Ζωή σε τέσσερις πράξεις: Άτη – Πράξη Δεύτερη

Προηγούμενο

Άτη – Πράξη Δεύτερη

Άτη: Είμαι η μάγισσα της πλάνης. Τυλίγω τις σκέψεις σου με ομίχλη και βλέπεις δρόμους που δεν υπάρχουν. Όταν το φως επανέλθει, θα είναι ήδη αργά…

– Και πιστεύεις αλήθεια ότι θα το αφήσει έτσι; Είναι δυνατόν;

– Ας κάνει ό,τι καταλαβαίνει ρε Μάρθα!

– Θα σε τρέχει στα δικαστήρια!

– Ας με τρέχει! Αν βρει λεφτά να τα πληρώνει, ας με τρέχει!

– Βρε Στέλιο μου… αλήθεια, το βαστάει η ψυχή σου; Μεγάλη αδικία!

– Η ψυχή μου έχει βαστήξει και χειρότερα! Τέλος κουβέντας, Μάρθα! Τις αποφάσεις μου τις έχω πάρει κι εσύ κάνε ό,τι καταλαβαίνεις!

Η Μάρθα στεκόταν μπροστά του και τον κοιτούσε βουρκωμένη. Εκείνος, ήπιε μια γουλιά απ’ τον καφέ του, πήρε μια τελευταία τζούρα απ’ το τσιγάρο του κι αφού το έσβησε άτσαλα στο τασάκι, σηκώθηκε. “Φεύγω, έχω πολύ δουλειά σήμερα!”, είπε μόνο και βγήκε με γρήγορα βήματα απ’ το σπίτι.

Μπαίνοντας στο μαγαζί, ξεκίνησε αμέσως δουλειά. Έπρεπε να τακτοποιήσει και τους τελευταίους φακέλους και να καθίσει να βγάλει ένα πλάνο για το πότε θα τελείωνε και με τα διαδικαστικά της έναρξης της καινούριας εταιρίας, γιατί οι πελάτες περίμεναν και δεν ήθελε να τους καθυστερεί άλλο. Στο μεταξύ έπρεπε να τελειώσει και με τα τηλέφωνα σ’ εκείνους που ακόμη χρωστούσαν απ’ την παλιά εταιρία, για να προλάβει να τα μαζέψει όλα, πριν τον πάρει χαμπάρι η χήρα του Πέτρου. Ευτυχώς ήταν ακόμη στον κόσμο της. Υπέθετε πως τουλάχιστον μέχρι να γίνει το μνημόσυνο των σαράντα ημερών θα είχε τελειώσει με τα πάντα. Και μετά… ας ξυπνούσε, ας καταλάβαινε κι αν είχε τα κότσια, ας τολμούσε να τον πλησιάσει για να διεκδικήσει το οτιδήποτε.

Αργά το μεσημέρι, είχε τελειώσει με την τακτοποίηση του χώρου και τα τηλέφωνα που έπρεπε να κάνει. Λίγο αργότερα είχε και κάποια ραντεβού για εισπράξεις. Άνοιξε το συρτάρι στα δεξιά του και κοίταξε το μπλοκ εισπράξεων, με την παλιά επωνυμία. “Σε λίγο δεν θα ξαναδώ μπροστά μου το όνομά σου” ψιθύρισε και το έκλεισε με δύναμη.

Άναψε τσιγάρο κι αναστέναξε, “Το βαστάει η ψυχή σου; Μεγάλη αδικία!”, ήρθε ξανά στο μυαλό του η φράση της Μάρθας, της γυναίκας του. Μεγάλη αδικία… ήξερε κι η Μάρθα τι θα πει αδικία! Που την μεγάλωσαν οι γονείς της στα πούπουλα, με γαλλικά και πιάνο! Μόνο εκείνος ήξερε τι θα πει αδικία, την είχε νιώσει στο πετσί του από παιδί, από τότε που θυμόταν τον εαυτό του…

Ήταν δεν ήταν πέντε χρονών όταν ο πατέρας του τους εγκατέλειψε. Μια μέρα απλά ξύπνησε και βρήκε τη μάνα του να κλαίει, καθισμένη στην καρέκλα της κουζίνας. Με λυγμούς του εξήγησε πως από εκείνη τη στιγμή ήταν μόνο οι δυο τους, ‘ο μπαμπάς έφυγε’. Έφυγε; Πώς έφυγε; Και πήγε πού; Και τώρα τι θα γίνει; Έτρεχαν οι σκέψεις στο παιδικό μυαλουδάκι του και χωνόταν όλο και πιο βαθιά στην αγκαλιά της μαμάς του. Ο φόβος, η θλίψη, η ανασφάλεια, όλα ένα κουβάρι μέσα στην ψυχή του. Ένας κόμπος που στάθηκε στο λαιμό και τον εμπόδιζε να πάρει σωστή αναπνοή. Κι ήταν μόλις πέντε…

Η μάνα του, η κυρία Κατερίνα, δούλευε καθαρίστρια σε δημοτικό σχολείο. Δημόσιος υπάλληλος, αλλά με σύμβαση. Τα χρήματα λιγοστά και όχι μόνιμα. Και τα έξοδα να τρέχουν. Ενοίκια, λογαριασμοί… Τι να πρωτοκάνει η καημένη; Άρχισε να καθαρίζει και σπίτια τα απογεύματα. Τις περισσότερες φορές τον έπαιρνε μαζί, του έδινε ένα παιχνίδι και τον άφηνε να περιμένει ώρες ατέλειωτες σε μια γωνιά. Όταν λίγο μεγάλωσε, τα πράγματα βελτιώθηκαν, η κυρία Κατερίνα μονιμοποιήθηκε στο δημόσιο και έχοντας τη φήμη της γρήγορης, της καθαρής, της τίμιας, την ζητούσαν όλο και περισσότεροι για την καθαριότητα του σπιτιού τους. Όταν έφτασε δέκα χρονών ο Στέλιος, άρχισε να τον αφήνει μόνο στο σπίτι, να μελετάει όσο εκείνη έτρεχε για το μεροκάματο.

Σκληρή ζωή, στερημένη. Μια μάνα να τρέχει απ’ το πρωί ως το βράδυ για να τα φέρει βόλτα όλα κι ο Στέλιος να μεγαλώνει μόνος, στον αυτόματο. Κι ο πατέρας άφαντος…

Κι όμως… παρά τις δυσκολίες, τα κατάφεραν μάνα και γιος. Ο Στέλιος πέρασε απ’ τους πρώτους στη σχολή επιλογής του και μάλιστα στην πόλη τους. Μηχανολόγος – Μηχανικός τελείωσε κι αμέσως έπιασε δουλειά. Να ελαφρύνει λίγο και τη μάνα του που τόσα χρόνια είχε καταπονήσει το κορμί και την ψυχή της. Κι εκείνη τον καμάρωνε και φούσκωνε από περηφάνεια που παρότι μόνη της, έβγαλε στην κοινωνία ένα παιδί άξιο και τίμιο. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε… Γιατί η αληθινή τιμιότητα αποδεικνύεται όταν βρεθείς μπροστά στον πειρασμό κι επιλέξεις το δίκαιο.

Ο μισθός που έπαιρνε στην κατασκευαστική που έπιασε την πρώτη του δουλειά, ήταν ξεκάθαρα μισθός πείνας. Έβγαζε δουλειά για τρεις κι ο μισθός κολλημένος στο βασικό, η “αύξηση” έμοιαζε άγνωστη λέξη. Σ’ εκείνη την εταιρία γνώρισε και τον Πέτρο, που δούλευε ήδη επτά χρόνια εκεί. Κόλλησαν απ’ την πρώτη στιγμή οι δυο τους, είχαν κοινό τρόπο σκέψης και πανομοιότυπη εργατικότητα. Το πιο σημαντικό βέβαια ήταν το παράπονο που μοιράζονταν για το πόσο προσπαθούσαν και πόσο κανείς δεν το αναγνώριζε. Το ξέσπασμα του τότε εργοδότη τους, για ένα λάθος που είχε κάνει ο ίδιος και πήγε να το φορτώσει στους δυο άντρες, ήταν το εναρκτήριο λάκτισμα για τη σκέψη δημιουργίας μιας δικής τους δουλειάς. Οι γνώσεις του Πέτρου, σε συνδυασμό με τις δικτυώσεις που είχε με τους πελάτες και η φρέσκια ματιά και όρεξη για δουλειά του Στέλιου, θα τους οδηγούσαν σίγουρα σε επιτυχία. Χωρίς πολύ σκέψη και με τον αυθορμητισμό και την αισιοδοξία της νιότης, έδωσαν τα χέρια και σύντομα στέκονταν μπροστά στο ολόδικό τους μαγαζί.

– Μπράβο αγόρι μου! Είμαι πολύ περήφανη για σένα! Να δουλέψετε σκληρά και τίμια και σίγουρα θα πετύχετε! ήταν τα συγκινημένα λόγια της μάνας του όταν μπήκε πρώτη φορά στο μαγαζί. Κι η ψυχή του Στέλιου πλημμύρισε από χαρά που είχε καταφέρει να κάνει τη μάνα του, την τόσο βασανισμένη κυρία Κατερίνα, περήφανη.

Δεν ήταν εύκολη η συνεργασία, ποια συνεργασία είναι άλλωστε; Παρόλα αυτά, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, κατάφερναν να συνεργάζονται και να κάνουν την εταιρία τους να ανθίζει, ακόμη κι αν κάποιες φορές καβγάδιζαν. Στη δουλειά υπάρχει ένταση, είναι λογικό καμιά φορά να μαλώνεις με τον άλλον, παρόλα αυτά τα κατάφερναν και ολοκλήρωναν με επιτυχία κάθε έργο που αναλάμβαναν. Κι αυτές οι επιτυχίες οδηγούσαν και σε άλλες δουλειές, καινούριους πελάτες και φυσικά περισσότερα χρήματα. Όλα έδειχναν πως το δύσκολο παρελθόν του Στέλιου, είχε δώσει τη θέση του σε ένα πολλά υποσχόμενο παρόν και σ’ ένα πραγματικά ελπιδοφόρο μέλλον. Μέχρι εκείνο το παγωμένο βράδυ Δευτέρας…

– Ο Πέτρος… Στέλιο μου, ο Πέτρος, πάει! Πέθανε! με δυσκολία κατάφερε να ξεχωρίσει τις λέξεις μέσα απ’ τις στριγκλιές της μάνας του Πέτρου στο τηλέφωνο

Μετά απ’ αυτό το τηλεφώνημα όλα έγιναν γρήγορα. Η ανακοίνωση του ξαφνικού εμφράγματος που έκοψε το νήμα της ζωής του Πέτρου μόλις στα σαράντα δύο του χρόνια, η ταφή του, τα πικρά δάκρυα των γονιών του και της εγκύου γυναίκας του πάνω απ’ το χώμα που τον δέχτηκε κι εντέλει η συνειδητοποίηση του ίδιου του Στέλιου, πως η ζωή σου δίνει ευκαιρίες απ’ το πουθενά κι είναι στο χέρι σου αν θα τις αρπάξεις.

Η ζωή, από παιδί ακόμη, του είχε δείξει το σκληρό της πρόσωπο. Πόνεσε, έκλαψε, στερήθηκε. Ο φόβος και η ανασφάλεια ήταν πάντα δεύτερη φύση του. Η εγκατάλειψη κι η μοναξιά, αναπόσπαστα κομμάτια της ψυχής του. Τίποτα δεν του είχε δοθεί απλόχερα ως τότε, για όλα έπρεπε να μοχθεί. Τίποτα δεν του είχε χαριστεί, για όλα έπρεπε να παλεύει. Και τώρα… για πρώτη φορά στη ζωή του, του δινόταν μια ευκαιρία. Σαν η ζωή να δοκίμαζε την αποφασιστικότητά του. Ή θα φερόταν σαν δειλό παιδάκι ή σαν δυνατός άντρας. Και η επιλογή που θα έπρεπε να κάνει, ήταν ξεκάθαρη μέσα του…

Η αλήθεια ήταν πως κάτι μέσα του σκιρτούσε όσο έκανε όλες τις κινήσεις που χρειαζόταν, για να αδειάσει την κοινή εταιρία από χρήματα, για να κάνει τις απαραίτητες διαδικασίες για την καινούρια ατομική πια επιχείρηση που θα έστηνε κι όλα αυτά, προσπαθώντας να φαίνεται θλιμμένος για το θάνατο του συνεργάτη και φίλου του, μπροστά σε όλους. Το υπόλοιπο του εταιρικού τραπεζικού λογαριασμού όμως, καθώς και η σκέψη για το πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα αν το 100% των εσόδων της δουλειάς, έμπαιναν στη δική του μόνο τσέπη, κατάφεραν να κάνουν τη συνείδησή του να αποκοιμηθεί. Την ξυπνούσαν βέβαια πού και πού τα λόγια της γυναίκας του, της Μάρθας, που την είχε πιάσει τάχα ο πόνος για την τεθλιμμένη χήρα, αλλά ήταν σίγουρος πως με τον καιρό θα μαλάκωνε κι αυτή, όταν έβλεπε πόσες ευκολίες θα είχαν πια. Ταξίδια στο εξωτερικό, καλύτερα σχολεία για την κόρη τους, ακριβές τσάντες και πολυτελή κοσμήματα… Μια χαρά θα την κατάπινε την αδικία και η Μαρθούλα. Μόνο η μάνα του δεν έπρεπε να μάθει τίποτα, εκείνη ήταν ικανή να τον σκοτώσει με τα ίδια της τα χέρια! Γι’ αυτό και δεν της είπε την αλήθεια. Της είπε πως είχε συνεννοηθεί με τη χήρα του φίλου του και πως θα την βοηθούσε ακόμη και πάνω απ’ τις δυνάμεις του. “Δυο παιδιά έχει, ένα στην αγκαλιά κι ένα ακόμη στην κοιλιά, τι να κάνω; Να μη βοηθήσω;” της είχε πει κι εκείνη τον σταύρωνε να τον φυλάει ο Θεός και βούρκωνε από περηφάνεια για το μοναχογιό της. Όσο για τη χήρα; Ποιος την λογάριαζε; Με ένα ψωρομισθό και δυο παιδιά, ανάθεμα κι αν είχε χρήμα ή κουράγιο να κινηθεί εναντίον του. Τυχερά είναι αυτά… η δική της μοίρα ήταν να μείνει μόνη και να παλεύει φουρτούνες, η δική του να βγει απ’ την κόλαση και να προχωρήσει με αέρα νικητή στη ζωή που του άξιζε.

Κική Γιοβανοπούλου

Συνεχίζεται…

One response to “Ζωή σε τέσσερις πράξεις: Άτη – Πράξη Δεύτερη”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading