Αν με ρωτούσες πριν από λίγους μήνες ποια είναι η μεγαλύτερη τύχη που μπορεί να έχει ένας άνθρωπος, θα σου έλεγα χωρίς δεύτερη σκέψη: να γυρίζει σπίτι και να τον περιμένουν.
Η Άννα, με το γλυκό της χαμόγελο, που μύριζε πάντα κανέλα και βροχή. Η Ελένη, πέντε χρονών, με τις κοτσίδες της να πετάνε καθώς τρέχει στην πόρτα, φωνάζοντας «Μπαμπά!» σαν να ήμουν ήρωας που γύριζε από την πιο σπουδαία αποστολή.
Αυτό ήταν το σπίτι μας — ένα διαμέρισμα στον τρίτο όροφο, με θέα σε μια λεωφόρο που το βράδυ γέμιζε φώτα και κίνηση. Όχι πολυτέλεια, αλλά ζεστασιά. Όχι ησυχία, αλλά φωνές και γέλια. Όχι τέλειοι άνθρωποι, αλλά εμείς.
Πίστευα πως ξέρω τη γυναίκα μου. Τι την κάνει να γελά, τι την πονά, πότε θέλει να μιλήσει και πότε να την αφήσω στην ησυχία της. Είχαμε περάσει δύσκολες στιγμές, όπως όλοι, αλλά στο τέλος της μέρας πέφταμε στο ίδιο κρεβάτι. Αυτό, για μένα, ήταν η απόδειξη ότι όλα πάνε καλά.
Μέχρι που άρχισαν να λείπουν μικρά κομμάτια από την εικόνα μας.
Ένα τηλεφώνημα που σταμάτησε όταν μπήκα στο δωμάτιο.
Ένα βλέμμα που δεν με συναντούσε.
Μια αγκαλιά που κράτησε λιγότερο απ’ ό,τι συνήθως.
Δεν ήξερα τότε ότι οι πιο μεγάλες αλλαγές δεν έρχονται με θόρυβο. Έρχονται αθόρυβα, σαν κλέφτες που ξέρουν καλά το σπίτι σου.
Και μια μέρα ξυπνάς, και καταλαβαίνεις ότι τίποτα δεν είναι όπως νόμιζες.
Αν έπρεπε να περιγράψω την Άννα με μία φράση, θα έλεγα: “ο άνθρωπος που ποτέ δεν σου έδινε λόγο να αμφισβητήσεις τίποτα”.
Ξυπνούσε πριν από όλους μας, έβαζε καφέ να τρέχει, ετοίμαζε την Ελένη για το σχολείο και πάντα προλάβαινε να μου βάλει ένα τοστ στο χέρι πριν φύγω για τη δουλειά. Όχι επειδή το ζητούσα. Επειδή έτσι ήθελε.
Δεν θυμάμαι να είχε αργήσει ποτέ σε ραντεβού, να είχε ξεχάσει γιορτή, να είχε υψώσει τη φωνή της μπροστά στο παιδί. Δεν κουτσομπόλευε, δεν παραπονιόταν για τα οικονομικά, δεν έκανε απότομες κινήσεις. Ήταν σταθερή σαν εκείνες τις πέτρες που μένουν στη θέση τους ό,τι κι αν τις χτυπήσει.
Οι φίλοι μου τη θαύμαζαν. «Τυχερός είσαι» έλεγαν. Η μάνα μου τη λάτρευε. Στη γειτονιά, όταν περνούσε με το καρότσι τα πρώτα χρόνια, της χαμογελούσαν όλοι. Ήταν η γυναίκα που θα ήθελες για αδερφή, για φίλη, για σύζυγο.
Δεν υπήρχε τίποτα ύποπτο. Τίποτα που να κάνει τον νου σου να πάει αλλού. Μπορούσα να της δώσω τον τραπεζικό μου λογαριασμό και το κινητό μου και να φύγω ταξίδι χωρίς δεύτερη σκέψη.
Κι έτσι, όταν εκείνη η τυχαία στιγμή ήρθε, το μυαλό μου αρνήθηκε να την καταγράψει σαν πραγματική.
Σαν να βλέπεις έναν άγγελο να κλέβει — το πρώτο σου ένστικτο είναι ότι έκανες λάθος.
Δεν ήξερα τότε ότι εκείνη η στιγμή, όσο μικρή κι αν φαινόταν, θα άλλαζε για πάντα την εικόνα που είχα για τη γυναίκα μου.
Η Άννα λάτρευε τα παιδικά πάρτι. Ήταν από τις μαμάδες που έμεναν μέχρι το τέλος, βοηθούσαν στο μάζεμα και θυμόντουσαν το όνομα κάθε παιδιού. Εκείνο το Σάββατο είχαμε πάει σ’ ένα πάρτι συμμαθητή της Ελένης, σ’ έναν παιδότοπο γεμάτο μπαλόνια και πλαστικά τραπέζια. Εγώ ποτέ δεν τα άντεχα ιδιαίτερα, αλλά για την Άννα ήταν κοινωνικό γεγονός.
Καθόμουν με έναν καφέ στο χέρι, χαζεύοντας την Ελένη να τρέχει πίσω από κάτι κορίτσια ντυμένα πριγκίπισσες, όταν άκουσα το γέλιο της Άννας πίσω μου. Ήταν δυνατό, καθαρό, σχεδόν… νεανικό. Όχι το καθημερινό της γέλιο — αυτό είχε μέσα του κάτι παραπάνω.
Γύρισα και την είδα να μιλά με έναν άντρα που στεκόταν λίγο πιο πέρα από τον μπουφέ. Ήταν ο μόνος εκεί, χωρίς παιδί. Κρατούσε ένα πλαστικό ποτήρι και χαμογελούσε σαν να έβλεπε κάτι δικό του. Η Άννα είχε το χέρι της ελαφρά στο μπράτσο του, και εκείνος έσκυψε και της είπε κάτι στο αυτί.
Δεν υπήρχε τίποτα το άσεμνο, τίποτα που θα σήκωνε φρύδια — εκτός από το ότι η Άννα… δεν άγγιζε ποτέ κανέναν έτσι.
Έπειτα, σαν να ένιωσε το βλέμμα μου, γύρισε προς το μέρος μου και χαμογέλασε πλατιά.
— Αυτός είναι ο ξάδερφος της Κατερίνας, είπε. Μου έλεγε αστεία για την εποχή που έμενε στην Ιταλία.
Κούνησα το κεφάλι, αλλά το μυαλό μου είχε κολλήσει σε εκείνο το γέλιο. Το ήξερα. Ήταν το γέλιο που κάνει κάποιος όταν ξαναβρίσκει κάτι που νόμιζε χαμένο. Κι όσο κι αν ήθελα να το ξεχάσω, η ηχώ του έμεινε μαζί μου μέχρι το βράδυ
Την Κυριακή το πρωί, ήμασταν όλοι στην κουζίνα. Η Άννα έψηνε κρέπες, η Ελένη είχε γεμίσει το τραπέζι με μαρκαδόρους και χαρτιά. Όλα έμοιαζαν φυσιολογικά, λες και το χθεσινό γέλιο στον παιδότοπο ήταν κάτι που μόνο εγώ είχα ακούσει.
Κοίταζα την Άννα να κινείται ανάμεσα στο ψυγείο και το μάτι της κουζίνας. Τίποτα στο πρόσωπό της, στη φωνή της, στην κίνηση των χεριών της, δεν πρόδιδε την παραμικρή ένταση.
— Χθες… με ποιον ακριβώς μιλούσες; ρώτησα τελικά, όσο πιο αδιάφορα μπορούσα.
— Σου είπα, ο ξάδερφος της Κατερίνας. Γιατί;
— Δεν ξέρω… απλά, γελούσες πολύ.
Η Άννα γύρισε και με κοίταξε μ’ εκείνο το βλέμμα που σου ρίχνει κάποιος όταν μόλις είπες κάτι αστείο χωρίς να το ξέρεις.
— Ε, ναι. Ήταν αστεία αυτά που έλεγε.
Η Ελένη, χωρίς να σηκώσει το κεφάλι από το σχέδιό της, πετάχτηκε:
— Μαμά γελάει συνέχεια, μπαμπά. Μην είσαι γκρινιάρης.
Η Άννα γέλασε, μου έβαλε μια κρέπα στο πιάτο και το θέμα έληξε εκεί.
Αργότερα, το μεσημέρι, το ανέφερα στον αδερφό μου.
— Είσαι τρελός; μου είπε. Η Άννα; Δεν υπάρχει περίπτωση.
Κι είχε δίκιο: δεν υπήρχε περίπτωση. Ή τουλάχιστον έτσι φαινόταν.
Κι όμως, το μυαλό μου επέστρεφε συνέχεια σε εκείνη τη στιγμή. Όχι επειδή είδα κάτι απαγορευμένο, αλλά επειδή το ένιωσα.
Και το συναίσθημα είναι ύπουλο. Σε τρώει σιγά σιγά, μέχρι που δεν ξέρεις πια αν βλέπεις την αλήθεια ή την εφευρίσκεις.
Δύο εβδομάδες μετά το παιδικό πάρτι, ήμασταν σε ένα εμπορικό κέντρο. Η Άννα ήθελε να πάρει κάτι ρούχα για την Ελένη, κι εγώ βαριόμουν ήδη από την ιδέα. Χωρίσαμε για λίγο: εκείνη πήγε με το παιδί στο κατάστημα με τα παιδικά, κι εγώ πήγα να χαζέψω σε μια βιτρίνα ηλεκτρονικών.
Περπατώντας προς το κατάστημα για να τις βρω, την είδα πριν με δει εκείνη. Ήταν σκυμμένη προς το μέρος κάποιου άντρα, μιλώντας χαμηλά.
Ήταν ο ίδιος άντρας από το παιδικό πάρτι.
Δεν υπήρχε τίποτα περίεργο στην εικόνα — αν δεν είχες δει το προηγούμενο, θα έλεγες ότι είναι μια τυχαία συνάντηση. Κι όμως, ο τρόπος που τον κοίταζε… ήταν σαν να μιλούσαν μια γλώσσα που δεν ήξερα.
Πλησίασα. Εκείνος έφυγε σχεδόν αμέσως, και η Άννα γύρισε με ένα πλατύ χαμόγελο.
— Τι σύμπτωση! Πάλι ο ξάδερφος της Κατερίνας, είπε. Ψωνίζει εδώ κοντά.
Δεν μπόρεσα να πω τίποτα. Απλά την κοίταξα να παίρνει την Ελένη από το χέρι και να μπαίνουν στο κατάστημα, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.
Το βράδυ, καθώς μάζευα τα ψώνια από το πορτ μπαγκάζ, πρόσεξα μια μικρή, διπλωμένη απόδειξη. Δεν ήταν δική μας. Είχε ημερομηνία της προηγούμενης εβδομάδας και αφορούσε ένα δείπνο σε ένα ακριβό εστιατόριο. Δύο άτομα.
Κοίταξα την ημερομηνία και πάγωσα. Ήταν το ίδιο βράδυ που η Άννα είχε πει ότι πήγε για φαγητό με τη Μαρία και τις άλλες μαμάδες του σχολείου.
Δεν το ανέφερα. Ακόμα. Αλλά μέσα μου, δύο τυχαίες στιγμές είχαν αρχίσει να ενώνονται σε ένα μοτίβο. Και ήξερα ότι αν υπήρχε και τρίτη, δεν θα μπορούσα πια να κάνω ότι δεν βλέπω.
Ένα απόγευμα Πέμπτης, η Άννα με παρακάλεσε να περάσω από το φαρμακείο να πάρω κάτι για την Ελένη που είχε αρχίσει να βήχει. Το φαρμακείο ήταν γεμάτο, κι έτσι περίμενα στην ουρά, χαζεύοντας το ρολόι.
Μπροστά μου, η φαρμακοποιός μιλούσε στο τηλέφωνο.
— Ναι, κυρία Άννα, το έχουμε έτοιμο. Θα περάσει να το πάρει ο κύριος Μάριος;
Πάγωσα. Η φωνή μου βγήκε πριν καν το σκεφτώ:
— Συγγνώμη, ποια κυρία Άννα;
Η φαρμακοποιός με κοίταξε γρήγορα, σαν να έπρεπε να προσέξει τι θα πει.
— Μάλλον λάθος έκανα, είπε, και έκλεισε το τηλέφωνο.
Πλήρωσα και βγήκα στον δρόμο, αλλά το μυαλό μου έτρεχε. Ο “Μάριος” δεν ήταν όνομα που είχα ξανακούσει στη ζωή μας. Ούτε φίλος, ούτε συγγενής, ούτε γνωστός.
Το βράδυ, δοκίμασα να το ρίξω στο τραπέζι, δήθεν αδιάφορα.
— Σου λέει κάτι το όνομα Μάριος;
Η Άννα, χωρίς να σηκώσει τα μάτια από το βιβλίο της, είπε:
— Μάριος; Όχι. Γιατί;
— Τίποτα, έτσι μου ήρθε.
Έκλεισα το φως και ξάπλωσα, αλλά ήξερα: αυτό δεν ήταν πια απλή υποψία. Ήταν κομμάτια ενός παζλ που έπαιρναν σχήμα.
Ο άντρας στο πάρτι. Η “σύμπτωση” στο εμπορικό. Η απόδειξη για το δείπνο.
Και τώρα, ένα όνομα.
Ένιωθα σαν να στεκόμουν μπροστά σε μια πόρτα που αν την άνοιγα, τίποτα δεν θα ήταν πια το ίδιο.
Το μόνο που δεν ήξερα ήταν αν ήθελα να τη σπάσω ή να την αφήσω κλειστή για πάντα.
Το συνάντησα εντελώς τυχαία. Ή μάλλον, η τύχη εκείνη τη μέρα είχε πολύ μαύρο χιούμορ.
Ήμουν στο νοσοκομείο για να πάρω εξετάσεις ρουτίνας, κι ενώ περίμενα στην ουρά στο κυλικείο, άκουσα πίσω μου μια φωνή να λέει:
— Νίκος;
Γύρισα και τον είδα. Ο άντρας από το παιδικό πάρτι, από το εμπορικό. Τώρα φορούσε τζιν και ένα απλό μπουφάν, αλλά το βλέμμα του ήταν ίδιο: σταθερό, σαν να με διάβαζε.
— Δεν νομίζω ότι γνωριζόμαστε, του είπα ψυχρά.
— Νομίζεις, είπε εκείνος, και χαμογέλασε αχνά.
Πριν προλάβω να απαντήσω, τον άκουσα να συνεχίζει:
— Η Άννα είναι καλά;
Η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει πιο γρήγορα.
— Από πού την ξέρεις;
— Παλιά ιστορία, απάντησε, και έριξε το βλέμμα του αλλού.
— Ο Μάριος, έτσι;
Τότε με κοίταξε κατευθείαν στα μάτια.
— Σου μίλησε;
— Όχι. Το όνομά σου το άκουσα τυχαία.
Για μια στιγμή δεν είπε τίποτα. Μετά άφησε το ποτήρι με τον καφέ στον πάγκο, έσκυψε ελαφρά προς το μέρος μου και χαμήλωσε τη φωνή του:
— Κάποια στιγμή, Νίκο, θα μάθεις. Αλλά όταν το μάθεις, να θυμάσαι ότι τίποτα από όσα έκανε, δεν ήταν για να σε πληγώσει.
Κι έφυγε. Έτσι απλά.
Έμεινα εκεί, με τον καφέ στο χέρι, σαν να είχε περάσει τρένο από πάνω μου. Δεν υπήρχε απειλή στα λόγια του. Δεν υπήρχε δικαιολογία. Μόνο ένα βάρος, σαν να μου είχε παραδώσει ένα κλειδί για μια πόρτα που φοβόμουν να ανοίξω.
Όταν γύρισα σπίτι, η Άννα με φίλησε στο μάγουλο σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Και τότε κατάλαβα ότι πλησιάζαμε στο σημείο που η σιωπή δεν θα ήταν πια επιλογή.
Η Ελένη είχε σχολική γιορτή. Η αίθουσα γεμάτη γονείς, φώτα, φωτογραφικές μηχανές.
Καθόμουν στην τρίτη σειρά, η Άννα δίπλα μου. Το παιδί μας — το παιδί μου — ανέβηκε στη σκηνή με το λευκό της φόρεμα και στεφάνι από λουλούδια.
Λίγο πριν ξεκινήσει η παράσταση, άκουσα πίσω μου μια φωνή:
— Είναι πανέμορφη, έτσι;
Γύρισα. Ήταν ο Μάριος. Στεκόταν με τα χέρια στις τσέπες, χαμογελώντας.
— Τι κάνεις εδώ; ψιθύρισα.
— Ήρθα να δω την κόρη μου.
Η λέξη έπεσε πάνω μου σαν εκρηκτικό.
— Τι είπες;
Πριν προλάβει να απαντήσει, η Άννα πετάχτηκε όρθια, σαν να ήθελε να τον σπρώξει μακριά.
— Μάριε, σταμάτα.
Όλοι γύρισαν να κοιτάξουν. Η αίθουσα είχε σιγήσει.
— Θες να του πω εγώ ή θα το πεις εσύ; είπε εκείνος.
— Σκάσε…, παρακάλεσε εκείνη.
Και τότε το είπε. Δυνατά, καθαρά, σαν να ήθελε να το ακούσει κάθε άνθρωπος εκεί μέσα.
— Η Ελένη είναι δικό μου παιδί, Νίκο.
Δεν ξέρω αν το χειροκρότημα που ξέσπασε για τα παιδιά στη σκηνή κάλυψε τον ήχο από την καρδιά μου που έσπασε, αλλά θυμάμαι τα πρόσωπα γύρω μας: απορία, αμηχανία, σιωπή.
Η Άννα με κοίταζε με μάτια γεμάτα πανικό, αλλά δεν έβγαλα λέξη. Δεν μπορούσα. Η εικόνα της Ελένης στη σκηνή, να τραγουδάει αθώα, μπλέχτηκε με μια αλήθεια που δεν είχα ζητήσει και δεν ήθελα ποτέ να μάθω.
Δεν περίμενα να με ακολουθήσει. Είχα φύγει από τη γιορτή σχεδόν τρέχοντας, με το στομάχι δεμένο κόμπο. Στάθηκα στο άδειο προαύλιο, μακριά από τα βλέμματα.
Ο Μάριος βγήκε λίγα λεπτά αργότερα.
— Νίκο, περίμενε.
— Μην με ξαναπιάσεις στο στόμα σου.
— Έπρεπε να το μάθεις.
— Από σένα; Από τον άνθρωπο που πήδηξε τη γυναίκα μου;
Δεν μίλησε αμέσως. Έκανε δύο βήματα προς το μέρος μου, με το βλέμμα καρφωμένο πάνω μου.
— Δεν ήταν σχέδιο. Δεν ήξερα καν ότι ήταν παντρεμένη. Εκείνη μου είπε…
— Δεν με νοιάζει τι σου είπε! Εκείνη ήταν η γυναίκα μου και αυτό το παιδί… αυτό το παιδί το κοίταξα σαν να ήταν δικό μου αίμα. Κι εσύ έρχεσαι τώρα, χρόνια μετά, να μου πεις ότι είναι δικό σου;
Ο Μάριος πήρε ανάσα, σαν να ζύγιζε κάθε λέξη.
— Νίκο… δεν έχω πολύ χρόνο. Έχω καρκίνο. Οι γιατροί μου δίνουν λίγους μήνες. Δεν ήρθα να σου πάρω την οικογένεια. Ήρθα για να τη δω, να ξέρω ότι με είδε έστω μια φορά πριν φύγω.
Έσφιξα τις γροθιές μου. Το μίσος μπερδευόταν με μια παράξενη, πικρή λύπη.
— Κι αυτό σου δίνει το δικαίωμα να διαλύσεις τη ζωή μου;
— Δεν θέλω να στη διαλύσω. Θέλω… να τη δεις για αυτό που είναι: το κορίτσι σου. Εσύ ήσουν ο πατέρας της. Εσύ είσαι ο πατέρας της. Εγώ… απλά τη γέννησα στον κόσμο.
Τα λόγια του με χτύπησαν, όχι γιατί τον πίστεψα, αλλά γιατί ήξερα ότι, όσο κι αν πονούσα, μέσα μου υπήρχε μια φωνή που έλεγε ότι είχε δίκιο για το τελευταίο.
Πριν προλάβω να απαντήσω, η Άννα βγήκε στην πόρτα του σχολείου, ψάχνοντάς μας με το βλέμμα. Το βλέμμα της συνάντησε το δικό μου, κι εκείνη τη στιγμή κατάλαβε: ό,τι κι αν έλεγε από δω και πέρα, δεν θα ήμασταν ποτέ ξανά οι ίδιοι.
Το σπίτι ήταν σιωπηλό. Η Ελένη είχε αποκοιμηθεί στο δωμάτιό της, κουρασμένη από τη γιορτή.
Η Άννα καθόταν στο τραπέζι της κουζίνας, με ένα φλιτζάνι τσάι μπροστά της που δεν είχε αγγίξει.
— Νίκο, σε παρακαλώ… άκουσέ με.
Δεν απάντησα. Την άφησα να μιλήσει.
— Όταν γνωριστήκαμε, ήσουν το πιο σταθερό πράγμα στη ζωή μου. Θυμάσαι τότε που προσπαθούσαμε να κάνουμε παιδί και μήνες περνούσαν χωρίς αποτέλεσμα; Εκείνη τη περίοδο, είχαμε απομακρυνθεί. Μαλώναμε συχνά, ήμασταν κουρασμένοι, και εγώ… έκανα το μεγαλύτερο λάθος της ζωής μου.
Κατάπιε και συνέχισε:
— Ήταν μια νύχτα μόνο. Δεν σήμαινε τίποτα. Αλλά μετά… έμεινα έγκυος. Δεν ήξερα αν ήσουν εσύ ή εκείνος. Δεν ήθελα να το μάθω. Γιατί όταν σε είδα να κρατάς το τεστ στα χέρια σου και να χαμογελάς… κατάλαβα ότι ήθελα να είναι δικό σου.
— Ήθελες; επανέλαβα σκληρά. Ήθελες; Δεν σου πέρασε ποτέ από το μυαλό ότι είχα δικαίωμα να ξέρω;
— Σου το στέρησα, το ξέρω. Και κάθε μέρα ζούσα με αυτό το βάρος. Αλλά σε έβλεπα με την Ελένη, πώς την κοιτούσες, πώς την πρόσεχες, και δεν μπορούσα να το καταστρέψω.
Σηκώθηκα από την καρέκλα.
— Δεν το κατέστρεψες σήμερα;
— Ίσως, είπε με σβησμένη φωνή. Αλλά όχι γιατί το ήθελα.
Κοίταξα προς το δωμάτιο της Ελένης.
— Εκείνη δεν φταίει σε τίποτα. Είναι η κόρη μου. Θα είναι πάντα η κόρη μου. Αλλά εσύ… εσύ δεν ξέρω πια ποια είσαι.
Η Άννα δεν απάντησε. Μόνο κατέβασε το βλέμμα, σαν να ήξερε πως δεν υπήρχε καμία λέξη που να μπορούσε να γυρίσει τον χρόνο πίσω.
Ξύπνησα νωρίς, πριν ακόμη χαράξει. Η Άννα κοιμόταν στον καναπέ, τυλιγμένη με μια κουβέρτα. Δεν την ξύπνησα. Πήγα στο δωμάτιο της Ελένης. Κοιμόταν μπρούμυτα, με τα μαλλιά της απλωμένα στο μαξιλάρι, το χέρι της να κρατάει σφιχτά το αρκουδάκι που της είχα πάρει στα πρώτα της γενέθλια.
Έμεινα να την κοιτάζω. Το πρόσωπό της είχε όλα όσα ήξερα και όλα όσα δεν ήξερα.
Κατέβηκα στην κουζίνα, έφτιαξα καφέ και κάθισα στο τραπέζι. Το κινητό μου είχε ένα μήνυμα από τον Μάριο: “Σ’ ευχαριστώ που με άκουσες. Δεν θα σε ενοχλήσω ξανά, εκτός αν το θες εσύ”. Δεν του απάντησα.
Η Άννα μπήκε αθόρυβα στην κουζίνα. Τα μάτια της ήταν πρησμένα, αλλά δεν μίλησε. Κάθισε απέναντί μου, περιμένοντας.
— Δεν ξέρω τι θα κάνω, της είπα.
— Ξέρω, απάντησε. Και ό,τι κι αν αποφασίσεις… θα το δεχτώ.
Σηκώθηκα, πήρα το σακάκι μου και στάθηκα για λίγο στην πόρτα.
— Για την Ελένη, θα μείνω ο πατέρας της. Για εμάς… δεν ξέρω.
Άφησα την πόρτα μισάνοιχτη πίσω μου και βγήκα στον δρόμο. Ο αέρας ήταν κρύος, ο ουρανός γκρίζος. Και κάπου μέσα μου ήξερα ότι όποιο δρόμο κι αν διάλεγα από εδώ και πέρα, δεν θα υπήρχε επιστροφή.
Αφροδίτη Αυγερινού
