Το παιχνίδι του

‘…Σε θέλω τόσο πολύ… Θέλω να σε φιλάω. Να σε χαϊδεύω. Να χάνομαι στο άγγιγμά σου… Μακάρι να ‘ξερες πόσο…’

Το βιαστικό φιλί της τον επανέφερε στην πραγματικότητα και οι σκέψεις του σταμάτησαν μονομιάς. Οι σκέψεις του… Τι σκέψεις ήταν αυτές;

“Λοιπόν… Εφυγα!”. Ο τόνος της κοφτός και σίγουρος. Σηκώθηκε από το κρεβάτι. Το φως από την εξωτερική λάμπα έλουζε το γυμνό κορμί της. Σήκωσε με ευλάβεια από το πάτωμα ένα σατέν εσώρουχο και το φόρεσε με γρήγορες κινήσεις. Πόσο όμορφη ήταν…

Εκείνος είχε μείνει στο κρεβάτι να την χαζεύει. Την ήθελε πολύ, αλλά δεν θα της το έλεγε ποτέ. Σιγά μην έριχνε τα μούτρα του για εκείνη. Αλλά την ήθελε… Και την ήθελε πολύ. Του άρεσε ο τρόπος που τον φιλούσε. Ο τρόπος που τον άγγιζε. Ο τρόπος που τον κοιτούσε. Πω πω, τον τρέλαιναν τα μάτια της. Αυτό το βλέμμα του διαπερνούσε τα κόκκαλα. Του έκοβε τα πόδια το άρωμά της.

Την ήθελε κολασμένα από την πρώτη στιγμή που την είδε… Με το που του χαμογέλασε, φωτίστηκε η πλάση και η ψυχή του και για αυτό την κυνήγησε και την κυνήγησε πολύ. Εκείνη ήταν διστακτική. Κάτι την εμπόδιζε. Κάτι φοβόταν και αυτός ξενέρωσε. Είχε μάθει να του έρχονται όλα αβίαστα με τις γυναίκες. Είχε τον τρόπο να τις κερδίζει εκτός από εκείνη. Με εκείνη έχανε και δεν είχε μάθει να χάνει. Οποίο παιχνίδι ήθελε το είχε και για αυτό επέμεινε. Διακριτικά μα με θόρυβο. Λάτρευε να την βλέπει να αποδιοργανώνεται. Να χάνει τον έλεγχο για εκείνον.

Χα… Το παιχνίδι του… Αυτό ήταν. Ένα ακόμα τρόπαιο στους αγώνες του κρεβατιού του. Ένα ακόμα όνομα σε μια μεγάλη λίστα. Δεν θα της το έλεγε όμως. Τουλάχιστον μέχρι να γίνει δικιά του ψυχή τε και σώματι. Ήθελε να την κερδίσει ολοκληρωτικά και μετά ας την κομμάτιαζε. Σιγά! Ούτε η πρώτη ήταν, αλλά ούτε και η τελευταία. Θα της έλεγε την αλήθεια και όλα καλά. Έπρεπε όμως πρώτα να του παραδοθεί.

Και τα κατάφερε. Μετά από πολύ κυνήγι και πείσμα, τον πέτυχε τον στόχο. Τσαφ… Διάνα! Την έκανε δική του ολοκληρωτικά. Το γυμνό της σώμα και η γυμνή ψυχή της του ανήκαν. Εύπλαστη στα χέρια του. Διαλυόταν χωρίς φραγμούς. Και όλο αυτό τον έκαιγε.

“Έτοιμη! Θα τα πούμε..”. Πήρε την τσάντα της και προχώρησε προς την πόρτα. Ο ήχος από τα παπούτσια της, του έκατσε κάπως στραβά. Πρώτη φορά μετά από τόσο καιρό. Πετάχτηκε όπως όπως από το κρεβάτι, φόρεσε το δικό του εσώρουχο και κοντοστάθηκε στην πόρτα.

“Περίμενε…”, είπε σιγανά μα έφτασε στα αυτιά της. Εκείνη κοντοστάθηκε.
“Τι; Ξέχασα κάτι;”. Γύρισε και τον κοίταξε στα μάτια.

Αυτά τα μάτια της. Τον διέλυαν. Τη γούσταρε! Αυτό ήταν το πρόβλημά του. Τη γούσταρε πολύ. Όμορφη. Έξυπνη. Ετοιμόλογη. Σπιρτόζα. Γεμάτη ζωή. Τον κοιτούσε και έλιωνε. Το ένιωθε εκείνος. Είχε βρει για τα καλά τον στόχο και δεν ήταν άλλος από την καρδιά της.

Δεν ήθελε όμως να την πληγώσει αλλά δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Ίσως και να φοβόταν να της αφεθεί. Ήταν δύσκολος χαρακτήρας εκείνος. Είχε μάθει αλλιώς. Εκείνη ήταν διαφορετική και αυτό τον τραβούσε. Εκείνη θα μπορούσε να τον αγαπήσει όπως του άξιζε. Θα μπορούσε να του δώσει λίγη από τη ζωή της και όλο αυτό συνδυαστικά με την υπέροχη χημεία τους στο κρεβάτι.

Στη σκέψη αυτή, ανατρίχιασε. Το κορμί της κούμπωνε με το δικό του. Η ένωσή τους καθολική. Απόλυτη αρμονία. Η κόλαση και ο παράδεισος μαζί. Το πάθος τους, σκέτη καταστροφή. Κανείς από τους δύο δεν ήθελε να σταματήσει το αχαρτογράφητο ταξίδι τους. Κανείς από τους δύο δεν ήταν διατεθειμένος να βρει χάρτη. Πήγαιναν και όπου τους έβγαζε.

Την ερωτεύονταν…
Δυο λέξεις που έκαναν τεράστιο θόρυβο στο κεφάλι του. Τα μάτια του πετάρισαν. Το στόμα του μισάνοιξε.

“Όλα καλά μάλλον. Θα τα πούμε…”, του είπε και άνοιξε την πόρτα.
“Μείνε…”, ψέλλισε.
Εκείνη κοκκάλωσε. “Τι;”
“Μείνε…”.

Έκλεισε την πόρτα και τον πλησίασε.

“Είσαι σίγουρος;”. Τα μάτια της καρφώθηκαν στην ψυχή του. Την ερωτεύονταν όπως τον ερωτεύονταν και εκείνη. Γλυκά. Αβίαστα. Ειλικρινά. Φοβισμένα.

“Είμαι!”.

Κατερίνα Μοχράνη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading