σε τέσσερις πράξεις: Νέμεσις – Πράξη Τρίτη”
[…] Προηγούμενο […]