Το “Ατίθασο” Σπαγγέτι

Στο Βασίλειο μιας Κουζίνας, μέσα σ’ ένα ευρύχωρο ντουλάπι, κάτω από το ράφι με τα όσπρια και πάνω από τα ρύζια και τον τραχανά, κοιμόταν μέσα στο μπλε κουτί του, ένα Σπαγγέτι Νο6, ευλύγιστο και περήφανο, με μια υπέροχη κορμοστασιά και ψυχή Μεσογειακή.

Μια μέρα, το καπάκι μιας κατσαρόλας άνοιξε..
Φωνές ακούστηκαν από τον πάγκο και κάποιο χέρι, έβγαλε το Σπαγγέτι απ’ το ντουλάπι, ταράζοντας τον ύπνο του.

– Σήμερα λοιπόν, θα φτιάξουμε Μακαρονάδα Καρμπονάρα!

Το Σπαγγέτι ξύπνησε απότομα, πάγωσε και φώναξε:
– Καρμπο-ΤΙ; Όχι, όχι! Δεν θα με σβήσουν με κρέμες! Δεν θα πνιγώ στο λίπος από το μπέικον!

Ανασκουμπώθηκε, ίσιωσε τις άκρες του και κίνησε για επανάσταση.
Κάπως έτσι, γεννήθηκε μια μακαρονάδα αλλιώτικη από τις άλλες. Κι αυτό, διότι το ζυμαρικό με το οποίο φτιάχτηκε, ήταν κάπως Ατίθασο.
Πήδηξε λοιπόν από το κουτί, έκανε τούμπα στην κατσαρόλα και άρχισε να δίνει οδηγίες για να μαγειρευτεί όπως εκείνο ήθελε.
Δίπλα από την κατσαρόλα, ένα τηγάνι περίμενε τα υλικά για τη σάλτσα.
Το Σπαγγέτι, αν και καιγόταν μέσα στο καυτό νερό, παρατηρούσε με αγωνία, για να δει ποιοι θα ήταν οι σύντροφοί του στο πιάτο.

– Δεν θέλω βούτυρο, δεν θέλω ζαμπόν, το μπέικον να πάει σπίτι του και η κρέμα γάλακτος, να απομακρυνθεί! φώναξε αποφασιστικά..

– Μα… οι περισσότερες μακαρονάδες, σερβίρονται με κρέμα γάλακτος και μπέικον!, ψέλλισε κάπως δειλά η Παρμεζάνα.

– Όχι εγώ! είπε το λυγερόκορμο σπαγγέτι. Εγώ θα γίνω μια μακαρονάδα της Ελλάδας! Θέλω μόνον ελαιόλαδο, σκόρδο, ντοματίνια και φρέσκο βασιλικό! Έχω ταυτότητα εγώ, έχω αξίες!

Απ’ το γυάλινο μπουκάλι του, το ελαιόλαδο, έσταξε δυο πράσινα δάκρυα συγκίνησης.
– Επιτέλους! Κάποιος με εκτιμά, όχι μόνο για τις θερμίδες μου, αλλά και για την ουσία μου!
Και με ευχαρίστηση μπήκε πρώτο στο τηγάνι.

Από το συρτάρι των λαχανικών του ψυγείου, σηκώθηκαν τα ντοματίνια.
“Θα ’ρθουμε κι εμείς!”, φώναξαν κι έκαναν βουτιά στο τηγάνι με το ελαιόλαδο που θα γινόταν η σάλτσα.

Το σκόρδο, ξεθαρρεμένο, έκανε είσοδο μπαλέτου μέσα στο λάδι, αφήνοντας ένα “τσσσσσ” ηχηρό, σαν να ξεκίνησε επανάσταση από μόνο του.

Ο βασιλικός, πάντα κομψός, ευγενής και λίγο σνομπ, είπε ένα “Ευχαρίστως, θα έρθω κι εγώ αλλά στο τέλος αγαπητοί μου. Θα καθίσω στην κορυφή του πιάτου”. Σαν βασιλιάς που περίμενε να πάρει θέση στον θρόνο.

– Εμπρός! φώναξε το λυγερόκορμο Σπαγγέτι. Θέλω μόνο τοπικά υλικά με ποιότητα και χαρακτήρα!

Το μαύρο πιπέρι, ο τολμηρός της παρέας, ήρθε τελευταίος, λίγο καθυστερημένος, αλλά περίμενε στην άκρη για να προσθέσει το απαραίτητο “κάτι”, με μια ελαφριά σπρωξιά πάνω από όλους.

– Τώρα είμαι ο εαυτός μου! είπε το Σπαγγέτι, καθώς η σάλτσα ήταν έτοιμη και σερβιριζόταν πια σ’ ένα πήλινο πιάτο, με ένα μικρό ράγισμα στη γωνία.

Ο σερβιτόρος, ένα κουτάλι ξύλινο, παλιό και σοφό, δάκρυσε, (λίγο από το σκόρδο, λίγο από τη συγκίνηση) και αναφώνησε:

– Ορίστε η Μακαρονάδα της Υγείας, η Πριγκίπισσα της Μεσογείου, το Ταίρι του Ελαιολάδου! Αυτή δεν είναι μια απλή μακαρονάδα, είναι δήλωση Πολιτισμού!

Από εκείνη την ημέρα, αυτό το “Ατίθασο” Σπαγγέτι, έπεισε όλους να επιστρέψουν στα απλά, καθαρά και αγνά υλικά. Η κρέμα γάλακτος πήρε σύνταξη, το βούτυρο ασχολήθηκε με την Ζαχαροπλαστική και το μπέικον με το ζαμπόν, βρήκαν δουλειά σε κατάστημα με σάντουιτς. Έτσι, σε μια κουζίνα κάπου στην Ελλάδα, ένα Σπαγγέτι με άποψη, έγινε μια μακαρονάδα που άλλαξε για πάντα τη ροή της Γαστρονομικής Ιστορίας.

Λίλη Λέζου

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading