Δυο που αγαπιούνται είναι, μάτια μου, αρκετοί

Βγήκε στο μπαλκόνι χωρίς ν’ ανάψει τα φώτα, κρατώντας μια μπίρα στο χέρι, και βολεύτηκε σε μια από τις δύο άδειες καρέκλες που βρίσκονταν στρυμωγμένες στον μικρό εκείνο χώρο. Άνοιξε την μπίρα, ήπιε μια γουλιά και κοίταξε τη σελήνη να καθρεφτίζεται στη θάλασσα που ήταν ξαπλωμένη μπροστά της.
Η νύχτα ήταν ήσυχη και ζεστή. Ζεστή και γι’ αυτό ήσυχη. Όλοι οι έμβιοι οργανισμοί είχαν βυθιστεί σε μια αποχαύνωση ελλείψει δροσιάς, ώστε δεν ακουγόταν τίποτ’ άλλο από τις αόρατες ανάσες της υδάτινης κυρίας που σαν έπεφτε το σκοτάδι απολάμβανε τη μοναξιά της, μετά από τόσα κορμιά που δρόσιζε στην αγκαλιά της, όσο ο ήλιος έκανε βόλτες στον ουρανό με το άρμα του.
Αναρωτήθηκε πού να βρίσκεται και τι να κάνει. Είχε ένα μήνα να τον δει, αλλ’ απόψε πιο πολύ από ποτέ της έλειπε.
Ήπιε άλλη μια γουλιά μπίρας, προσπαθώντας μια προσπάθεια μάταιη να τον βγάλει από τις σκέψεις της. Ανήμπορη πια, παραδόθηκε σε πισωγυρίσματα που έφεραν το πρόσωπό του μπροστά της να το κοιτάζει μέσα από το μαγικό φως της σελήνης, μα δε ράγισαν τη μοναξιά της…

Η ίδια φεγγαρόλουστη καλοκαιρινή νύχτα, πριν από ένα χρόνο. Έψαχνε το κινητό της και δεν το έβρισκε.
«Ψάξε καλύτερα» είπε η αδερφή της, που την είχε φέρει ως το σπίτι της και δεν έφευγε μέχρι να το βρει.
Έψαξε την τσάντα, κοίταξε στα πόδια της μήπως είχε πέσει κάτω, στο πλάι της πόρτας του αυτοκινήτου, τίποτα.
«Κάνε μου μια κλήση» της ζήτησε αφού εξάντλησε κάθε περιθώριο έρευνας. Είχε αρχίσει να ταράζεται καθώς όλα τα στοιχεία έδειχναν πως το έχασε.
Όταν η αδερφή της έκανε την κλήση και κανένα κουδούνισμα δεν ακούστηκε, κυριεύτηκε από απελπισία.
Το άφησαν να χτυπάει, αλλά κανείς δεν απάντησε.
«Σκέψου πού θυμάσαι τελευταία φορά να το κρατάς» την παρότρυνε η αδερφή της και θυμήθηκε ότι πριν μπει στο αυτοκίνητο το είχε μαζί της.
Με το κινητό στο χέρι, σταμάτησε για να βγάλει από το σανδάλι της ένα πετραδάκι που είχε εισβάλει αιφνίδια, πληγώνοντας το πόδι της. Ύστερα, η αδερφή της πάτησε την κόρνα για να της θυμίσει ότι βιαζόταν και ότι δεν πρέπει να χασομεράει και χωρίς να χάνει άλλο χρόνο…
Το κινητό της αδερφή της άρχισε να καλεί, διακόπτοντας τη σκέψη της. Κάποιος καλούσε από το χαμένο δικό της.
«Απάντησε εσύ» είπε και της έδωσε τη συσκευή.

Ακούστηκε μια βαθιά αντρική φωνή, που την ενημέρωσε πως βρήκε τη συσκευή της ακουμπισμένη πάνω στον ουρανό ενός παρκαρισμένου αυτοκινήτου. Αυτόματα θυμήθηκε πως το άφησε για να βγάλει το παπούτσι της κι όταν η αδερφή της κόρναρε, πάνω στη βιασύνη, έφυγε χωρίς να το πάρει.
Ο άντρας τώρα τη ρωτούσε αν τον ακούει και πότε θα μπορούσε την επόμενη μέρα να συναντηθούν για να της το δώσει. Οι ερωτήσεις την έβγαλαν από τις σκέψεις της κι άρχισε επιτέλους να του μιλάει. Αφού τον ευχαρίστησε με θέρμη για το καλό που της έκανε, άρχισε να απαριθμεί τις ελεύθερες ώρες της επόμενης μέρας, ρωτώντας παράλληλα τον σωτήρα της αν μπορούσαν σε κάποια από εκείνες να συναντηθούν.
«Πού είσαι, να έρθω τώρα» είπε η βαθιά αντρική φωνή, στο άκουσμα της οποίας κάθε φορά προσπαθούσε να σχεδιάσει, με τη σκέψη, ένα πρόσωπο να της ταιριάζει.

Οδήγησε μια ώρα, για να τη συναντήσει κι εκείνη τον περίμενε με τόσο χτυποκάρδι που δεν το δικαιολογούσε απλά η επιστροφή της παλιάς συσκευής του κινητού της.

Κοίταξε ο ένας τον άλλον, όταν συναντήθηκαν τα βλέμματά τους και για μερικά λεπτά ξέχασαν τον λόγο που χρησιμοποίησε ο άνεμος της νύχτας για να τους φέρει κοντά. Πήγε να τραυλίσει ένα «ευχαριστώ», αφού πρώτη εκείνη συνήλθε από τη σιωπηρή αμηχανία, μα δεν την άφησε.
«Θα μου κάνεις παρέα να πιούμε μια μπίρα; Την έχω ανάγκη μετά από τόση ώρα στο τιμόνι» τη ρώτησε.
«Ναι, φυσικά. Μάλιστα θα την κεράσω εγώ» είπε εκείνη λίγο άγαρμπα, μια και δεν ήταν καθόλου άνετη με το αντίθετο φύλο.

Την πήρε από το χέρι, περνώντας με άνεση τα δάχτυλά του ανάμεσα στα δικά της, σαν να ήταν ζευγάρι από καιρό και την παρέσυρε σ’ ένα μπαράκι που βρισκόταν παρακάτω από το σπίτι της. Όλη νύχτα μιλούσαν, ξεκαρδίζονταν στα γέλια, σοβάρευαν, συζητώντας θέματα που προϋπόθεταν σοβαρότητα και μετά πάλι γελούσαν. Στο τέλος, κολύμπησαν γυμνοί και χάρισαν ο ένας το κορμί του στον άλλον μέσα στην αλμυρή αγκαλιά της θάλασσας, χωρίς να λογαριάζουν πως μόλις γνωρίστηκαν. Από εκείνο το βράδυ μέχρι και πριν ένα μήνα που εκείνη έφυγε, χωρίς να τον χαιρετίσει, ήταν αχώριστοι.
«Όταν άκουσα τη φωνή σου, είπα αυτή τη γυναίκα θα την παντρευτώ» της εκμυστηρεύτηκε αργότερα, για να το θυμάται, ακριβώς ένα χρόνο μετά και να πικραίνεται.

Την πήρε ο ύπνος το ξημέρωμα, παραμονή δεκαπενταύγουστου, αλλά δεν κοιμήθηκε για πολύ.
«Ακόμα κοιμάσαι;» ρώτησε η αδερφή της, όταν τηλεφώνησε διακόπτοντας τον λιγοστό της ύπνο, μα δεν ήθελε να της πει πως δεν είχε κλείσει μάτι.
Δε θα έρχονταν τελικά να τη βρουν στο νησί, ήταν το πρώτο, μεταξύ άλλων, που της ανακοίνωσε. Θα ερχόταν ο νονός της ανιψιάς της από το εξωτερικό και ήθελε να τη δει.

«Σε ψάχνει παντού», της είπε, λίγο μετά.
Δεν ήθελε να μάθει. Είχε ζητήσει να μην πει σ’ εκείνον πού βρίσκεται και στην ίδια να μην τον αναφέρει. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί της το είπε αυτό, μα η αδερφή της έδειχνε να μην παίρνει και πολύ στα σοβαρά την κατάσταση, αν και είχε αποφύγει επιμελώς ν’ αποκαλύψει τον λόγο που την οδήγησε σε αυτή την απόφαση.

«Αν σου έλεγα πως είναι στο νοσοκομείο, δε θ’ ανησυχούσες δηλαδή;» ρώτησε κάποια στιγμή, κόβοντάς της την αναπνοή. Έκανε μεγάλο αγώνα μετά απ’ αυτό, να την καθησυχάσει και να την πείσει πως ήταν απλά ένα αστείο, στην προσπάθειά της να αποδείξει πως δεν της είχε τελειώσει, όπως επαναλάμβανε τον τελευταίο καιρό.

«Μην του πεις πού βρίσκομαι, ακούς;» είπε στην αδερφή της, ακούγοντάς την να ξεκαρδίζεται στα γέλια, πριν της κλείσει το τηλέφωνο.

Δεν μπόρεσε να ξανακοιμηθεί. Άυπνη κατέβηκε στην παραλία, και μπήκε μέσα στο νερό. Δεν κολύμπησε, δεν κολυμπούσε. Απλώς το άφησε να την αγκαλιάσει και να τη δροσίσει. Τι θα έκανε; Της έλειπε. Τον ήθελε πίσω, μα όφειλε να κάνει το σωστό.
Βγήκε από το νερό, τύλιξε γύρω της την πετσέτα και τράβηξε για την ταβέρνα του Σταύρου που σέρβιρε και πρωινό. Ήπιε μια γουλιά από τον ζεστό καφέ της κι άναψε τσιγάρο. Δίπλα της ένας μπαμπάς συζητούσε μ’ ένα ξανθό παχουλό κοριτσάκι.
«Τι θα φάει τώρα η πριγκίπισσά μου;» έλεγε καθαρίζοντας ένα βραστό αβγό.

«Τι θα φάει η πριγκίπισσά μου;» την είχε ρωτήσει στο τελευταίο ταξίδι που έκαναν μαζί στην Ιταλία κι εκείνη εισχώρησε μαλακά στην αγκαλιά του, κλαψουρίζοντας από συγκίνηση. Εκείνος δεν κατάλαβε πότε γιατί έκλαψε, εκείνη όμως γνώριζε πως η καρδιά της φτερούγισε από συγκίνηση, όχι επειδή την αποκάλεσε πριγκίπισσα, αλλά επειδή την έκανε για πρώτη φορά στη ζωή της να αισθάνεται έτσι.

«Εσύ έχεις παιδιά;» της φάνηκε ότι άκουσε κι έστρεψε το βλέμμα της προς το σημείο απ’ όπου ακούστηκε η παιδική φωνούλα. Το ξανθό κοριτσάκι είχε έρθει δίπλα της κρατώντας από ένα καθαρισμένο βραστό αβγό στο κάθε χέρι.
Όχι, έγνεψε με το κεφάλι.
«Είσαι ακόμα παιδί;» είπε στα μπεμπεκίστικα και την έκανε να γελάσει. Ο πατέρας της φώναξε να μην την ενοχλεί, μα το ξανθό ανθρωπάκι δεν σκοτίστηκε.
«Πάρε» είπε και της έδωσε το ένα καθαρισμένο αβγό. Με τη σκέψη πως δεν είχε μπαμπά να τη φροντίσει, της έδωσε από το δικό της πρωινό η μικρή πριγκίπισσα, φτιάχνοντας τη διάθεση αυτών που παρακολουθούσαν τη σκηνή και κάνοντας τον πατέρα της υπερήφανο.

Πήρε το αβγό από το χεράκι του παιδιού και προς μεγάλη της έκπληξη, άρχισε να το καταβροχθίζει με όρεξη. Το κοριτσάκι άρχισε να τρώει το δικό του, χαμογελώντας. Μασουλώντας ανταπέδωσε το χαμόγελο. Πόση ανάγκη είχε από φροντίδα. Πόση ευγνωμοσύνη ένιωσε για ‘κείνο το μωρό που διαισθάνθηκε την ανημποριά της. Τα παιδιά είναι σοφά μέχρι ν’ αρχίσουμε οι μεγάλοι να τα εκπαιδεύουμε και να τους μεταδίδουμε μπόλικη από τη χαζομάρα που κουβαλάμε.

Βρήκε μια ξαπλώστρα παραλίας παρατημένη στη σκιά και ξάπλωσε πάνω της. Το τελευταίο πράγμα που αναλογίστηκε, πριν την πάρει ο ύπνος, ήταν πώς θα έμοιαζε άραγε το δικό της παιδί αν γεννούσε ένα. Στον ύπνο της ήρθε ο πατέρας της. Ήταν πολύ σοβαρός και της θύμισε ότι δεν είχαν καλό οικογενειακό ιστορικό, δεν είχαν καλό γονίδιο, δεν έπρεπε να κάνει παιδιά. Η αδερφή σου δε μ’ άκουσε, εσύ να μ’ ακούσεις, της τόνισε. Δεν τόλμησε ποτέ να τον ρωτήσει γιατί εκείνος έκανε παιδιά… Ούτε στον ύπνο της το έκανε.

Αισθάνθηκε κάτι υγρό στο μάγουλό της και ξύπνησε. Εκείνο το ξανθό ανθρωπάκι ήταν πάλι. Είχε σκύψει πάνω της και την είχε φιλήσει στο μάγουλο. Ανασηκώθηκε ζαλισμένη και το κοίταξε. Φορούσε το μπικινάκι της και τα χειλάκια της ήταν πασαλειμμένα από τον χυμό που έπινε. Χαμογέλασε και της πρόσφερε το χυμό της να πιει κι εκείνη. Αυτή τη φορά, δε δέχτηκε.

Άφησε το νερό θεραπευτικό να τρέξει πάνω της. Όλο της το σώμα πονούσε. Τον ήθελε, τον χρειαζόταν. Όσο καιρό ήταν μαζί, δεν πέρασε ούτε μια μέρα χωρίς να κουμπώσουν τα σώματά τους, βυθισμένα στη σαγήνη του έρωτα. Λες και ήταν ο μόνος τρόπος για να γεμίσουν ενέργεια και να ξεπεράσουν τα εμπόδια της καινούργιας μέρας.

Έτριψε με δύναμη το σφουγγάρι πάνω στο σώμα της. Πόνεσε τον εαυτό της για να εστιάσει η σκέψη στον πόνο, μα ούτε εκείνος κατάφερε να της αποσπάσει την προσοχή. Ως πότε θα έμενε στο νησί σε δανεικό σπίτι; Σύντομα θα επέστρεφε στην πραγματικότητα και θα έπρεπε να την αντιμετωπίσει. Θα έπρεπε ν’ αφήσει τη θέση δίπλα του κενή, ώστε να την καταλάβει μια γυναίκα που θα του έκανε παιδιά. Η ίδια δεν μπορούσε, δεν ήθελε, δεν έπρεπε, δεν ήταν ξεκαθαρισμένο μέσα της. Πάντως, παιδί είχε αποφασίσει πως δε θα έκανε και ήταν άδικο για τον άντρα που αγαπούσε τόσο πολύ, αφού εκείνος ήθελε.
Ήταν σίγουρη πως θα έχανε το μυαλό της, ειδικά αν εκείνος επέλεγε μια άλλη γυναίκα για να κάνει τη ζωή που με τη φυγή της του προετοίμαζε, αλλά δεν υπήρχε άλλη λύση.

Κάποιος χτύπησε την πόρτα την ώρα που εκείνη περνούσε από το λαιμό της ένα καθαρό φανελάκι. Σκέφτηκε να μην ανοίξει, αλλά ήταν ντροπή, ειδικά αν ήταν η μαμά της κοπέλας που παραχώρησε για όσο χρειαστεί το όμορφο αυτό σπίτι στην αδερφή της, όταν της το ζήτησε για κείνη.

Ήταν όντως η κυρία Κατερίνα. Της έφερε φαγητό και ώριμα σύκα. Άνοιξε το στόμα της να την ευχαριστήσει, αλλά χωρίς να το ελέγχει πια, άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Δεν είχε ξεσπάσει μέχρι τώρα. Ούτε ήξερε πόση ώρα βρισκόταν στο πάτωμα, κλαίγοντας μέσα στην αγκαλιά της κυρίας του σπιτιού που παράτησε ό,τι κρατούσε στο διπλανό τραπέζι, σπεύδοντας να καθίσει στο πάτωμα δίπλα της για να την παρηγορήσει.

Όταν συνήλθε κάπως, της δρόσισε το κλαμένο πρόσωπο με μια βρεγμένη πετσέτα και την άκουσε, χωρίς να διακόπτει.
Μίλησε για την παράξενη γνωριμία τους, για τον έρωτα που αναπτύχτηκε αυτόματα, σφοδρός από την πρώτη στιγμή, για την αγάπη που γεννήθηκε και ωρίμασε στη πορεία. Για τις απόψεις του πατέρα της περί αύξησης των μελών της οικογενείας, την απόφασή της να μην κάνει ποτέ παιδιά και την επιθυμία του άντρα που αγαπούσε ν’ αποκτήσουν ένα.

«Το βράδυ που μου ανέφερε για παιδί, δεν έκλεισα μάτι», ξεκίνησε να αφηγείται, κοιτάζοντας τα δάχτυλά της που μπλέκονταν και ξεμπλέκονταν μεταξύ τους από ένταση. «Είχαμε πάει στο χωριό του να γνωρίσω τους γονείς του. Ήμουν σίγουρη πια ότι βρισκόμουν ένα βήμα πριν τον χάσω κι ενώ μ’ έπνιγε η απελπισία, ο φόβος του να γεννήσω ένα άρρωστο ψυχικά παιδί, ήταν ισχυρότερος από κάθε άλλο συναίσθημα. Του είπα ψέματα πως δεν μπορώ να κάνω παιδιά. Ήταν ο μόνος τρόπος να τον κάνω να μην επιμείνει και όντως δεν επέμεινε καθόλου. Είπε να μην στενοχωρηθώ, είπε πως τυχαία το ανέφερε χωρίς να το πολυσκεφτεί και ότι για κείνον το μόνο συστατικό για μια ευτυχισμένη ζωή ήμουν εγώ. Δεν ήθελε τίποτ’ άλλο. Όσο πιο γλυκός γινόταν εκείνος για να με καθησυχάσει, τόσο μεγαλύτερες διαστάσεις έπαιρνε η θύελλα που ξεσηκωνόταν μέσα μου. Προσποιήθηκα αδιαθεσία και δεν τον ακολούθησα στο πανηγύρι του χωριού. Δεν ήθελε να πάει ούτε εκείνος και να μ’ αφήσει μόνη, αλλά επέμεινα πρώτη φορά πολύ. Ήθελα έστω και για μισή ώρα να μείνω μόνη και να τακτοποιήσω τις σκέψεις μου. Όντως μισή ώρα έλειψε. Με περιποιήθηκε σαν να ήμουν μωρό εξαιτίας της υποτιθέμενης αδιαθεσίας μου, πράγμα που μετέφρασα σαν υπερβάλλουσα προσπάθεια από την πλευρά του να αποδείξει στον εαυτό του πως δεν τον πείραζε που δε θα γινόταν πατέρας. Την επομένη με πλησίασε η καλύτερη φίλη της αδερφής του, για να μου πει πως πριν με γνωρίσει ήταν ζευγάρι, σχεδίαζαν το γάμο τους και μετρούσαν πόσα παιδιά θα κάνουν. Με παρακαλούσε να τον αφήσω ήσυχο, γιατί η αγάπη της για κείνον δε συγκρινόταν με άλλης. Απ’ όλα όσα είπε τίποτα δεν με κλόνισε όσο εκείνο το «μετρούσαν πόσα παιδιά θα έκαναν, όταν θα παντρεύονταν». Δεν ήξερα αν η κοπέλα γνώριζε και στόχευε συνειδητά στην πληγή μου ή αν οι συμπτώσεις έπαιζαν μαζί μου για να μου διαλύσουν το νευρικό σύστημα. Ήξερα πως μ’ αγαπούσε και πως ο έρωτάς του με την κοπέλα, αν ήταν αλήθεια όσα έλεγε, ανήκε στο παρελθόν, αλλά μέσα μου το φευγιό είχε αποφασιστεί. Έφυγα με το πρώτο λεωφορείο, δεν του απάντησα ποτέ ξανά στο τηλέφωνο, άλλαξα νούμερο στο κινητό, ζήτησα από την αδερφή μου να με βοηθήσει να εξαφανιστώ κι εκείνη που βρισκόταν στη δουλειά μου εξασφάλισε, μέσω της συναδέλφου-κόρης σας, διαμονή στο νησί σας, χωρίς να ξέρει τι έχει γίνει» είπε και κοίταξε την γυναίκα απέναντί της. Την περίμενε να σχολιάσει κάτι, μα εκείνη δε σκοτίστηκε ιδιαίτερα, σαν να μην επρόκειτο για σοβαρό θέμα. Της θύμισε την αδερφή της.

«Όλα θα γίνουν όπως πρέπει, κόρη μου. Μια οικογένεια, καμιά φορά, δε χρειάζεται πάνω από δυο άτομα για να ευτυχήσει», είπε. «Άντε να φας το φαγητό σου και να ξεκουραστείς, γιατί το βράδυ θα έχουμε γιορτή στην αυλή, με φαγητό και μουσική. Γιορτάζουμε την Παναγία μας. Φρόντισε να έρθεις».

Η βραδιά της Παναγίας ήταν όμορφη και γλυκιά. Ένα μελτεμάκι της δρόσισε τα μάγουλα που είχαν ένα κοκκινοκάστανο χρώμα από τον ήλιο του καλοκαιριού. Κάθισε στην άκρη ενός τραπεζιού από τα πολλά που είχαν στηθεί για τη γιορτή και ήπιε μια γουλιά κρασί από αυτό που της είχαν σερβίρει. Αισθανόταν καλύτερα μετά την εξομολόγηση.
«Πάρε ένα» άκουσε μια παιδική φωνούλα από κάπου πιο χαμηλά και αναγνώρισε το ξανθό ανθρωπάκι που συνάντησε το πρωί στην παραλία. Κρατούσε ένα πιατάκι γεμάτο από πολύχρωμα κομματάκια φρούτων. Τα χειλάκια της ήταν πασαλειμμένα και κατακόκκινα, ενώ η σαλιάρα που της φορούσαν πάνω από το γαλάζιο φορεματάκι έκανε καλά τη δουλειά της. Σήκωσε το ανθρωπάκι και το έβαλε να καθίσει στην ποδιά της. Εκείνο βολεύτηκε πρόθυμα και μοιράστηκε τα φρούτα με τη νέα του φίλη.
«Φαντάσου τι θα σκέφτονται όσοι με βλέπουν τώρα να τρώω τα φρούτα του μωρού» είπε στον εαυτό της και κρυφογέλασε κυριευμένη από μια αναπάντεχη ευφορία.

Η μικρή μετά από λίγο κοιμήθηκε στην αγκαλιά της. Την κράτησε μέχρι να έρθει η μαμά της να την πάρει κι όταν την πήρε αισθάνθηκε πάλι εκείνο το κενό να την κυριεύει. Και σταύρωσε τα χέρια της μπροστά στο στήθος.
«Αυτά τα χέρια είναι φτιαγμένα για αγκαλιές» άκουσε μια γνώριμη φωνή να της ψιθυρίζει στ’ αφτί. Πετάχτηκε όρθια και τον είδε να κάθεται δίπλα της. Όση ώρα κρατούσε τη μικρή, εκείνος της φύλαγε τα νώτα.
Η ευτυχία και ο φόβος άρχισαν να χορεύουν πάλι μέσα της και το ωραίο του χαμόγελο, δεν κατάφερε να την καθησυχάσει. «Η αδερφή μου… η κυρία Κατερίνα… προδοσία…» σκέφτηκε κι άρχισε να τρέχει, χωρίς συγκεκριμένη κατεύθυνση. Εκείνος έτρεξε πίσω της.

Χώθηκε ανάμεσα στους ανθρώπους που χόρευαν, μπλέχτηκε σε ανθρώπινα πηγαδάκια, στο τέλος, ξεφεύγοντας από το πλήθος, βγήκε στον δρόμο. Δεν τολμούσε να κοιτάξει πίσω της από φόβο μην ανακαλύψει πως την ακολουθεί. Έτρεχε χωρίς αναπνοή και τα βήματά της την έβγαλαν σε μια στενή και μοναχική λωρίδα θάλασσας, που την ύπαρξή της γνώριζαν μόνο οι ντόπιοι. Βέβαιη πως είχε ξεφύγει, έβγαλε τα σανδάλια της και περπάτησε μέσα στο νερό, προσπαθώντας να τακτοποιήσει την ακανόνιστη αναπνοή της και τις σκέψεις που πετάγονταν ασύνδετες και σκληρές απελπίζοντάς την.

Έμεινε να της χαϊδεύει το νερό τα πόδια και να της βρέχει το φόρεμα. Έτριψε το μέτωπο της και κοίταξε ψηλά τον ξάστερο ουρανό.
«Γιατί ήρθες;» ρώτησε σαν να τον είχε μπροστά της.
«Γιατί δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα» άκουσε τη φωνή του πίσω της. Γύρισε προς το μέρος του και τον είδε πανύψηλο να ορθώνεται αθόρυβα μπροστά της, δίνοντάς της το χρόνο να συνηθίσει την παρουσία του.
Δεν ήξερε τι να του πει, δεν ήξερε πώς να ξεφύγει, δεν υπήρχε δρόμος μπροστά. Εκείνη γεννήθηκε για να είναι μόνη. Δεν είχε να του προσφέρει τίποτα. Άρχισε να προχωράει με βιασύνη μέσα στη θάλασσα.

Εκείνος γνώριζε πως δεν ήξερε να κολυμπάει και αυτή τη φορά δεν της έδωσε άλλο χρόνο, κινήθηκε γρήγορα και την άρπαξε στην αγκαλιά του. Σπαρταρούσε όπως θα έκανε ένα ψάρι πιασμένο σε σαγήνη. Προσπάθησε να του ξεφύγει, μα ήταν αδύνατον. Με κάθε της κίνηση έμπαινε όλο και πιο βαθιά στην αγκαλιά του. Την έσφιξε με λαχτάρα και τη φίλησε στα μαλλιά.
«Γιατί μωρό μου με βασανίζεις; Δε μ’ αγαπάς, δε με λυπάσαι; Θέλεις να πεθάνω;», της ψιθύρισε με πνιχτή φωνή κι ενώ εκείνη σιγόκλαιγε τη φίλησε στο στόμα. Δε βρήκε καμία αντίσταση πια κι άρχισε να τη γδύνει μέχρι που έμειναν και οι δύο εντελώς γυμνοί και μαγεμένοι από τα ξόρκια της θάλασσας και του φωτεινού ουρανού. Ενώθηκαν σε μια ένωση απελπισμένη. Δύο σώματα γεμάτα αόρατες πληγές άρχισαν να θεραπεύονται, με κάθε κίνηση, με κάθε άγγιγμα με κάθε φιλί και πάνω στην κορύφωση, το ουράνιο στερέωμα άνοιξε για να υποδεχτεί τους ήχους από το σμίξιμο των δύο εραστών κι έριχνε αστέρια να φωτίζουν τον δρόμο για να βαδίσει ξανά ο κόσμος τους σε ορθή πορεία…

Τη σήκωσε στα χέρια και την έβαλε ξανά στη θάλασσα, να την ξεπλύνει από την άμμο και να την καθαρίσει. Ύστερα την έστησε μπροστά του κι αφού έψαξε κάτι μέσα στις τσέπες του βρεγμένου παντελονιού του, γονάτισε μπροστά της.

«Δε θα σου κάνω παιδιά» είπε εκείνη, κοιτάζοντας το δαχτυλίδι που έλαμπε κάτω από το φως της Σελήνης
«Φτάνουμε εμείς οι δύο. Είμαστε αρκετοί» είπε εκείνος και της πέρασε τον λαμπερό κρίκο στο δάχτυλο.

Παντρεύτηκαν πριν φύγουν από το νησί. Ήθελε να είναι βέβαιος πως δε θα την χάσει ξανά και παρανυμφάκι είχαν το ξανθό ανθρωπάκι, που κάθε τόσο ζητούσε να του δώσουν δύο κουφέτα, ένα για τον εαυτό του κι ένα για τη νύφη.
Δεν ξέρουμε αν τελικά έκαναν δικό τους παιδί. Αυτό που ξέρουμε είναι πως δεν τους χώρισε ποτέ ξανά κανείς. Ούτε ο θάνατος.

Μαίρη Βαβουράκη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading